ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Από το Σχέδιο Μάρσαλ στην Πλατεία Ταξίμ

Από το Σχέδιο Μάρσαλ στην Πλατεία Ταξίμ


Η δημιουργία της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923 έφερε το νεοσύστατο κράτος μπροστά σε μια σειρά προκλήσεις, με κυριότερη τον εκδυτικισμό της χώρας όπως επιθυμούσε ο «πατέρας» του τουρκικού έθνους, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.

Η πρόκληση ήταν αρκετά δύσκολη διότι, όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο Α. Χατζηστεφάνου στο βιβλίο του Τουρκία. Ανατολικά της Ε.Ε., «ο Ατατούρκ βρέθηκε στο πηδάλιο ενός κράτους που ήθελε να ακολουθήσει τα βήματα της αστικής δημοκρατίας αλλά μόλις είχε πετάξει την αστική τάξη στη θάλασσα». Χωρίς αστική τάξη λοιπόν, το ρόλο της έπαιξε για πολλά χρόνια ο στρατός, που στόχευε όχι μόνο στην προστασία των οικονομικών ελίτ αλλά και του εαυτού του, επιβάλλοντας στη χώρα το οικονομικό δόγμα που επιθυμούσαν οι Αμερικανοί σύμμαχοι και χρηματοδότες του Σχεδίου Μάρσαλ, από το οποίο «επωφελήθηκε» οικονομικά η χώρα. 

Όπως αναφέρει ο ακαδημαϊκός Τσαγλάρ Κεϊντέρ, κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου η αναπτυξιακή πολιτική της χώρας χαρακτηρίστηκε από κρατικό παρεμβατισμό και στηρίχτηκε πρωτίστως στον έλεγχο των εισαγωγών καθώς και στις ξένες επενδύσεις. Όπως μου ανέφερε ένας γνωστός Τούρκος ακτιβιστής: «Αν θέλεις να μελετήσεις τις κινητοποιήσεις μας (αναφέρεται σε κινήματα πόλης) θα πρέπει να πας πίσω. Εμείς αντιδρούμε σε μια σειρά πολιτικές οι οποίες έχουν εφαρμοστεί στη χώρα. Αυτές οι πολιτικές ξεκίνησαν εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια, όταν η Τουρκία αποφάσισε να δεχτεί οικονομική βοήθεια από της ΗΠΑ˙ ξέρεις το Σχέδιο Μάρσαλ». Η παραπάνω παρότρυνση ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική, διότι η έρευνα μου ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο η λεγόμενη αμερικανική βοήθεια δόθηκε στην Τουρκία.

Πριν από όλα θα πρέπει να σημειωθεί πως τα χρήματα που δόθηκαν στην Τουρκία, δόθηκαν υπό τον όρο της επίβλεψης από τους χορηγούς. Αυτό διευκόλυνε την κατεύθυνση των χρημάτων σε αναπτυξιακά έργα αρεστά στους τελευταίους. Όπως άλλωστε αναφερόταν σ’ ένα άρθρο του οικονομικού περιοδικού Kiplinger (1948) με τον τίτλο «How to do business under the Marshall Plan», «το Σχέδιο Μάρσαλ είναι πάνω απ’ όλα ένα business plan». Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε η «Τουρκική Διεύθυνση Αυτοκινητoδρόμων» υπό την επίβλεψη των ΗΠΑ, η οποία επιδόθηκε στην εντατική κατασκευή αυτοκινητοδρόμων και μεγάλων λεωφόρων μέσα στις πόλεις, ενώ την ίδια στιγμή η μέριμνα για μέσα μαζικής μεταφοράς ήταν ελάχιστη. Ήταν στη διάρκεια εκείνης της περιόδου που αποφασίστηκε η αναμόρφωση ολόκληρων περιοχών της Κωνσταντινούπολης, όπως για παράδειγμα η κατασκευή των γεφυρών του Βοσπόρου.

Με άλλα λόγια, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 η Τουρκία ακολούθησε ένα μοντέλο ανάπτυξης που χαρακτηρίστηκε από την κατασκευή έργων υποδομής τα οποία αναμόρφωσαν τελείως το αστικό τοπίο στην κατεύθυνση της διευκόλυνσης της διέλευσης οχημάτων και ιδιαίτερα ιδιωτικής χρήσης. Αργότερα, η τάση αυτή συνδυάστηκε με την ιδιωτικοποίηση δημόσιων χώρων και τη δημιουργία τεράστιων οικοδομικών συμπλεγμάτων. Όλα αυτά στο όνομα του κοσμικού χαρακτήρα του νεοσύστατου τουρκικού κράτους ή αλλιώς του κεμαλισμού, το δόγμα του οποίου αποτέλεσε τη νομιμοποιητική ιδεολογία για την οικονομική πολιτική της χώρας. «Η Τουρκία θα γίνει μικρή Αμερική» είχε πει ο μετέπειτα δολοφονημένος από τους πραξικοπηματίες τού 1960 Αντάν Μεντερές.

