ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ |
Τετ, 08/04/2015 - 14:39

Για την κατάσταση της Ευρωζώνης: Η καπιταλιστική ουτοπία


Η ιστορία του καπιταλισμού είναι γεμάτη νομισματικές ενοποιήσεις. Στην αρχή ήταν οι αποικίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες υποχρεώνονταν να υιοθετούν το νόμισμα του αποικιοκράτη.

Αργότερα και οι ίδιες οι πρωτο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, επιχείρησαν να ενοποιηθούν νομισματικά χρησιμοποιώντας τον κανόνα του χρυσού, σταθεροποιώντας τις μεταξύ τους ισοτιμίες επί τη βάσει ποσοτήτων χρυσού, και χωρίζοντας τον κόσμο σε ζώνες νομισματικής επιρροής. Η λατινική νομισματική ένωση, της οποίας μέλος ήταν και η Ελλάδα, κράτησε από το 1865 μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο περίπου.[1] Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η παγκόσμια νομισματική ενοποίηση του «ελεύθερου κόσμου» πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του δολαρίου. Κατά τη διάρκεια ισχύος των συμφωνιών Μπρέττον-Γουντς, τα νομίσματα των δυτικών χωρών έμειναν υπό σταθερές ισοτιμίες ως προς το δολάριο (και το τελευταίο ως προς τον χρυσό). Οι συμφωνίες αυτές κατάρρευσαν με τη σειρά τους το 1972, όχι με παγκόσμιο πόλεμο – αλλά οπωσδήποτε ο πόλεμος στο Βιετνάμ έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην αποδυνάμωση του δολαρίου και στην αύξηση των διαλυτικών τάσεων.

Γιατί αυτή η ιστορική τάση για νομισματικές ενοποιήσεις; Μια ιστορική αντίφαση του καπιταλισμού είναι το γεγονός ότι ενώ είναι από τη φύση του παγκόσμιος, εντούτοις η θεμελιώδης μονάδα του είναι ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός, το έθνος κράτος. Ο καπιταλισμός γεννήθηκε και διαμόρφωσε ενιαίες αγορές στο εσωτερικό των οποίων υφίσταται «ελεύθερος» ανταγωνισμός, μόνο στο επίπεδο του έθνους-κράτους. Οι σχέσεις των κρατών ορίζονται από τη σχετική θέση των τελευταίων στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και είναι σχέσεις αλληλεξάρτησης, υπαλληλίας και σχετικής αυτονομίας. Η σχετική αυτονομία τους στο οικονομικό σημαίνει την ύπαρξη συνόρων τα οποία εμποδίζουν τον απολύτως ελεύθερο ανταγωνισμό και την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και εργασίας από χώρα σε χώρα.

Οι νομισματικές ενώσεις, κορυφαία των οποίων είναι αναμφισβήτητα το ευρώ (που είναι και παραπάνω από νομισματική ένωση: είναι κοινό νόμισμα αλλά και, προοπτικά, ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση), αποτελούν την απάντηση του κεφαλαίου σε αυτό το ιστορικό «ατύχημα», τη δημιουργία των εθνών-κρατών. Είναι μια απόπειρα του κεφαλαίου να σπάσει τις αλυσίδες που το κρατούν δέσμιο στη φυλακή των συνόρων. Δασμοί, φόροι, διαφορετικά και ανομοιογενή νομικά καθεστώτα, «γραφειοκρατία» είναι τα συνήθη επιχειρήματά του. Τα εμπόδια που συναντά στην επέκτασή του σε νέες περιοχές, η υπαγωγή σε αυτό νέων, λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών, η ελεύθερη μετακίνησή του και η ελευθερία του να λεηλατήσει παρθένες ή λιγότερο αναπτυγμένες χώρες είναι ο πραγματικός λόγος. Το κοινό νόμισμα διευκολύνει την καπιταλιστική ανάπτυξη (στην πρώτη περίοδο εφαρμογής του τουλάχιστον), μέσω εξαγωγής τόσο εμπορευμάτων όσο και κεφαλαίου. Στην καθοδική πορεία του κύκλου, που συνοδεύεται από αποπληθωρισμό και αποεπένδυση, η φούσκα σκάει και η κρίση που πάντα προκύπτει καταλήγει τόσο σε οικονομική καταστροφή όσο και πολιτική: η αύξηση των εθνικισμών είναι συχνό επακόλουθο της ανάγκης για απαξίωση κεφαλαίου υπό τη μορφή διαγραφής διακρατικών χρεών τα οποία πάντα φορτώνονται στα λαϊκά στρώματα των συμβεβλημένων χωρών.

