ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


ΔΙΕΘΝΗ |
Τετ, 16/09/2015 - 14:43

Σημειώσεις για την μετεκλογική διεθνή συγκυρία: το μάτι του κυκλώνα


... Κι έτσι, το διεθνές τοπίο συνέχισε το τελευταίο διάστημα να γλιστράει στην αβεβαιότητα, στο δρόμο για μια νέα κρίση στο επόμενο διάστημα.

Παρά το αντιφατικό και χαώδες της συγκυρίας, όλοι οι δείκτες φαίνεται να κοιτάνε μάλλον προς τα κάτω, παρά προς τα πάνω. Η μόνη ασφαλής πρόβλεψη που μπορεί αυτή τη στιγμή να γίνει είναι ότι οι επόμενοι μήνες θα είναι για μια ακόμα φορά πολύ δύσκολοι. Στα παρακάτω προσπαθούμε να αναγνώσουμε τη διεθνή συγκυρία σε αυτή την - κυριολεκτικά - κρίσιμη καμπή.

 

Η Κίνα και οι άλλοι: το φάσμα της κρίσης;

Το σημαντικότερο οικονομικό γεγονός των τελευταίων μηνών ήταν η υποτίμηση του κινέζικου νομίσματος, του ρενμίμπι και η χρηματιστηριακή αναταραχή στην Κίνα. Οι εντυπωσιακές επικεφαλίδες για τα 5 (ίσως μέχρι 6) τρισεκατομύρια που εξαερώθηκαν στην Σανγκάη συναγωνίστηκαν μόνο τον καταστροφισμό αρκετών αριστερών αναλυτών που είδαν το τέλος του καπιταλισμού.

Παρά την αναμφισβήτητα αρνητική επίπτωση της πτώσης αυτής στην πορεία του Κινέζικου καπιταλισμού (επίπτωση που θα επιδεινωθεί αν η πτώση συνεχιστεί), φυσικά δεν ήταν το τέλος. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ένας πρώτος είναι ότι η πορεία των χρηματιστηρίων μόνη της δεν αρκεί για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την πορεία του σύγχρονου καπιταλισμού. Το χρηματιστήριο δεν είναι πλέον ο κύριος (ή μόνος) χρηματοδότης μιας οικονομίας. Οι κρατικές πολιτικές, οι κεντρικές τράπεζες και ο τρόπος με τον οποίον κανονικοποιούν τις χρηματικές ροές είναι πολύ σημαντικότερα κομμάτια της εξίσωσης από ότι ήταν παλιότερα. Και αυτό γιατί η οικονομική σημασία του κράτους έχει μεγεθυνθεί (και παρά τη ρητορεία περί μικρού κράτους, συνεχίζει να μεγεθύνεται) σε βαθμό που να αποτελεί τον σημαντικότερο «παίκτη» της οικονομίας, παίκτη ικανό να εξομαλύνει χρηματιστηριακές κρίσεις που, ας πούμε το '29, θα μπορούσαν να αποδειχτούν κρίσιμες. Σε όλες τις αναπτυγμένες οικονομίες (της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης), περίπου το μισό ή λίγο λιγότερο από το μισό  ΑΕΠ παράγεται από τον κρατικό τομέα.

Ένας δεύτερος λόγος, πιο ειδικά κινεζικός αυτός, είναι το πολύ μικρό μέγεθος του χρηματιστηρίου σε σχέση με την κινεζική οικονομία: η κεφαλαιοποίησή του είναι της τάξης του 40% του ΑΕΠ, όταν το Αμερικανικό είναι πάνω από 100% του αντίστοιχου ΑΕΠ. Τέλος, ένας τρίτος λόγος είναι η πολύ μικρή διεθνοποίηση των κινεζικών χρηματιστικών κεφαλαίων: δεν υπάρχουν (ακόμα) διεθνείς κινεζικές τράπεζες, αντίστοιχες των Αμερικανικών ή Ευρωπαϊκών. Η άνοδος και η πτώση της Σανγκάης επομένως, μικρή, έμμεση και σχετικά αργή επίδραση θα έχει τόσο στο (πλήρως ελεγχόμενο από το κράτος και τις επιχειρήσεις του) εσωτερικό, όσο και στις υπόλοιπες οικονομίες που αλληλεπιδρούν με την Κίνα. (Υπάρχει κι ένας τέταρτος, πιο σημαντικός λόγος: ο καπιταλισμός όταν φτάσει στην άκρη του γκρεμού, δεν θα πηδήξει από μόνος του· κάποιος θα χρειαστεί να τον σπρώξει...).

