ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Αδιέξοδα και αντιφάσεις του αριστερού Ευρωπαϊσμού

Αδιέξοδα και αντιφάσεις του αριστερού Ευρωπαϊσμού


Η σημερινή κρίση της ελληνικής οικονομίας έφερε στο σκόπευτρο της κριτικής κάτι που μέχρι πρότινος βρισκόταν, περίπου, στο απυρόβλητο: Την αναγκαιότητα συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΕ.Μέχρι τώρα για όλους τους πολιτικούς χώρους, με εξαίρεση το ΚΚΕ και την αντικαπιταλιστική Αριστερά, ήταν πιο πιθανό ο ήλιος κάποια μέρα να έβγαινε από τη Δύση παρά να αμφισβητούνταν το θετικό πρόσημο της ένταξης της χώρας στην ΕΕ. Δεν θα επιμέναμε στην ανάδειξη του θέματος, αν δεν αποτελούσε, κατά τη γνώμη μας, ένα πολύ σοβαρό κριτήριο για τη δυνατότητα επίτευξης ευρύτερων ανακατατάξεων στην Αριστερά αλλά και γενικότερα στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.

Επιμένουμε, λοιπόν, για δύο λόγους. Καταρχήν γιατί η πρόσδεση της χώρας στο άρμα της ΕΟΚ/ΕΕ επέβαλε με ιδιαίτερη ταχύτητα και βιαιότητα μια σειρά ριζικούς θεσμικούς μετασχηματισμούς προς όφελος του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας. Έπειτα, γιατί η εμμονική υποστήριξη της διαδικασίας της λεγόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από το χώρο της αριστερού ευρωπαϊσμού λειτούργησε ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για όλες τις αντιδραστικές πτυχές αυτού του εγχειρήματος.

Το πρόβλημα ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του ’70, όταν τα λεγόμενα ευρωκομμουνιστικά κόμματα υιοθετούν μια θετική στάση απέναντι στην τότε ΕΟΚ αντιμετωπίζοντάς την ως την εναλλακτική λύση απέναντι στην αντιπαράθεση ΗΠΑ-ΕΣΣΔ. Με τον τρόπο αυτό υποτιμούν όλα τα ταξικά-ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά που έχει η διαδικασία συγκρότησης της ΕΟΚ· το ότι αυτή δημιουργείται στη δεκαετία του ’50, με την ενθάρρυνση και των ΗΠΑ, έχοντας ως σκοπό αφενός το σχηματισμό ενός δυτικού αναχώματος απέναντι στη σοβιετική επέκταση και αφετέρου την παγίωση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στο χώρο της δυτικής Ευρώπης –όπου μόλις είχε ηττηθεί στον εμφύλιο το ΚΚΕ και υπήρχαν τα ισχυρά ΚΚ Γαλλίας και Ιταλίας. Το σχέδιο αυτό συνδυάστηκε με τις οικονομικές ενισχύσεις του αμερικανικού Σχεδίου Μάρσαλ –οι οποίες δίνονταν σε κάθε χώρα για την εξασφάλιση της συνέχισης της λειτουργίας της αγοράς– αλλά και με τη στρατιωτική ενσωμάτωση της Δύσης στους κόλπους της Ατλαντικής συμμαχίας. Σε δεύτερο χρόνο, κεντρική κατεύθυνση υπήρξε η ενίσχυση εκείνων των μερίδων του κεφαλαίου που επιθυμούσαν να διευρύνουν τις δραστηριότητές τους εκτός συνόρων με την προσδοκία πως τα υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητάς τους θα οδηγούσαν και σε υψηλότερους δείκτες κερδοφορίας.

Στην Ελλάδα ο αριστερός ευρωπαϊσμός ξεκινά με το αλήστου μνήμης ΚΚΕ Εσωτερικού, το οποίο στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70 προέκρινε το στόχο της «ένταξης της χώρας μας στην ΕΟΚ με τους πιο δυνατούς ευνοϊκούς όρους» στην κατεύθυνση της «μετατροπής της ΕΟΚ από Ευρώπη των μονοπωλίων σε Ευρώπη των Εργαζομένων» (Πρόγραμμα του ΚΚΕ εσ. του 1976). Και αυτό θεωρούνταν εφικτό δεδομένου πως «αν ερευνηθεί η δυναμική της πορείας της Κοινότητας από την ίδρυσή της ως σήμερα, θα φανεί η βαθμιαία μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων, η βαθμιαία κατάκτηση θέσεων στην κατεύθυνση της δημοκρατικής μεταλλαγής… Η ιδεολογία αυτής της –εργατικής και λαϊκής– ολοκλήρωσης μπορεί να κυριαρχήσει στο χώρο της Κοινοτικής Ευρώπης, και να εμπνεύσει τους λαούς της στο όραμα της ενιαίας φιλειρηνικής, δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Ευρώπης των εργαζομένων» (Λ. Κύρκος, 1978)