Ειδικότερα το ευρώ κατασκευάστηκε ως νομισματικό όχημα των πολιτικών φιλοδοξιών του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου. Η Ε.Ε. είναι ένα πολιτικό σχέδιο με στόχο την αναδιαπραγμάτευση της θέσης του παρακμάζοντος ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Καμία μεμονωμένη χώρα της Ευρώπης δεν μπορεί μόνη της να αντιμετωπίσει είτε τις ΗΠΑ ή την Κίνα. Η ενοποίηση έδωσε σαφώς ένα ανοδικό, αρχικά, σπρώξιμο στις ευρωφιλοδοξίες. Το ευρώ αποδείχτηκε ένα ιδιαίτερα σκληρό νόμισμα, με μεγάλο μερίδιο των διεθνών κεφαλαιακών ροών να διεξάγονται σε αυτό. Το πλάνο το υποδαύλισαν οι ΗΠΑ, οι οποίες, όσο σίγουρες κι αν είναι για το δικό τους δολάριο, θέλουν το ευρώ ως ασπίδα έναντι των επιθέσεων από τους υπόλοιπους παίχτες.

Αλλά ο οικονομικός λόγος πίσω από τη δημιουργία του ήταν η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που είχε προηγηθεί της εισαγωγής του νέου νομίσματος. Τα κεφάλαια που λίμναζαν στις χώρες της Ε.Ε. έπρεπε να βρουν τρόπο να απελευθερωθούν, να εξαπλωθούν. Οι τράπεζες που τα κατείχαν έπρεπε να διεθνοποιηθούν τάχιστα. Το κοινό νόμισμα αυτές ωφέλησε πριν και περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.

 

Η δυστοπία του κοινού νομίσματος

Ο λόγος που οι νομισματικές ενώσεις δεν αντέχουν στον χρόνο είναι παραδόξως ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την καθιέρωσή τους, η αδυναμία δηλαδή αποδιάρθρωσης των εθνικών συνόρων χωρίς πόλεμο. Μέσα στην περιοχή του κοινού νομίσματος, οι βαθιές αντιθέσεις που προέρχονται από τις διαφορές στην παραγωγικότητα (η ανισόμετρη ανάπτυξη του κεφαλαίου) πρέπει να μπορούν να εξομαλυνθούν σε έναν βαθμό, για λόγους πολιτικής σταθερότητας. Για παράδειγμα, η Ήπειρος ή η Θράκη είναι φτωχότερες από την Αθήνα. Το εμπορικό τους ισοζύγιο με την Αθήνα είναι αρνητικό, και επομένως το χρέος τους μεγαλώνει. Πώς εξομαλύνεται αυτό;

Για αρχή, το κράτος μπορεί να δώσει φοροελαφρύνσεις σε κατοίκους και επιχειρήσεις της περιοχής, δηλαδή οι φόροι των Αθηναίων επιδοτούν τους Ηπειρώτες. Επίσης οι υποδομές (γέφυρες, ίντερνετ, νοσοκομεία κ.λπ.) που χρειάζονται για την «ανάπτυξη» χρηματοδοτούνται από τον κεντρικό προϋπολογισμό και όχι, ας πούμε, από τον προϋπολογισμό της τοπικής νομαρχίας. Σε μερικές εξαιρετικά ευνοϊκές περιπτώσεις στο παρελθόν, σε ορισμένες χώρες το κράτος είχε δώσει τέτοια ώθηση, όταν βέβαια οι συνθήκες το επέτρεπαν, που η φτωχή περιοχή «κατάφερε» να αντιστρέψει την ιστορική τάση της ανισόμετρης ανάπτυξης κεφαλαίου: Το Τέξας τη δεκαετία του ’50 ήταν μία από τις φτωχότερες πολιτείες των ΗΠΑ. Ή η Βαυαρία ήταν μια φτωχή, αγροτική και οπισθοδρομική περιοχή της Γερμανίας, που τα «κατάφερε» κυρίως λόγω της κεντρικής στήριξης των ναζιστών. Σήμερα και οι δύο είναι από τις πλουσιότερες περιοχές των κρατών τους και επιδοτούν με τη σειρά τους άλλες φτωχότερες.