Η Κίνα τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε διαδικασία μεταβολής της κεφαλαιακής της διάρθρωσης. Το αναπτυξιακό πρότυπο που ακολουθούσε τα τελευταία χρόνια, αυτό της στήριξης στην απόλυτη υπεραξία, τα φτηνά μεροκάματα, τις άμεσες επενδύσεις για την κατασκευή φτηνών εξαγώγιμων προϊόντων, φτάνει πια στο τέλος του. Η Κίνα, προκειμένου να ανέβει στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, πρέπει να μεταβληθεί σε οικονομία κατανάλωσης από τη μια και εξαγωγής, όχι εμπορευμάτων, αλλά κεφαλαίου από την άλλη. Η διαδικασία αυτή, εκτός από την λεγόμενη «δημιουργία μεσαίας τάξης», την δυνατότητα βασικά των εργατικών της στρωμάτων να καταναλώνουν άρα και τη σχετική άνοδο του εργατικού μισθού, σημαίνει επίσης και την βελτίωση των υποδομών, την δυνατότητα παραγωγής όχι μόνο φτηνών καταναλωτικών προϊόντων αλλά ακριβών κεφαλαιουχικών αγαθών (όπως λ.χ. η Γερμανία και η Ιαπωνία) και φυσικά την διεθνοποίηση του χρηματιστικού της κεφαλαίου. Και αυτό πρέπει να γίνει χωρίς η κερδοφορία του κεφαλαίου να πέσει στο μεταξύ κάτω από ένα κρίσιμο επίπεδο.

Η υποτίμηση του κινέζικου νομίσματος και οι αναταραχές στα χρηματιστήρια σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ειδωθούν: η κίνηση περισσότερο είχε να κάνει με την μεταβολή του γουάν σε ένα διεθνές νόμισμα που θα βοηθά τις κινήσεις του κινεζικού κεφαλαίου στο εξωτερικό. Αυτό σημαίνει όμως την πιο ελεύθερη μεταβολή της ισοτιμίας του στις διεθνείς αγορές, εξ ου και η υποτίμηση.

Εντούτοις οι κινήσεις αυτές είναι κινήσεις υψηλού ρίσκου, σε ένα ασταθές υπόβαθρο: η κερδοφορία των κεφαλαίων στην Κίνα είναι πλέον σοβαρά υπονομευμένη μετά από χρόνια στοχευμένης υπερεπένδυσης σε συγκεκριμένους τομείς, το παραγωγικό δυναμικό της χώρας είναι σε αρκετούς τομείς μεγαλύτερο από την διεθνή ζήτηση, το χρέος έχει αυξηθεί σε εκπληκτικό βαθμό και τώρα θα χρειαστεί εκκαθάριση, ενώ τον Αύγουστο είχαμε και μια κατάρρευση του εμπορίου, τόσο των εισαγωγών όσο και των εξαγωγών, που μόνο καλά νέα δεν μπορούν να θεωρηθούν για το διεθνές σύστημα.

Γιατί μπορεί βέβαια η Κίνα να «απολαμβάνει» μια εξαιρετική πολιτική σταθερότητα και ένα κράτος με πολύ ισχυρά τμήματα της παραγωγής υπό τον άμεσο έλεγχό του (κάτι που του δίνει αρκετά μεγαλύτερα περιθώρια αντιμετώπισης κρισιακών φαινομένων από τα δυτικά κράτη), καθώς και ένα ιδιαίτερα μεγάλο στρατηγικό βάθος στο εσωτερικό της, αλλά, παρά το μέγεθός της, ακόμα και η Κίνα εξαρτάται σε έναν βαθμό από την αλληλεπίδρασή της με τους εταίρους της. Και τα νέα σε αυτό το μέτωπο είναι πολύ άσχημα.