Το πραξικόπημα αυτό ήταν το πρώτο μιας σειράς στρατιωτικών πραξικοπημάτων στην ιστορία της χώρας τα οποία στόχευαν στην οικονομική σύγκλισή της με τη Δύση και κυρίως με τις Δυτικές οικονομίες (η προσπάθεια αυτή γίνεται ορατή και μέσα από την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ το 1946 και την υποψηφιότητά της στην τότε ΕΟΚ, το 1964, οπότε και έγινε συναιτερικό και όχι πλήρες μέλος). Στη διάρκεια του πραξικοπήματος του 1960 δημιουργήθηκε το νέο σύνταγμα της χώρας, το οποίο παραχώρησε κάποια εργασιακά δικαιώματα, όπως για παράδειγμα τη δημιουργία των πρώτων συνδικάτων στην ιστορία της χώρας, δίκασε και απαγχόνισε τον πρωθυπουργό Αντνάν Μεντερές και ενίσχυσε μια νέα βιομηχανική τάξη, η οποία χρησιμοποίησε το κράτος σαν μοχλό ανάπτυξης.

Στο μεταξύ, το κλίμα της εποχής είναι εξεγερσιακό (Μάης 1968). Μεγάλο τμήμα του τουρκικού λαού γοητεύεται από την αριστερή κουλτούρα, καθώς επίσης και από το ρεύμα του σοσιαλιστικού παναραβισμού που έχει δημιουργήσει ο Νάσερ στην Αίγυπτο. Αυτό ενοχλεί πολύ το τουρκικό κατεστημένο και τους Δυτικούς συμμάχους του με αποτέλεσμα την επιβολή του δεύτερου πραξικοπήματος, το οποίο ξεσπά το 1971 με στόχο την ανακοπή αυτής της αριστερής κουλτούρας. Κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος γίνονται μαζικές φυλακίσεις νέων ακτιβιστών, δολοφονίες και βασανιστήρια. Το 1974 έχουμε το σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνεργασίας ανάμεσα στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το κόμμα που είχε ιδρύσει ο Ατατούρκ, και το Κόμμα της Εθνικής Σωτηρίας (MSP) του ισλαμιστή Νετζμετίν Ερμπακάν.

Ωστόσο, η «δημοκρατική» περίοδος δεν κρατάει πολύ και στις 18 Σεπτεμβρίου 1980 έχουμε το πιο σκληρό και αιματηρό στρατιωτικό πραξικόπημα στην ιστορία της χώρας. Κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος αυτού, εκατοντάδες χιλιάδες άτομα φυλακίζονται και απαγχονίζονται, ενώ όλοι οι ηγέτες των πολιτικών κομμάτων φυλακίζονται ή τους απαγορεύεται η ενασχόλησή τους με τα κοινά. Νέα πολιτικά κόμματα σχηματίζονται την ίδια στιγμή που περισσότερες από τις μισές (20.000) Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις κλείνουν, ενώ όποια συνδικάτα παρέμεναν ανοιχτά αποπολιτικοποιούνται τελείως.

Ανενόχλητο πλέον το καθεστώς ξεκινά την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου δόγματος της διαβόητης Σχολής του Σικάγου στην Τουρκία. Μαζί μ’ αυτό όμως ξεκινά και η άνοδος του πολιτικού Ισλάμ στην πολιτική σκηνή, καθότι η νεοφιλελεύθερη αυτή πολιτική δημιουργεί μια νέα αστική τάξη, τη λεγόμενη μπουρζουαζία της Ανατολίας, η οποία και θα στηρίξει την άνοδο στην κυβέρνηση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης», δηλαδή του ΑΚΡ. Την ανακοπή της ανόδου του πολιτικού Ισλάμ στην πολιτική ζωή της χώρας προσπάθησε το λεγόμενο μεταμοντέρνο ή βελούδινο πραξικόπημα του 1997, κάτι που ωστόσο δεν κατάφερε να κάνει. Οι λεγόμενοι ισλαμιστές πολιτικοί είχαν αποκτήσει και βάση αλλά και κεφαλαιοκράτες υποστηρικτές. Η εκλογική τους ηγεμονία ξεκίνησε στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1994 και συνεχίστηκε μέχρι την ανάληψη της κυβέρνησης από το AKP το 2002 την οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα ύστερα από τρεις εκλογικές αναμετρήσεις.