Κατά τη δεκαετία του ’80 στην αντίληψη της φιλοευρωπαϊκής Αριστεράς θα κυριαρχήσει η έμφαση σε πολιτικές συνοχής και επέκτασης του κράτους δικαίου. Ωστόσο, η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού, όπως αυτή εκδηλώθηκε με τις εκλογικές νίκες της Θάτσερ στην Αγγλία και του Κολ στη Γερμανία, θα βάλει οριστικά τέλος στις εν λόγω αυταπάτες.

Από τη δεκαετία του ’90 και μετά βασικό χαρακτηριστικό του αριστερού ευρωπαϊσμού είναι η βαθιά προσήλωσή του στην προτεραιότητα των ευρωπαϊκών θεσμών έναντι των αντίστοιχων εθνικών, στην εμβάθυνση των τάσεων ολοκλήρωσης. Η στρατηγική αυτή, που ακολουθεί την αποτυχία επέκτασης ενός φαντασιακού ευρωπαϊκού μοντέλου κοινωνικής πρόνοιας, εκφράζει είτε την προβολή μιας μυθικής ευρωπαϊκής (καπιταλιστικής) ανάπτυξης και (αστικής) δημοκρατίας είτε εκδοχές ενός είδους ποδηγετούμενου εκσυγχρονισμού με σκοπό τον εξευρωπαϊσμό των «καθυστερημένων μεσογειακών κοινωνιών» με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ελλάδα. Οι θέσεις του Πρώτου Συνεδρίου του Συνασπισμού εξέφραζαν αυτή την κατεύθυνση αποσκοπώντας στην «αποτροπή της ιστορικής παρακμής της Ελλάδας και την εξασφάλιση της δυνατότητας να παρακολουθήσει την πορεία προς την ΕΕ με ένα εναλλακτικό σχέδιο εθνικής ανόρθωσης και προοδευτικού εκσυγχρονισμού».

Φυσικά δεν πρόκειται για απλή αφέλεια, αλλά για σαφή ηγεμόνευση της Αριστεράς από τις ιδέες ενός αστικού κοσμοπολιτισμού και μιας αντίληψης πως μόνο μέσα από την ΕΕ είναι δυνατόν να υπάρξουν αξιόπιστες θεσμικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς να εξετάζεται προς όφελος τίνος αυτές θα πραγματοποιούνταν. Σε κάθε περίπτωση, ο αριστερός ευρωπαϊσμός αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμος στη διαδικασία της ενοποίησης, ακριβώς επειδή κατάφερε να καλύψει με έναν ιδεολογικό μανδύα τις αμιγώς τεχνοκρατικές πλευρές της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής. Οι δρακόντειοι οικονομικοί δείκτες παρουσιάζονταν από κοινού με τη ρητορεία περί δημοκρατικής «Ευρώπης των πολιτών», φυλετικής ανεκτικότητας και περιβαλλοντικής προστασίας.

Πολύ σύντομα η αποκάλυψη του τι σημαίνουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τα λαϊκά συμφέροντα θα οξύνουν τις αντιφάσεις του αριστερού ευρωπαϊσμού και θα δημιουργήσουν μιαν ατμόσφαιρα αμηχανίας. Οι δυνάμεις του αριστερού ευρωπαϊσμού θα αναγκαστούν να τροποποιήσουν την πολιτική τους όταν έκπληκτες θα ανακαλύψουν πως ό,τι οικοδομούνταν τόσα χρόνια κατάληξε να είναι ένα άτεγκτο νεοφιλελεύθερο κατασκεύασμα. Έτσι, θα αρθρωθεί μια ρητορεία που θα απορρίπτει πλευρές της τρέχουσας πολιτικής της ΕΕ και ενίοτε θα εκφράζει την απαίτηση αναθεώρησης πλευρών του θεσμικού πλαισίου της. Συμπύκνωση αυτής της τακτικής θα είναι το αίτημα μιας «άλλης» Συνθήκης για την Ένωση.[1]