Η Ρωσία βρίσκεται ήδη σε βαθιά ύφεση που προκλήθηκε από την κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου και την επιμονή της σε ψηλά, αντιπληθωριστικά επιτόκια. Η ύφεση ήταν πιθανό να φτάνει κοντά στο τέλος της, ή έτσι φάνηκε να πιστεύει η κεντρική τράπεζα που άρχισε πρόσφατα να μειώνει τα επιτόκια και να χαλαρώνει τους στόχους της για τον πληθωρισμό. Δυστυχώς για αυτήν, τώρα πλέον έχουμε και τις υπόλοιπες BRICS να βρίσκονται όλες σε πολύ κακή κατάσταση. Η Βραζιλία λχ. πρόσφατα είδε τα ομόλογά της να υποβαθμίζονται σε σκουπίδια λίγο καλύτερα από τα Ελληνικά. Ευρύτερα, η Τουρκία βρίσκεται στη μέση μιας πολιτικο-οικονομικής θύελλας που δεν φαίνεται να έχει εύκολη διέξοδο (κάτι που ενδεχομένως θα μας επηρεάσει και εμάς, λόγω της τάσης του Τουρκικού αστισμού να εξάγει βίαια τις κρίσεις του). Γενικά η πτώση της ζήτησης πρώτων υλών από την Κίνα θα επιτείνει τον διεθνή φαύλο κύκλο αποπληθωρισμού, ρίχνοντας κι άλλο τις τιμές, και έχοντας ιδιαίτερα σκληρά αποτελέσματα στις χώρες-προμηθευτές της Κίνας και όλες τις αναδυόμενες οικονομίες του πλανήτη.

Η κατάρρευση των τιμών των νομισμάτων των αναδυόμενων οικονομιών το τελευταίο διάστημα είναι μόνο μια προειδοποίηση για τους νομισματικούς πολέμους του άμεσου μέλλοντος, μια προειδοποίηση ιδιαίτερα σκληρή για μια χώρα σαν την Ελλάδα που είναι κλειδωμένη σε ένα από τα πιο σκληρά νομίσματα του πλανήτη, την ώρα που όλα τα υπόλοιπα νομίσματα πέφτουν γρήγορα. Η δυνατότητα του Ελληνικού κεφαλαίου να «ρεφάρει» κάπως την απώλεια εξαγωγών προς την ΕΕ με εξαγωγές στον υπόλοιπο κόσμο, μια τάση υπαρκτή τα τελευταία χρόνια, θα υπονομευτεί: οι εξαγωγές προς τρίτες χώρες χαμηλής τεχνολογίας εμπορευμάτων θα δυσκολέψουν ακόμα περισσότερο. Τα στοιχεία εξωτερικού εμπορίου της χώρας για το α' εξάμηνο του 2015, με την «εκθρόνιση» της Τουρκίας από την πρώτη θέση των εξαγωγών,  αυτήν την τάση δείχνουν με σαφήνεια. Είναι επίσης σαφές ότι αυτό το τμήμα του κεφαλαίου που μπορεί να εξάγει, δεδομένου ότι θα πρέπει να ξαναστραφεί προς την ΕΕ για τις εξαγωγές του, θα γίνει ακόμα πιο φανατικός υποστηρικτής του ευρώ από όσο ήταν μέχρι τώρα.

 

Αμερική: Διλήμματα διλήμματα...

Αν λοιπόν όπως φαίνεται το επόμενο διάστημα θα είναι αρκετά δύσκολο για τις αναδυόμενες χώρες, μήπως το καπιταλιστικό κέντρο έχει επιτέλους αρχίσει να βλέπει φως στο τούνελ;

Ας ξεκινήσουμε από τις ΗΠΑ, που έχουν διαρκώς τα τελευταία τρίμηνα καταγράψει μείωση της ανεργίας, μικρή αλλά υπαρκτή αύξηση των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων (με μερικές από αυτές να είναι πραγματικά πολύ κερδοφόρες), μικρές αυξήσεις του ΑΕΠ και μια μικρή κάμψη του χρέους, ενώ το χρηματιστήριο, παρά την πρόσφατη βουτιά, έχει τριπλασιάσει την αξία του από το 2009, κάτι το λιγότερο εντυπωσιακό. Το σκάσιμο της φούσκας των τιμών των εμπορευμάτων μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει για τον Αμερικανό καταναλωτή, αυτό το θρυλικό, αταξικό ζώο που σηκώνει στις ακούραστες πλάτες του την παγκόσμια ανάπτυξη. Τουλάχιστον αυτά ισχυρίζονται οι αισιόδοξες φωνές στα κυρίαρχα αμερικανικά μέσα.

