ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Επιχειρείν με ημερομηνία λήξης: Tο παράδειγμα των startups


Η έκρηξη του αριθμού των startups παγκοσμίως είναι γεγονός, έκρηξη η οποία με τη χαρακτηριστική διαφορά φάσης παρατηρείται και στην Ελλάδα. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα φαινόμενο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και χρήζει μελέτης. Αρχικά χρειάζεται να διασαφηνιστεί τι είναι μια startup ή νεοφυής επιχείρηση. Πρόκειται για εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τεχνολογικό τομέα, με μικρό αρχικό κεφάλαιο, μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης/επεκτασιμότητας και μεγάλο επενδυτικό ρίσκο. Οι εταιρείες αυτές διακρίνονται από μια τυπική νεοϊδρυθείσα επιχείρηση ποιοτικά, σε επίπεδο δομής, λειτουργίας, πυρήνα λογικής, αλλά και ποσοτικά, σε επίπεδο δυνατοτήτων ανάπτυξης. 

Η κάλυψη ενός κενού στην αγορά μ’ ένα καινοτόμο προϊόν ή υπηρεσία είναι ο πυρήνας της λογικής μιας startup. Ξεκινώντας η εταιρεία, αφού βρει την αρχική ιδέα για το προϊόν, χρειάζεται να διερευνήσει τη δυνατότητα σχεδιασμού και υλοποίησή της, τη δυνατότητα απορρόφησης του προϊόντος από την αγορά αλλά και να διασφαλίσει κατάλληλους «συνιδρυτές», οι οποίοι θα πλαισιώσουν την εταιρεία με κατάλληλες ικανότητες και know-how ή ακόμα και οικονομικούς πόρους ικανούς να καλύψουν τις ανάγκες του εγχειρήματος. Στη συνέχεια η επιχείρηση, εφόσον έχει διεξαγάγει έρευνα γύρω από την κάλυψη της ανάγκης της αγοράς, τις δυνατότητες επέκτασης/αναβάθμισης του προϊόντος ή της υπηρεσίας και ενδεχομένως έχει κατοχυρώσει και πατέντα, προχωράει στον σχεδιασμό συγκεκριμένου business plan με στόχο την παρουσίασή του σε κάποια εταιρεία κεφαλαίων επιχειρηματικής συμμετοχής (venture fund) που ίσως να επενδύσει στην ιδέα ή να εξαγοράσει τη startup – η εξαγορά άλλωστε αποτελεί και τον απώτερο και τελικό στρατηγικό στόχο μιας startup. Εναλλακτικά, μια πρώτη οικονομική «ανάσα» για την επιχείρηση παρέχει είτε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης, είτε καλύπτεται μέσω crowdfunding (π.χ. Kickstarter), είτε ακόμα και μέσω άλλων πηγών (mentors, angels κ.λπ.), κατά βάση οικονομικά εύρωστων ιδιωτών που πείθονται για την ακεραιότητα του εγχειρήματος. Πάντως κάτι τέτοιο δεν διαφοροποιεί τον τελικό στόχο, που είναι η πώληση της επιχείρησης σε μια μεγαλύτερη εταιρεία ή το προαναφερθέν μοντέλο επενδυτικών εταιρειών. 

Είναι σημαντικό να διασαφηνιστεί ότι οι εταιρείες κεφαλαίων επιχειρηματικής συμμετοχής μπορεί να έχουν διαφορετική στρατηγική στην επένδυση σε μια startup. Ορισμένες εξετάζουν πρωτίστως τη σχέση επένδυσης/πιθανής απόδοσης, άλλες εστιάζουν στο business plan που τους παρουσιάζεται, κάποιες στην καινοτομία του προϊόντος. Ταυτόχρονα η επένδυση γίνεται σε διακριτά στάδια, τόσο για να περιορίσει την τελική ζημιά σε περίπτωση αδιεξόδου όσο και για να χειραγωγήσει και να ελέγξει τη λειτουργία της startup.

Στάδιο πρώτο: Επένδυση σποράς. Δίνεται ένα αρχικό μικρό κεφάλαιο για την έρευνα πάνω στο προϊόν, κατά βάση για τη διευκρίνιση αν αξίζει περαιτέρω χρηματοδότηση.

Στάδιο δεύτερο: Κεφάλαιο εκκίνησης. Εντάσσονται επιχειρήσεις που λειτουργούν πρακτικά διάστημα κάτω του ενός χρόνου. Η επιχείρηση αναπτύσσει περισσότερο το προϊόν, διερευνά την αγορά και το business plan της.

Στάδιο τρίτο: Πρόωρη ανάπτυξη. Εντάσσονται όσες καταφέρνουν να παράγουν ένα προϊόν βιώσιμο οικονομικά και τα χρήματα δίνονται στην παραγωγή και την προώθησή του. 

Στάδιο τέταρτο: Ανάπτυξη. Ενώ πραγματοποιούνται πωλήσεις, η εταιρεία χρειάζεται «ανάσες» ρευστότητας.

Στάδιο πέμπτο. Η εταιρεία έχει φτάσει στο σημείο ισορροπίας ισοζυγίου και αφού έχει κατοχυρωθεί η βιωσιμότητά της χρειάζεται κεφάλαια ανάπτυξης.

Στάδιο έκτο. Χρηματοδότηση «γέφυρα». Όσες έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν τα προηγούμενα, μέσω του βήματος αυτού χρηματοδοτούν τη σταδιακή είσοδό τους στην χρηματιστηριακή αγορά. 