Η αλληλουχία αυτή των αντιφάσεων και των αναγκαστικών τροποποιήσεων της πολιτικής γραμμής για την ΕΕ προκύπτει από το λανθασμένο τρόπο με τον οποίο εξαρχής αντιμετωπίστηκε το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ΕΕ δεν αποτελεί ένα ουδέτερο πεδίο και μια «φυσική» τάση, μια αντικειμενική και αναπόδραστη εξέλιξη. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα είναι η υλική συμπύκνωση μιας συγκεκριμένης ταξικής στρατηγικής και ένας μηχανισμός ενίσχυσης του αστικού εκσυγχρονισμού. Είναι η ίδια η αρχιτεκτονική της ΕΕ που καθιστά αδύνατη τη μετατροπή της σε κάτι διαφορετικό που θα χαρακτηρίζεται από διαδικασίες ευρείας αναδιανομής του εισοδήματος ή δομικές αναδιαρθρώσεις που θα εξαλείφουν τις περιφερειακές ανισότητες. Η πολιτική της ΕΕ έχει στο σκληρό πυρήνα της τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, πράγμα που δεν μπορεί να εξαλειφθεί. Αυτό μεταφράζεται αφενός στην άρση των μηχανισμών προστασίας των εθνικών οικονομιών προς όφελος των πιο ανταγωνιστικών μερίδων του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Αφετέρου στην προτεραιότητα της κοινοτικής νομοθεσίας έναντι των εθνικών δικαίων σε ζητήματα που σχετίζονται με την επιβολή των όρων του νεοφιλελευθερισμού (περιορισμός-εξάλειψη του κράτους πρόνοιας, ιδιωτικοποιήσεις, συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, λιτότητα, ανταγωνιστικότητα, ευελιξία, κρατικός αυταρχισμός, αντιμεταναστευτικές πολιτικές, αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης). Οτιδήποτε είχε κερδηθεί από την πάλη των λαών σε εθνικό επίπεδο τα τελευταία 70 χρόνια βρίσκεται σε διαδικασία εξάλειψης.[2]

Καταλαβαίνουμε ότι στο σημείο αυτό προκύπτει ένα καλοπροαίρετο ερώτημα: «Μα δεν υπάρχουν και ρυθμίσεις σε θετική κατεύθυνση που προήλθαν από τα όργανα της ΕΕ (π.χ. ισότητα των δύο φύλων, περιβαλλοντικοί κανονισμοί);». Εδώ η απάντηση είναι διττή: Από τη μία, κάθε τέτοιου είδους εξέλιξη συνοδεύεται από πολλαπλάσιο αριθμό αντιδραστικών νομοθετημάτων και από την άλλη, σε σύντομο χρονικό διάστημα οι όποιες αλλαγές ενσωματώνονται στην κυρίαρχη κατεύθυνση (πράσινος καπιταλισμός, εξίσωση των ορίων συνταξιοδότησης ανδρών-γυναικών προς τα πάνω κ.λπ.).

Γίνεται, λοιπόν, εμφανές γιατί δεν είναι δυνατό η ΕΕ του κεφαλαίου να μεταλλαχθεί σε ΕΕ των εργαζομένων. Μένει, ωστόσο, ένα ακόμα ζήτημα να διευκρινιστεί και αφορά μια «αριστερίζουσα» προσέγγιση των πραγμάτων: Έχει νόημα η έξοδος ενός εθνικού σχηματισμού από την ΕΕ όταν αυτή δε συνδυάζεται με μία σοσιαλιστική επαναστατική διαδικασία;[3] Αλλά ακόμα και αν η έξοδος με ταυτόχρονη σοσιαλιστική μετάβαση επιτευχθεί, μήπως θα είναι ένα εγχείρημα καταδικασμένο σε αποτυχία και θα πρέπει να υπάρξει επικέντρωση στην προσπάθεια δημιουργίας μιας σοσιαλιστικής Ευρώπης; Μάλιστα, προς επίρρωση τέτοιου είδους προβληματισμών, ορισμένοι από τους αριστερούς ευρωπαϊστές θεωρούν ότι αιτήματα όπως η έξοδος από το ευρώ, η παύση πληρωμών, ο έλεγχος των κεφαλαίων και οι εθνικοποιήσεις τραπεζών στερούνται διεθνιστικού προσανατολισμού και στην ουσία δεν αποτελούν παρά αστικοδημοκρατικά μέτρα.[4]