Οι ΗΠΑ (δηλαδή οι άρχουσες τάξεις της) έχουν να επιλύσουν αυτή τη στιγμή ένα πολύ δύσκολο  πρόβλημα. Τα επιτόκια του δολαρίου έχουν παραμείνει σχεδόν μηδενικά για πάρα πολύ καιρό. Αυτό έγινε ως απάντηση στην προηγούμενη κρίση του 2008, με σκοπό να χρηματοδοτηθεί έτσι η «ανάπτυξη», δηλαδή να υπάρξουν φτηνά δάνεια για το μεγάλο κεφάλαιο που να τα χρησιμοποιήσει (λέει η κυρίαρχη σοφία) για να επενδύσει σε εργοστάσια, επιχειρήσεις και άρα δουλειές για τον κόσμο. Τώρα, τα χαμηλά επιτόκια κράτησαν περισσότερο από όσο πρέπει: αν τα επιτόκια είναι χαμηλά, δηλαδή είναι μικρό το κόστος δανεισμού χρήματος, είναι πολύ πιο φτηνή και εύκολη και η σπέκουλα στα διάφορα χρηματιστικά προϊόντα. Αυτό σημαίνει κάτι κακό για την μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα, φούσκες που δημιουργούνται και που πρέπει κάποια στιγμή να σκάσουν. Ο τριπλασιασμός του χρηματιστηρίου είναι ακριβώς μια τεράστια τέτοια φούσκα, ειδικά επειδή το σύνολο της οικονομίας και η κερδοφορία των επιχειρήσεων σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογούν αυτό το φούσκωμα των τιμών στο φανταστικό κεφάλαιο της Wall Street. Η Κεντρική τράπεζα κανονικά οφείλει να σκάσει τις φούσκες πριν ξεφύγουν από έλεγχο. Κανονικά, ένα όπλο προς αυτή την κατεύθυνση είναι η αύξηση των επιτοκίων.

«Κανονικά» στην παραπάνω πρόταση, σημαίνει υπό συνθήκες ομαλής αναπαραγωγής του κεφαλαίου, όταν δηλαδή η κερδοφορία των επιχειρήσεων είναι τέτοια που να επιτρέπει την αύξηση των επιτοκίων: τα κεφάλαια που είναι δεσμευμένα σε χρηματικά προϊόντα, με την αύξηση των επιτοκίων θα γυρίσουν στην παραγωγή, αλλά μόνον αν εκεί περιμένουν ένα «λογικό» ποσοστό κέρδους.  Αυτή τη στιγμή όμως η κατάσταση μόνο  κανονική δεν είναι. Και παρά την μακροχρόνια περίοδο χαμηλών επιτοκίων, η ανάπτυξη δεν είναι αυτή που περίμενε η οικονομική ορθοδοξία. Έτσι υπάρχει το γεγονός ότι η αύξηση της κερδοφορίας των Αμερικανικών επιχειρήσεων είναι αμφίβολο αν οφείλεται περισσότερο στην ίδια την παραγωγή ή στην καλή πορεία των χρηματιστικών προϊόντων και την αύξηση των προσδοκιών. Υπάρχει όμως κι ένα παραπάνω πρόβλημα, πιθανώς ακόμα πιο σημαντικό:  Η αύξηση των επιτοκίων στο δολάριο θα σημάνει την εκτόξευση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών, οι οποίες, όπως είδαμε, είναι ήδη στα πρόθυρα της κρίσης, με ιδιαιτέρως δυσάρεστα αποτελέσματα τόσο για την Αμερικανική οικονομία όσο όμως και το πολιτικό στάτους των ΗΠΑ ως ηγεμόνα της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.  Με άλλα λόγια το δίλημμα είναι: είτε οι ΗΠΑ αφήνουν σχεδόν μηδενικά τα επιτόκια, φουσκώνοντας έτσι κι άλλο τις διεθνείς φούσκες (και χωρίς να κερδίζουν σε ανάπτυξη) ή τα ανεβάζουν, διακινδυνεύοντας να σκάσουν μαζί με τις φούσκες και τα μισά διεθνή χρέη. Και αυτό τη στιγμή που τα θετικά νούμερα που είδαμε στις ΗΠΑ, σε καμιά περίπτωση δεν είναι και για πανηγυρισμούς: είναι απλώς καλύτερα από τα τραγικά νούμερα της μεγαλύτερης αποτυχίας στην ιστορία των ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων, της ΕΕ και ειδικότερα της Ευρωζώνης.