Δεύτερο, είναι απόλυτα «φυσιολογικό» για τους Ηπειρώτες να μεταναστεύσουν στην Αθήνα, ή όπου αλλού θέλουν μέσα στην Ελλάδα. Θα έχουν ακριβώς το ίδιο δικαίωμα στη φτώχεια στην πρωτεύουσα όπως και στο χωριό τους. «Λαϊκός» σύνδεσμος που να λέει «έξω οι Ηπειρώτες» δεν πρόκειται να δημιουργηθεί, θα συνεχίζουν να ψηφίζουν τα ίδια κόμματα, να δίνουν φόρους στην εφορία. Το ίδιο δεν ισχύει σε μια περίπτωση υπερεθνικής ένωσης: η ελευθερία κίνησης της εργασίας είναι μεν νομοθετικά κατοχυρωμένη στην Ε.Ε., αλλά ούτε συμβαίνει στον «επιθυμητό» βαθμό αφενός, ούτε είναι πραγματική αφετέρου: το Δουβλίνο ΙΙ, που απαγορεύει την ελεύθερη μετακίνηση της μαύρης εργασίας το αποδεικνύει, όπως επίσης και η μερική, μόνο, ενσωμάτωση των μεταναστών δεύτερης γενιάς στην Ευρώπη.

Τέλος, αν μια φυσική καταστροφή (π.χ. μεγάλη κακοκαιρία) χτυπήσει μια περιοχή, τα κονδύλια για την ανοικοδόμηση θα δοθούν από την κεντρική κυβέρνηση. Παραδείγματος χάρη, η αμερικανική κυβέρνηση παρέχει τα κονδύλια για την ανοικοδόμηση της Λουιζιάνας μετά τον τυφώνα (ανοικοδόμηση, φυσικά, όχι συμβατή με τα λαϊκά συμφέροντα). Οι πιο πλούσιες περιοχές της χώρας δεν θα διαμαρτυρηθούν, ούτε πρόκειται να πουν ότι η γενναιοδωρία τους έχει όρια και δεν γίνεται εφ’ όρου ζωής να χρηματοδοτούν τους τεμπέληδες τζαμπατζήδες νότιους.

Για να γίνουν όλα τα παραπάνω, υπάρχουν δύο αναγκαίες πολιτικές συνθήκες, παράγωγες η πρώτη της δεύτερης: ενιαία εθνική συνείδηση στην περιοχή του κοινού νομίσματος και κοινό κράτος που ελέγχει το κοινό νόμισμα. Με το δεύτερο εννοούμε επίσης ότι το κράτος έχει, στην ιδιότητά του ως πραγματικό κόμμα του κεφαλαίου, την ικανότητα να παρεμβαίνει και να ελέγχει τις διάφορες μερίδες του κεφαλαίου στις μεταξύ τους συγκρούσεις, όταν αυτές γίνονται καταστροφικές. Μπορεί είτε να συμβιβάζει αντιθέσεις ή, αν χρειαστεί, να φυλακίζει όποιους εκπροσώπους του κεφαλαίου τείνουν να προσωποποιούν τη λάθος πλευρά της σύγκρουσης, διακυβεύβοντας την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Το κράτος μετριάζει έτσι την υπερβολικά κοντόφθαλμη τάση του κεφαλαίου να βλέπει μόνο το άμεσο κέρδος και όχι το συλλογικό συμφέρον του – δηλαδή το «συμφέρον της χώρας».

Οι παραπάνω δύο προϋποθέσεις δεν υπάρχουν στην περίπτωση του ευρώ. Έτσι, αν και αυτό έχει σοβαρά πλεονεκτήματα για το διεθνοποιημένο κεφάλαιο (ελευθερία κίνησης κεφαλαίου, είναι σκληρό διεθνές νόμισμα άρα βοηθάει τις μεγάλες τράπεζες και πολλά, πολλά επιπλέον), από την άλλη βαθαίνει και σκληραίνει τις αντιθέσεις μέσα στην Ε.Ε., χωρίς όμως να υπάρχουν τα αντισταθμιστικά, πολιτικού τύπου μέτρα που μπορεί να πάρει το εθνικό κράτος για να απαλύνει τις συνέπειες, διαφυλάσσοντας την «εθνική» –ή, στην περίπτωσή μας την ευρωπαϊκή– συνοχή. Δεν υπάρχει μια ενιαία αρχή που θα ανακυκλώσει τα πλεονάσματα (με επιδοτήσεις, φοροελαφρύνσεις, μεταβιβαστικές πληρωμές ή άλλα δημοσιονομικά μέτρα) ή να βοηθήσει στην όποια σύγκλιση προς τον μέσο όρο.[2] Ούτε υπάρχει μηχανισμός να κάνει το ίδιο που κάνει η εκάστοτε εθνική κυβέρνηση για το εσωτερικό χρέος της μίας περιοχής προς την άλλη: να το χρηματοδοτεί από τον προϋπολογισμό της. Ο προϋπολογισμός μιας κυβέρνησης είναι συνήθως περίπου το 30-60% του ΑΕΠ μιας καπιταλιστικά αναπτυγμένης χώρας (λιγότερο για τις χώρες του τρίτου κόσμου). Για σύγκριση, ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωκοινοβουλίου είναι της τάξης του 1-2% του ΑΕΠ της Ε.Ε.