Η απάντηση είναι πως στην ουσία τίθενται δύο ζητήματα τα οποία διαπλέκονται. Το πρώτο είναι το κριτήριο με το οποίο χαρακτηρίζεται ένα αίτημα ως ενσωματώσιμο ή, σχηματικά πάντα, ριζοσπαστικό-αντικαπιταλιστικό. Η θέση μας είναι ότι σε κάθε ειδική συγκυρία, δηλαδή σε κάθε συγκυρία όπου τα διακυβεύματα μπορεί να έχουν εντελώς οριακές μορφές για τον συσχετισμό δύναμης στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού, δεν υπάρχει απλώς μια αντιπαράθεση αιτημάτων αλλά μια ιδιαίτερησυμπύκνωση της σύγκρουσης ταξικών στρατηγικών με ανοιχτό αποτέλεσμα. Διαφορετικά ειπωμένο: Η πάλη γύρω από ένα συγκεκριμένο αίτημα μπορεί να λειτουργήσει συγκροτητικά για τις κυριαρχούμενες τάξεις, να πάρει μια σημαντική δυναμική και να αποσταθεροποιήσει είτε μερικά είτε συνολικά την αστική ηγεμονία. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν πολλά στην Ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος: η υπόθεση Ντρέιφους στη Γαλλία, η διανομή της γης στους αγρότες και η ειρήνη στη Ρωσία κ.λπ. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάθε φορά ένα επίδικο πάνω στο οποίο αρθρώνεται η αστική στρατηγική στη συγκυρία. Ταυτόχρονα, οι αντιστάσεις πάνω σε αυτό και η επιβολή της δυναμικής των λαϊκών αγώνων είναι δυνατό να ανοίξουν το δρόμο για ευρύτερες αλλαγές. Κι αυτό, διότι γύρω από τα συγκεκριμένα επίδικα της ταξικής πάλης είναι δυνατό να συγκροτηθούν ευρύτερες λαϊκές συμμαχίες και οι τυχόν υλικές νίκες να οδηγήσουν σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση. Αντίθετα, η εμμονή στη διατύπωση καθαρόαιμων επαναστατικών στόχων δεν αποτελεί παρά μια εγκεφαλική σύλληψη και, όπως ανέφερε ο Λένιν, «όποιος περιμένει να δει μια καθαρή Επανάσταση δε θα ζήσει ποτέ για να τη δει».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, σήμερα, η προβολή των αιτημάτων για αποχώρηση από την ΟΝΕ και το ευρώ, για παύση πληρωμών, εθνικοποίηση των τραπεζών, ελέγχους στην κίνηση των κεφαλαίων και για ριζική αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ της εργασίας συμπυκνώνουν ένα πολιτικό πρόγραμμα πάλης για την αλλαγή των συσχετισμών. Εστιάζουν στον πυρήνα της στρατηγικής της ελληνικής αστικής τάξης, και ειδικότερα των πιο ανταγωνιστικών της μερίδων, που είναι η χρήση του ευρώ ως μηχανισμού αιώνιας λιτότητας για τους μισθωτούς αλλά και εκκαθάρισης των λιγότερων ανταγωνιστικών κεφαλαίων.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το θέμα του «εθνικού» προσανατολισμού στην αποδέσμευση από το ευρώ και την ΟΝΕ. Εδώ θα είμαστε σαφείς: Η πιο ορθή εκπλήρωση των διεθνιστικών καθηκόντων των κομμουνιστών είναι η ανάπτυξη της ταξικής πάλης πρώτα και κύρια στο εσωτερικό του δικού τους εθνικού σχηματισμού. Και αυτό, διότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αναπαράγεται πρώτα και κύρια σε εθνικό επίπεδο –αυτή ακριβώς είναι η λειτουργία του έθνους-κράτους–και στη συνέχεια αρθρώνεται στο διεθνές μέσω της συμμετοχής του εθνικού σχηματισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα είτε από ηγεμονικές είτε από υποτελείς θέσεις. Η απόσπαση ενός εθνικού κρίκου από το καθεστώς πειθάρχησης που έχει θέσει η διεθνής συμμαχία των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων δεν θα ανοίξει μόνο νέους ορίζοντες για τον εσωτερικό συσχετισμό δύναμης της «απείθαρχης» χώρας, αλλά θα δημιουργήσει αναταράξεις και αντιφάσεις σε διεθνές επίπεδο. Από εκεί και πέρα θα αρχίσει μια σημαντική μάχη για περαιτέρω αλλαγές στον εσωτερικό συσχετισμό δύναμης του εν λόγω σχηματισμού. Εδώ, εκτός από τη μεγάλη σημασία της λαϊκής εγρήγορσης και κινητοποίησης, σοβαρό ρόλο για την επιτυχία του εγχειρήματος θα έχει και μια σχεδιασμένη αξιοποίηση όλων των διεθνών ερεισμάτων που θα μπορούσαν να βρεθούν.