 

Για την κατάσταση της Ευρωζώνης: Το πλοίο των τρελών

Πράγματι, το ρεζίλι αυτό των ολοκληρώσεων, η Ευρωζώνη, σε όλο το διάστημα των τελευταίων χρόνων συνέχισε αδιάκοπα τον δύσκολο δρόμο της προς τα κάτω, με ηγέτιδα τη χώρα μας. Για την ακρίβεια είμαστε δυστυχώς μια περίπτωση χωρίς προηγούμενο στην ιστορία: ποτέ ξανά στο παρελθόν δεν υπήρξε κρίση που να κράτησε τόσο πολύ και να είχε τέτοιες καταστροφικές συνέπειες όσο η κρίση που βιώνει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η κρίση του 1929 είναι ακόμα και σήμερα το αρχέτυπο των κρίσεων. Τα αποτελέσματά της όμως ωχριούν μπροστά στα αποτελέσματα της τρέχουσας κρίσης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όσο περισσότερο καθυστερεί το τέλος της κατάστασης, τόσο πιο μακροχρόνιες θα είναι οι επιδράσεις της. Ακόμα και αν με έναν μαγικό τρόπο η κρίση τέλειωνε αύριο (σπόιλερ: δεν πρόκειται) και μια εποχή αφθονίας και καπιταλιστικής ανάπτυξης ξεκινούσε, και πάλι οι συνέπειες για μια νέα γενιά που θα μπει στην παραγωγή με καθυστέρηση οφειλόμενη σε παρατεταμένη ανεργία χρόνων, η απώλεια ικανοτήτων και οι χαμένες για το κοινωνικό σύνολο δεξιότητες που αυτή συνεπάγεται, θα είναι μια μακροπρόθεσμη σκοτεινή παρακαταθήκη για τον Ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό και το μέλλον του.

Εντούτοις το τελευταίο διάστημα είδαμε σημεία ζωής από την (λιγότερο από εμάς κατεστραμμένη) ΕΕ. Ο γενικός δείκτης βιομηχανικής παραγωγής ανέβηκε ελαφρά το τελευταίο διάστημα. Αλλά ειδικότερα η Ιταλία (ο πραγματικός μεγάλος ασθενής της ένωσης) και η Ισπανία «τσίμπησαν» λίγο. Το Ιταλικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0.3% το 2ο τρίμηνο του 2015 και η ανεργία έπεσε στο 12%, που παραμένει βέβαια ένα παράλογα υψηλό ποσοστό ανεργίας. Εδώ ήταν μια σπάνια περίπτωση που η «ποσοτική χαλάρωση», η πολιτική χρηματοδότησης τραπεζών από την ΕΚΤ, φαίνεται ότι βοήθησε. Η Ισπανία πάλι είχε μια ακόμα καλύτερη «ανάκαμψη», γεγονός που κόβει τα φτερά των Podemos για επιτυχία στις εκλογές του Νοέμβρη, αφού όπως λέει και ο Ραχόι, αυτό αποδεικνύει ότι η λιτότητα δουλεύει.

Εδώ υπάρχουν δύο μεθοδολογικές παρατηρήσεις που πρέπει να γίνουν. Η πρώτη είναι ότι, αντίθετα με τις κεϊνσιανές θεωρίες, που μεγάλο τμήμα της αριστεράς τις ενστερνίζεται, η λιτότητα, υπό προϋποθέσεις, όντως δουλεύει. Για την ακρίβεια σε συνθήκες όπως οι σημερινές, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για την αύξηση της κερδοφορίας από την σκληρή μείωση του εργατικού εισοδήματος, γεγονός που εξηγεί και την απόλυτη κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού διεθνώς: σε αυτή την συγκυρία, ο κεϊνσιανισμός δεν είναι λύση για το κεφάλαιο, άρα δεν υπάρχουν και κόμματα εξουσίας που να υποστηρίζουν κεϊνσιανές λύσεις. Ακόμα και ο Συριζα, στις πιο αριστερίστικες του στιγμές ποτέ δεν ξέπεσε σε πραγματικά κεϊνσιανές λύσεις: το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης για πολλά θα μπορούσε να το κατηγορήσει κανείς, όχι όμως για κεινσιανισμό...

Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι στην περίπτωση της Ισπανίας και γενικότερα του Ευρω-νότου, η λιτότητα... δεν θα δουλέψει, τουλάχιστον όχι όπως ισχυρίζονται οι ηγέτες μας ότι πρέπει να δουλέψει. Η χώρα μας είναι η απόδειξη: τα τελευταία τρίμηνα είχαμε κι εμείς ανάπτυξη. Όμως ποσοστά ανόδου του ΑΕΠ μικρότερα του 0.5%, δεν εξισορροπούν τις προηγούμενες απώλειες της τάξης του 25%, ώστε να υπάρξουν κάποια ψίχουλα για τους υποτελείς. Από την άλλη μεριά, οι αλλαγές που πρέπει να επιτευχθούν με τη συντριβή του εργατικού μισθού είναι αργές, χρειάζονται χρόνο της τάξης των αρκετών ετών. Στο μεταξύ μια σειρά από γεγονότα εμποδίζουν την πλήρη εκδίπλωση του προγράμματος της λιτότητας. Για παράδειγμα, με ανεργίες σταθερά υψηλές (αυτός είναι εξάλλου ο λόγος επιβολής λιτότητας, ο εφεδρικός στρατός ανεργίας), το πολιτικό επίπεδο αποσταθεροποιείται. Σε οικονομικό επίπεδο, η εκκαθάριση που προκαλείται στο κεφάλαιο αποσταθεροποιεί και τμήματα του άρχοντος μπλοκ, με απρόβλεπτες συνέπειες. Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολιτική αυτή είναι μη βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Πολύ περισσότερο δεδομένου ότι ο μόνος που μπορεί να επωφελείται διαρκώς, χωρίς απώλειες, από το κοινό νόμισμα και τη συνθήκη διαρκούς λιτότητας που αυτό πυροδοτεί είναι μόνο το Γερμανικό βιομηχανικό κεφάλαιο που βλέπει τα κέρδη του να αυξάνονται χωρίς το ίδιο να χρειάζεται να εκπληρώνει τον ιστορικό ρόλο του. Οι νέες επενδύσεις στη Γερμανία βρίσκονται σε χαμηλότατα επίπεδα, οι επενδύσεις σε έρευνα και τεχνολογία είναι χαμηλότερες από όλων των ανταγωνιστών της, οι υποδομές είναι απαρχαιωμένες, ενώ ταυτόχρονα τα κέρδη του δεν τα μοιράζεται (προφανώς!) με τις αστικές τάξεις των υπόλοιπων χωρών. Τα Γαλλικά, Ιταλικά κλπ κεφάλαια κάποια στιγμή θα αντιδράσουν, ζητώντας και αυτά μερίδιο από τα εύκολα αυτά κέρδη. Η αύξηση των ανταγωνισμών σε τέτοια περίπτωση δεν είναι δυνατόν να βρει κάποιον αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό. Όσο κι αν φωνάξουν (αν φωνάξουν...) Γάλλοι, Ιταλοί κλπ, το Γερμανικό κεφάλαιο και οι σύμμαχοί του (Αυστρία, Ολλανδία), δεν θα ενδώσει. Όχι γιατί δεν θέλει, αλλά επειδή δεν μπορεί. Τα ποσά που χρειάζονται να ανακυκλωθούν από την Γερμανία προς την υπόλοιπη Ευρωζώνη προκειμένου η τελευταία να μετατραπεί σε ομοσπονδία είναι αστρονομικά και υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητες του Γερμανικού κράτους. Καμιά χώρα (δηλαδή καμιά αστική τάξη) δεν μπορεί να δίνει αυτοβούλως το 10% του ΑΕΠ της για πολλά, πολλά χρόνια σε άλλες χώρες. Η Ιταλία, όπου ο βορράς το κάνει αυτό για τον νότο, ή η Ισπανία όπου η Καταλονία το κάνει για την υπόλοιπη χώρα, αντιμετωπίζουν προβλήματα. Και αυτές είναι εθνικά κράτη. Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να το κάνει η Γερμανία για τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ...

Επιπλέον, στην εξίσωση θα πρέπει να συμπεριληφθούν και οι υπόλοιπες αποτυχίες της ΕΕ, εκτός από την οικονομική. Η προσφυγική κρίση είναι το κυριότερο σημείο θραύσης. Το σύστημα Σένγκεν, το οποίο υποτίθεται θα κανονικοποιούσε τέτοιες ροές, έχει ήδη φτάσει στα όριά του. Και, όπως και οποιοσδήποτε άλλος ευρωπαϊκός θεσμός, είναι ανελαστικό στην αποτυχία του. Δεν υπάρχει κανένας πολιτικός μηχανισμός στα ευρωπαϊκά όργανα που να μπορεί να συμβιβάζει θεσμικά αστοχίες τέτοιου τύπου.