 

Ποιος κερδίζει;

Είναι προφανές ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι νομισματικές ενώσεις σε περιοχές με άνιση ανάπτυξη θα οδηγήσουν τελικά σε αύξηση των ανισοτήτων. Τόσο μεταξύ των «πλούσιων» και των «φτωχών» χωρών, όσο και στο εσωτερικό κάθε χώρας μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Επομένως, μπορεί να περιμένει κανείς αύξηση της πολιτικής αναταραχής που αυτόματα θα μετατρέπεται σε ένταση μεταξύ εθνικών κρατών, ακυρώνοντας τον πολιτικό στόχο της ένωσης. Είναι δυνατόν να πει κανείς ότι αυτό θα μπορούσε να μετριαστεί, σε μια συγκυρία σαν την τωρινή, από κάποιου τύπου χαλάρωση, μια επιστροφή σε λελογισμένες ευρωπαϊκές κεϊνσιανές πολιτικές. Ο λόγος για τον οποίο αυτό είναι αδύνατο (για την ώρα) είναι η ίδια η αιτία που το κοινό νόμισμα άνθισε τόσο γρήγορα μετά την εισαγωγή του: το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο που πνίγει την παραγωγή και την κερδοφορία. Μόνος δρόμος για να υποστηριχτεί η κερδοφορία σε αυτές τις συνθήκες (εφόσον απαξίωση κεφαλαίου λ.χ. με διαγραφή χρέους δεν είναι πολιτικά δυνατή), είναι η συμπίεση των μισθών, η ανεργία, η λιτότητα, ακόμα και αν αυτό σημαίνει αποπληθωρισμό, μείωση του παραγόμενου προϊόντος, κρίση.

Άρα φτάνουμε σε ένα πολιτικό αδιέξοδο: Οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για την σχετική βελτίωση της κατάστασης των λαϊκών στρωμάτων μέσα στην Ευρωζώνη είναι πολύ δύσκολο να περιλαμβάνει μια πραγματική κεϋνσιανή λύση. Η ανακύκλωση των πλεονασμάτων των πλούσιων χωρών, η μερική διαγραφή των χρεών των φτωχών χωρών, η αύξηση των ελλειμμάτων στους προϋπολογισμούς θα σήμαιναν, αν γίνονταν, τη σοβαρή απώλεια κερδών για το κεφάλαιο και την αναγκαστική αναδιάρθρωση μετά από κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος (λόγω της ακύρωσης του χρέους) σε όλη την Ευρωζώνη, αντίθετα π.χ. με την μεταπολεμική περίοδο που τέτοιες πολιτικές ήταν ο κανόνας. Με δεδομένη προς το παρόν την έλλειψη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου που να επιτρέπει την ταχύτατη αύξηση της κερδοφορίας αφενός και ενός κεντρικού κράτους αφετέρου, τα παραπάνω γίνονται περίπου αδύνατα.

 

Έχει μέλλον το ευρώ;

Τα μέτρα αυτά επομένως (όπως η πλήρης αμοιβαιοποίηση του χρέους, η διαγραφή του κ.ά.) είναι πολύ δύσκολο να συμβούν, αφού απαιτούν διαρκείς και μόνιμες ροές από τις πλεονασματικές χώρες προς τις ελλειμματικές, σε μόνιμη βάση. Αν τέτοια μέτρα εφαρμόζονταν (κάτι που αποτελεί τον ομολογημένο πόθο των αριστερών κεϋνσιανών, της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και του Βαρουφάκη), ίσως να έδιναν μια ανάσα στο κοινό νόμισμα. Αλλά ποιος θα ήταν ο ωφελημένος; Την πανάκριβη και σκανδαλώδη ενοποίηση Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας τα γερμανικά κεφάλαια τη χρηματοδότησαν μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα ήταν οι μόνοι που θα κέρδιζαν από την εκμετάλλευση των Ανατολικογερμανών. Αν τα γερμανικά κεφάλαια χρηματοδοτούσαν μιαν αντίστοιχη διαδικασία για τον Νότο (που είναι αμφίβολο ότι μπορούν), τότε αφενός η κερδοφορία τους στη Γερμανία θα καταποντιζόταν, αφετέρου τα όποια κέρδη στον Νότο θα έπρεπε να τα μοιραστούν με τα κεφάλαια του Νότου. Γιατί να το κάνουν αυτό;