 

1. Η αμηχανία αυτή είναι έκδηλη στην τοποθέτηση που κάνει ο Παναγιώτης Λαφαζάνης στο πλαίσιο συζήτησης που διοργάνωσε το περιοδικό Διάπλους με θέμα Ευρωπαϊκή Ένωση και Ελλάδα: «Στο επίπεδο, λοιπόν, της Ευρώπης δεν μπορεί η Αριστερά να αναδιπλωθεί. Οφείλει να απαντήσει στο έδαφος αυτό, που διαμορφώνεται μια συμμαχία του κεφαλαίου. Να απαντήσει με μια συμμαχία εργαζομένων ενάντια στις επιδιώξεις του κεφαλαίου στο χώρο της ΕΕ. Γι’ αυτό εγώ δε βλέπω ότι η απάντηση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς σε κάθε χώρα της ΕΕ μπορεί να είναι απλά η απομάκρυνση από την ΕΕ.» Σε αντίστοιχο μήκος κλίματος και ο Δ. Στρατούλης: «Η δική μας αντίληψη είναι για μια ΕΕ η οποία κατευθύνεται στη στερέωση και ανάπτυξη της δημοκρατίας, τη λήψη των αποφάσεων, την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων των πολιτών και των νέων όπως είναι η ανεργία, η απασχόληση, η εργασιακή ανασφάλεια, το ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο, ο έλεγχος στη δράση των μεγάλων επιχειρήσεων, η αντιμετώπιση μιας παγκόσμιας οικονομίας “καζίνο”, η επίλυση των οικολογικών προβλημάτων, η προώθηση μιας πολιτικής ειρήνης, και η απομάκρυνση της ΕΕ από την επικυριαρχία των ΗΠΑ. Για μια τέτοια ΕΕ εμείς αγωνιζόμαστε».

2. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πως ακόμα και στο τρέχοντα χρόνο ο αριστερός ευρωπαϊσμός εξακολουθεί να κάνει έντονη την παρουσία του. Ο Β. Πεσμαζόγλου, π.χ., αναφέρει: «Η άποψη “στάση πληρωμών-έξοδος από την ΟΝΕ”, που πρεσβεύει πάγια το ΚΚΕ και εσχάτως ένα σεβαστό μέρος του ΣΥΡΙΖΑ, μας πηγαίνει σε έναν κόσμο φανταστικό. Ευκταίο για μερικούς (απομονωτικός “σοσιαλισμός σε μία χώρα”) αλλά, κατ’ ουσίαν, χαοτικό και επίφοβο… Ας είμαστε όμως πραγματιστές· ιδίως στις σημερινές συνθήκες διεθνούς ρευστότητας-αβεβαιότητας, η ΕΕ παραμένει για την Ελλάδα πολύτιμο οικονομικοπολιτικό αγκυροβόλιο».

3. Ο Λαφαζάνης στην ίδια συζήτηση αναφέρει «Βεβαίως, αν διαμορφώνονταν προϋποθέσεις μετάβασης στο σοσιαλισμό σε μια χώρα ή σε μια ομάδα χωρών της ΕΕ και προσέκρουαν στη δράση του κεφαλαίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα καταλάβαινα τότε να διεκδικηθεί απαγκίστρωση από την ΕΕ προκειμένου να ακολουθηθεί μια εναλλακτική στρατηγική προοπτική. Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει σήμερα.».

4. Για να είμαστε δίκαιοι δεν είναι μόνο ορισμένοι αριστεροί ευρωπαϊστές που θεωρούν πως στοιχεία ενός μεταβατικού προγράμματος αποτελούν προσχώρηση στο στρατόπεδο του αντιπάλου αλλά και μεγάλα τμήματα της αντιευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΚΕ, ΚΚΕ μ-λ, ΜΛ-ΚΚΕ, ΕΕΚ κ.ά.).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
21/11/2017 - 15:31

Χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς είναι η απώλεια της ουτοπίας ως μελλοντικής υπόσχεσης για μια καλύτερη ζωή.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.