Έτσι είναι σαφές ότι οι πρόσφατες μικρές επιτυχίες της λιτότητας είναι μόνο παροδικές, δεν αρκούν για διαρκή ανάκαμψη και σχετικά γρήγορα θα ξαναγυρίσουν σε αρνητικά πρόσημα. Οι πιθανότητες είναι ότι η επερχόμενη κρίση θα φέρει διαλυτικά παλιρροϊκά κύματα στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

 

Υπάρχουν συμπεράσματα;

Η πολιτική δράση έχει χρονικούς περιορισμούς. Ο χρονισμός είναι το παν, η σωστή στιγμή. Και απ' ότι φαίνεται βαδίζουμε σε μια συγκυρία τόσο γρήγορα ευμετάβλητη που θα γίνει δύσκολη η επιλογή της στιγμής.

Οι ενδείξεις είναι ότι το τελευταίο διάστημα ίσως μπήκαμε στο τελευταίο στάδιο της κρίσης, όχι μόνο εδώ αλλά και διεθνώς. Είναι πιθανό επομένως να υπάρξουν μικρές αλλά σημαντικές για μας «διορθωτικές» κινήσεις στο ευρωπαϊκό, κινήσεις για τις οποίες θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και οι οποίες μικρά χρονικά παράθυρα ευκαιρίας θα αφήνουν.

Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι οι  διαρκείς διεθνείς «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» των τελευταίων χρόνων, μεταρρυθμίσεις που ειδικά στον αναπτυγμένο κόσμο επιταχύνθηκαν με την κρίση, έχουν ήδη φέρει σημαντικές μειώσεις στο εργατικό κόστος στον αναπτυγμένο κόσμο, ενώ έχει πλέον αρχίσει να αυξάνει το εργατικό κόστος στην Κίνα. Επιπλέον έχουν προχωρήσει οι εκκαθαρίσεις στην αγορά από τα λιγότερο ανταγωνιστικά κεφάλαια, έχουν δηλαδή κλείσει οι λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις, αφήνοντας χώρο στις πιο παραγωγικές να αναπτυχθούν. Τέλος είναι σαφές ότι είναι πλέον έτοιμες (ή σχεδόν έτοιμες) για να μπουν στην αγορά μια σειρά από σημαντικότατες τεχνολογικές καινοτομίες που θα ανατρέψουν τις υπάρχουσες ισορροπίες στις παραγωγικές δυνάμεις. Ρομποτική και τεχνητή νοημοσύνη, βιοτεχνολογίες, ενέργεια (φωτοβολταϊκά και αιολικά νέας γενιάς, εάν συνδυαστούν με ριζική αλλαγή στο επίπεδο της διανομής και με επέκταση του ηλεκτρικού αυτοκινήτου), νέες δυνατότητες κερδοφορίας από το φαινόμενο του θερμοκηπίου και την «καταπολέμησή» του, ιδιωτικοποίηση του διαστήματος κλπ, νέες τεχνολογίες υπάρχουν έτοιμες σε όλους αυτούς τους τομείς. Έχουν δηλαδή ήδη γίνει σημαντικά βήματα για την ανάκτηση της κερδοφορίας και επομένως του τέλους της κρίσης – με μια κρίσιμη διαφορά: ότι ακριβώς δεν έχει μειωθεί το χρέος. Αντίθετα όχι μόνο αυξήθηκε στο κέντρο, αλλά και στις αναδυόμενες χώρες ακόμα και στην Κίνα. Το αν είναι ή όχι διαχειρίσιμο από την τελευταία είναι μικρής σημασίας, μπροστά στο γεγονός ότι θα χρειαστούν τομές στις παραγωγικές σχέσεις προκειμένου αυτό να διαγραφεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Φαίνεται επομένως ότι θα πρέπει να αναμένουμε μια νέα ισχυρή όξυνση της κρίσης με αιτία την επιδείνωση του χρέους σε διεθνές επίπεδο μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια. Τα σημάδια της είναι ήδη εδώ: κατάρρευση στα κινέζικα χρηματιστήρια που σταματάει μόνο με την επέμβαση της κυβέρνησης, συνεχείς διακυμάνσεις στην τιμή του χρυσού και στα εμπορεύματα-καταφύγια των επενδυτών, κατάρρευση της διεθνούς φούσκας εμπορευμάτων λόγω φυγής των κερδοσκοπικών κεφαλαίων που είχαν επενδύσει σε αυτήν (και τα οποία θα προσπαθήσουν να κερδοφορήσουν σε άλλους τομείς φανταστικού κεφαλαίου, δημιουργώντας νέες φούσκες κοκ). Η ισχυροποίηση του δολαρίου και η κατάρρευση σχετικά με αυτό των νομισμάτων των αναδυομένων οικονομιών είναι επίσης ένας ισχυρός παράγοντας αστάθειας. Η αστάθεια αυτή έχει πια φτάσει στο πολιτικό επίπεδο του αναπτυγμένου κόσμου, όπως προαναγγέλει η εκλογή Κόρμπιν στην ηγεσία των εργατικών. Όχι επειδή τάχα οι εργατικοί κατόπιν τούτου θα γίνουν επαναστατικό κόμμα, αλλά γιατί γίνεται πλέον καθαρό ότι στην ίδια την καρδιά του κτήνους, την Βρετανία, οι μάζες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους σε ένα από τα πιο σταθερά κοινοβουλευτικά καθεστώτα του πλανήτη και μάλιστα σε μια στιγμή σχετικής σταθεροποίησης της Βρετανίας, ψηφίζοντας κάποιον που ανεξάρτητα από το τι μπορεί πραγματικά να κάνει, πάντως σίγουρα προβάλλει ένα αντισυστημικό προφίλ.