Ακόμα όμως κι αν κάτι τέτοιο γινόταν, αν διαγραφόταν το χρέος και υπήρχε και μια ορισμένη (αλλά σαφώς ανεπαρκής) ροή επενδύσεων από τον Βορρά προς τον Νότο, ακόμα κι αν το χρέος διαγραφόταν, σε λίγα χρόνια θα βρισκόμασταν πάλι στην ίδια θέση. Είναι πολύ δύσκολο να σκεφτεί κανείς πώς σε συνθήκες κοινού νομίσματος τα ελληνικά κεφάλαια θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα βορειοευρωπαϊκά και να μειώσουν έτσι το χρέος. Υπ’ αυτή την έννοια ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να «σώσει το κοινό νόμισμα»: θέλει να του δώσει μια σύντομη ανάσα, μέχρι την επόμενη κρίση που θα ακολουθήσει σύντομα (λόγω των εσωτερικών αδυναμιών της Ευρωζώνης) και θα φέρει ξανά στην επιφάνεια όλες τις αντιθέσεις με ακόμα πιο άγριο τρόπο.

Μένοντας στο ευρώ, τα ενδεχόμενα που αντιμετωπίζουμε για το μέλλον είναι ζοφερά. Το καλύτερο που έχουμε να περιμένουμε είναι είναι μια διαρκής πτωτική πορεία, μια κατάσταση μακροχρόνιας παρακμής. Για τους λαούς της Ευρώπης, το ευρώ είναι μια φρίκη δίχως τέλος (με ενδιάμεσα όλο και πιο απίθανα επεισόδια καταναλωτικής ευφορίας). Το επείγον καθήκον των αριστερών δυνάμεων και καθενός από τους λαούς της ένωσης είναι να σχεδιάσουν στα σοβαρά το τέλος της φρίκης.

[1] Η χώρα μας, ως το πιο αδύνατο μέλος, αποβλήθηκε από αυτή το 1908 λόγω της αδυναμίας της να πληρώσει τα συσσωρευμένα χρέη της προς τη μεγαλύτερη δύναμη της ένωσης, την Γαλλία· έγινε εκ νέου δεκτή στην ένωση δύο χρόνια μετά. Η πολιτική της Γαλλίας, της κυριότερης «ενόχου» για την παρακμή της ένωσης ήταν να δείχνει ως ενόχους τους τεμπέληδες και σπάταλους έλληνες...

[2] Ένας μικρός και ιδιαίτερα ανεπαρκής τέτοιος μηχανισμός ήταν, κατά τα πρώτα χρόνια της Ένωσης, τα ευρωπαϊκά ολοκληρωμένα προγράμματα, τα οποία όμως είχαν χρονικό ορίζοντα εφαρμογής, ενώ έπρεπε και πολύ μεγαλύτερα να είναι και να μπορούν να εφαρμόζονται στο διηνεκές. Ακόμα πιο ασήμαντος είναι ο ρόλος των ΕΣΠΑ. Η ποσοτική χαλάρωση, όπως έχει δείξει η εμπειρία από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, δεν είναι τέτοιου τύπου μέτρο: το μόνο που κάνει είναι να αυξάνει τις καταθέσεις των πλουσίων...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
02/08/2017 - 09:50

Ουδέποτε η διοίκηση του ΟΚΑΝΑ εξήγησε τους λόγους της παύσης ή ακολούθησε διαδικασίες διαφάνειας και αξιοκρατίας.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
20/07/2017 - 14:38

Εμείς δεν τσιμπάμε στο στημένο καυγά μνημονιακής «κεντροαριστεράς» και «κεντροδεξιάς»

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
18/07/2017 - 16:12

Το μήνυμα είναι σαφές: Οι φτωχοί και οι αγωνιζόμενοι «μέσα» - οι πλούσιοι, οι καταπιεστές και τα μαντρόσκυλά τους «έξω».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
12/07/2017 - 23:58

Μια νέα κοπέλα βρίσκεται στις φυλακές γιατί πίστεψε πως η αθωότητά της αρκεί.