Οι εκλογικές επιτυχίες του κυβερνώντος κόμματος έχουν πολλές και βαθύτατες αιτίες. Μία από αυτές είναι η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων απέναντι στο κεμαλικό κατεστημένο και τον αυταρχισμό με τα οποίο έχει συνδεθεί. Η άλλη αιτία είναι η υποστήριξη που έχει το AKP από τη νέα αστική τάξη την οποία δημιούργησε το νεοφιλελεύθερο δόγμα της χούντας του Εβρέν. Το δόγμα αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια σειρά ιδιωτικοποιήσεις και εξατομικευμένες υπηρεσίες στο όνομα της «ελεύθερης» οικονομίας και της «ανταγωνιστικότητας». Το κράτος αποσύρθηκε από την παροχή δημόσιων υπηρεσιών, οι οποίες πέρασαν τα χέρια ιδιωτών, όπως για παράδειγμα τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Όπως μου ανέφερε ένα άλλος ακτιβιστής: «Όλες οι μέχρι τώρα κυβερνήσεις, είτε κεμαλικές είτε ισλαμικές, αλλάζουν την πόλη ανάλογα με τις ανάγκες που δημιουργούνται από τη χρήση ιδιωτικών οχημάτων, ενώ θα έπρεπε να έχει συμβεί το αντίθετο».

Με άλλα λόγια, αυτό που μου υπέδειξε είναι ότι τόσο ο στρατός όσο και το πολιτικό Ισλάμ έχουν λειτουργήσει και συνεχίζουν να λειτουργούν ως προστάτες των τουρκικών οικονομικών ελίτ. Η κρίση των αρχών της δεκαετίας του 2000 λειτούργησε σαν άλλοθι για τη συνέχιση της εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου δόγματος και το ξέσπασμα του «τουρκικού οικονομικού θαύματος» που αφορά τους δείκτες οικονομικής ανάπτυξης. Χαρακτηριστικό της ανάπτυξης είναι η κατασκευή μεγάλων έργων υποδομής, όπως για παράδειγμα υδροηλεκτρικών φραγμάτων και εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας, αλλά και η μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα που συνίσταται στην εντατικοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων δημόσιων χώρων, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Πάρκου Γκεζί.

Όλα αυτά τα χρόνια, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, υπάρχουν πολλές αντιδράσεις απο την πλευρά των πολιτών σχετικά με τα έργα υποδομής. Όπως φαίνεται και από τις αφηγήσεις των ακτιβιστών, οι αντιδράσεις αυτές κάθε άλλο παρά «Μακριά από Μένα» (NIMBY) κινητοποιήσεις μπορούν να χαρακτηριστούν. Πρόκειται για έντονα πολιτικοποιημένες αντιδράσεις, οι οποίες θέτουν σε ευθεία αμφισβήτηση όχι τα έργα υποδομής αυτά καθαυτά, ούτε την καταστροφή του περιβάλλοντος ξεκομμένη από το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, αλλά το ίδιο το πολιτικό και πολιτειακό πλαίσιο της λήψης των αποφάσεων για την κατασκευή αυτών των έργων.

Το ίδιο συμβαίνει αυτή τη στιγμή και με την εξέγερση που έχει ως αφορμή την καταστροφή του Πάρκου Γκεζί. Σύμφωνα με απόφαση της κυβέρνησης, το πάρκο επρόκειτο να καταστραφεί και να δώσει τη θέση του σε ένα πολυτελές σύμπλεγμα εμπορικού κέντρου, εκθεσιακών και άλλων προσβάσιμων υπό όρους χώρων. Εδώ και δύο χρόνια έχει δημιουργηθεί μια πρωτοβουλία πολιτών η οποία διαφωνεί με την εν λόγω απόφαση, με αποκορύφωμα τις διαδηλώσεις εξαιτίας του ξεριζώματος μερικών δέντρων από το πάρκο. Είναι προφανές ότι όλες αυτές οι διαδηλώσεις δεν έγιναν λόγω αυτών των δέντρων. Το κόψιμο των δέντρων ήταν η αφορμή για να ξεχειλίσει ένα ποτήρι που γέμιζε εδώ και δεκαετίες. Αυτό που συμβαίνει στην Τουρκία τις τελευταίες μέρες είναι η επιτέλεση της συσωρρευμένης οργής των Τούρκων για όσα, χρόνια τώρα, γίνονται «γι’ αυτούς χωρίς αυτούς».