Μέχρι όμως ο κόμπος να φτάσει στο χτένι, μπορούμε να περιμένουμε ότι η σχετικά βραχυχρόνια αυτή περίοδος δεν θα έχει δραματικά χαρακτηριστικά, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για εμάς. Γιατί είναι πιθανό (όχι όμως σίγουρο), για το επόμενο σύντομο διάστημα στον πυρήνα της όποιας σύντομης σταθεροποίησης να βρεθεί η μήτρα της αστάθειας, η ΕΕ, μαζί πιθανόν με τις ΗΠΑ. Η ήττα και συνθηκολόγηση του Συριζα στην διαπραγμάτευση, μια σχετική κυκλική σταθεροποίηση των πιο κατεστραμμένων από τα μνημόνια οικονομιών (Ισπανία, Ιρλανδία) και η επίδραση της νομισματικής πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης μαζί με την εισροή κεφαλαίων από τις σε κρίση αναπτυσσόμενες οικονομίες μπορούν να δώσουν μιαν ανάσα στα Ευρωπαϊκά κεφάλαια, δυσκολεύοντας την Ελληνική θέση.

Μια ευρω-σταθεροποίηση θα δυσκολέψει φυσικά την πολιτική θέση όποιου θέλει να φύγει από την Ευρώπη, αφού για αυτό το διάστημα ίσως η Ευρωζώνη να φαντάζει όαση σταθερότητας. Αν γίνει κάτι τέτοιο πάντως, δεν θα κρατήσει για πολύ. Η όξυνση της κρίσης, όταν  εν τέλει έρθει, είναι σαφές ότι θα χτυπήσει με ιδιαίτερα έντονο τρόπο την Ευρωζώνη, με ή χωρίς τη χώρα μας στο εσωτερικό της. Και δεν πρόκειται να βγούμε από την κρίση αν δεν διαγραφεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το μεγάλο τμήμα του χρέους. Δική μας δουλειά είναι να κοιτάξουμε να το διαγράψουμε με δική μας πρωτοβουλία και προς το συμφέρον των λαϊκών τάξεων, γιατί όταν εν τέλει αναγκαστούν να το κάνουν οι κυρίαρχες τάξεις, προφανώς θα φορτώσουν τα βάρη της διαγραφής στις πλάτες αυτών που δεν ευθύνονται για αυτό.

Το παράθυρο ευκαιρίας θα ξανανοίξει στο άμεσο μέλλον, σε απρόβλεπτη τώρα στιγμή. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για αυτό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
21/11/2017 - 15:31

Χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς είναι η απώλεια της ουτοπίας ως μελλοντικής υπόσχεσης για μια καλύτερη ζωή.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.