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ολοένα και μεγαλύτερη ενσωμάτωση της χώρας στον παγκόσμιο καπιταλισμό και την εξάρτηση ολοένα και μεγαλύτερων στρωμάτων της κοινωνίας από αυτόν μέσω του δανεισμού, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα οργής, αγανάκτησης και ταυτόχρονα αλληλεγγύης και ιδιαίτερα πλούσιων και εφευρετικών ρεπερτορίων δράσης. Το χτύπημα των κουζινικών σκευών και το «στάσου ακίνητος», για παράδειγμα, φανερώνει ότι η βάρβαρη καταστολή δεν είναι ικανή να σταματήσει το εξεγερσιακό αυτό κύμα. Διότι οι αιτίες δεν είναι σημερινές και είναι πολλές.

Όπως ο κοινωνικός ανθρωπολόγος Paul Durrenberger σημειώνει, «τα κράτη, στην προσπάθειά τους να υπηρετήσουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου, είναι πλέον ανίκανα να υπηρετήσουν τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των πολιτών, προστατεύοντας το περιβάλλον ή εξασφαλίζοντάς τους οικονομική ευημερία. Σε χώρες με δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις αυτή η αδυναμία οδηγεί σε συγκρούσεις ανάμεσα στα συμφέροντα του λαού και τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Την έκφραση αυτής ακριβώς της σύγκρουσης βλέπουμε όταν πολλοί σε αριθμό άνθρωποι διαδηλώνουν έξω από συνόδους κορυφής, για παράδειγμα. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε αυτά τα κινήματα και τις εκφράσεις τους, είτε πρόκειται για απλές διαδηλώσεις είτε για επιθέσεις αυτοκτονίας, θα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε το σύστημα που τις γεννά».

Αυτό ακριβώς θα πρέπει κάποιος να εξετάσει έτσι ώστε να κατανοήσει τη δυναμική που η τουρκική εξέγερση έχει πάρει. Δεν είναι τυχαίο πως κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων των τελευταίων ημερών οι τράπεζες έχουν υπάρξει στόχος των διαδηλωτών είτε με φυσικό τρόπο λεκτικός είτε λεκτικά. Με αυτόν τον τρόπο οι Τούρκοι εξεγερμένοι δηλώνουν την αντίδρασή τους στο καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο μετατρέπει τον κόπο τους σε τραπεζικά κέρδη, περιορίζει το δικαίωμά τους στην πόλη ολοένα και περισσότερο, καταστρέφει το περιβάλλον στο βωμό τις ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας, και περιορίζει τις ελευθερίες τους είτε στο όνομα του κεμαλισμού είτε στο όνομα ενός νεοφιλελεύθερου συντηρητισμού ενδεδυμένου με θρησκευτική νομιμοποίηση.

Κλείνω με τα λόγια μιας φοιτήτριάς μου, τα οποία συνοψίζουν με τον πιο εύστοχο τρόπο τη συνέχεια και τη συγγένεια των δύο κυρίαρχων πολιτικών αντιπάλων και τον ιδεολογικό τους φερετζέ: «Έχω βαρεθεί να βλέπω τις γυναίκες σ’ αυτή τη χώρα να φοβούνται ότι η μία κυβέρνηση θα τους βγάλει το μαντήλι και η άλλη θα τους το βάλει».

(Η Αιμιλία Βουλβούλη είναι επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Fatih)

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
23/06/2017 - 19:29

Οι G400 συζητάμε & ακούμε Blues με την Eliana “One woman blues band»

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
21/06/2017 - 10:38

Ο περιορισμός της μόνιμης απασχόλησης εντασσόταν σε μια συνολική ταξική στρατηγική για την τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης σε βάρος της εργασίας

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ|
14/06/2017 - 08:05

Όταν ήρθε η κρίση, ο διεθνής εφοπλισμός βρέθηκε με πολλά, τεράστια και ακριβά καράβια που δεν είχε τι να τα κάνει, δεδομένης της μείωσης των εμπορικών ροών.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
13/06/2017 - 09:02

Οι διώξεις των μαθητών στο Ρέθυμνο είναι διώξεις απέναντι συνολικά σε όσους αγωνίζονται για τη δημόσια και δωρεάν παιδεία.