Τα παραπάνω με αριθμούς: 

• 9 στις 10 νεοφυείς επιχειρήσεις θεωρούνται αποτυχίες είτε γιατί το προϊόν που σχεδιάζουν δεν είναι και τόσο «καινοτόμο» τελικά, είτε γιατί δεν υπάρχει πραγματική αγορά, είτε γιατί δεν βρίσκουν χρηματοδότηση ποτέ. 

• Οι επενδυτικές εταιρείες συνήθως επενδύουν σε 1 ανά 200 νεοφυείς επιχειρήσεις, αναμένοντας τελικά 1 ή 2 στις 10 να έχουν κάποια επιτυχία στην αγορά σε επίπεδο ανάπτυξης ή να καταφέρουν μέσω εξαγοράς τους να αποσβέσουν το αρχικό κεφάλαιο. Το 70% των επιχειρήσεων που μπαίνουν στο πρώτο στάδιο χρηματοδότησης αποτυγχάνουν.

• Η τελική πιθανότητα επιτυχίας με βάση όλα τα παραπάνω για την έστω και μικρή περίπτωση εξαγοράς της startup διαμορφώνεται στο 0,0125%. 

Υπό διαφορετική οπτική, πρέπει να εξεταστούν και τα «καινά δαιμόνια» που κατά κάποιον τρόπο εισάγονται και κανονικοποιούνται μέσω της ανάπτυξης του μοντέλου των νεοφυών επιχειρήσεων. Πιο συγκεκριμένα, η επίδραση της ραγδαίας αναπαραγωγής του φαινομένου των startups έχει συγκεκριμένες προεκτάσεις σε οικονομικό, ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο με σαφή διαπλοκή. Από τη μια πλευρά, είναι σαφές σχέδιο εξεύρεσης νέου παραγωγικού υποδείγματος μέσω της καινοτομίας και άρα μιας θετική επενδυτικής διεξόδου για στάσιμα κεφάλαια που όμως μετακυλύει το επενδυτικό ρίσκο στον κάτοχο της επιχείρησης, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιεί υψηλής κατάρτισης νεανικό εργατικό δυναμικό. Είναι όμως τελικά μια βίαιη εκ νέου αναδιανομή του πλούτου προς τα πάνω, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια.

Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας είναι πραγματικότητα μόνο σε τομείς κερδοφόρους. Αυτό σημαίνει όμως τη διαφοροποίηση του προσανατολισμού της εφαρμοσμένης επιστήμης στο μαζικό και εμπορικό αντί του πραγματικού προχωρήματος. Λείπει δηλαδή το νέο υπόδειγμα που θα διαφοροποιήσει ριζικά την παρούσα κατάσταση. Αυτό οδηγεί σ’ ένα πραγματικό οξύμωρο, παρόμοιο με το παράδοξο της γάτας του Σραίντιγκερ: Ενώ γενικά η τεχνολογία έχει κάνει άλματα, η πραγματική καινοτομία σε νέους τομείς της τεχνολογίας είναι στάσιμη και κατά βάση προσανατολίζεται στην άμεση εμπορική απορροφητικότητα. Για παράδειγμα, ενώ είναι προδιαγεγραμμένο το αδιέξοδο ολοκλήρωσης των chip στα 12 nm –ίσως λίγο λιγότερα–, για το μόνο υλικό που χρησιμοποιείται, το πυρίτιο, δεν έχει υπάρξει πραγματική τομή και η ερεύνα πάνω σε αυτό είναι σαφώς μικρότερη από την έρευνα για την αγορά των wearables. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τεχνολογικός τομέας έχει καταληφθεί από μαρκετίστες με κάπως απλοϊκό τρόπο. Αυτήν ακριβώς την αντίθεση εντείνει κι ο προσανατολισμός του κεφαλαίου στην παρούσα φάση, τέτοιες καινοτομίες αναζητεί, με βασικά χαρακτηριστικά το μικρό κόστος επένδυσης και παραγωγής, το χαμηλό ρίσκο και το υψηλό περιθώριο κέρδους, πράγμα που επιτυγχάνει και με τη βοήθεια της καλλιέργειας μιας συγκεκριμένης καταναλωτικής συμπεριφοράς. 

Σχηματικά, το κεφάλαιο προσπαθεί να επενδύσει στην τεχνολογία σχεδόν ληστρικά, σχεδιάζοντας βραχυπρόθεσμα, χωρίς μεγάλα ρίσκα. Έτσι οι startups είναι μια μέθοδος να απεμπλακεί από το μεγάλο κόστος μιας κανονικής επιχείρησης, με κανονικά ερευνητικά τμήματα, με μεγάλα οικονομικά ανοίγματα και κανονικές εργασιακές σχέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, σχηματίζονται επενδυτικά funds που διερευνούν νέες ιδέες και ρίχνουν το κόστος της αρχικής επένδυσης στον ιδιοκτήτη της επιχείρησης, ο οποίος κομίζει την αποκλειστική ευθύνη της αποτυχίας της ιδέας του, αλλά μοιράζεται το κέρδος της επιτυχίας με τα «αρπακτικά». Την ίδια στιγμή, διατηρείται απόλυτος έλεγχος επί του τελικού αποτελέσματος της δουλειάς του, μέσω της τμηματικής και ανταποδοτικής χρηματοδότησης. Όταν θεωρούν ότι ξεστρατίζει από τον αρχικό στόχο της άμεσης κερδοφορίας, η εταιρεία μπορεί ακόμα και να διακόψει ελεγχόμενα τη λειτουργία της για να μετριάσει την απώλεια ή, στην καλύτερη περίπτωση, να συνετίσει τη startup με τον περιορισμό της χρηματοδότησης. 

Δεν είναι όμως αμελητέο και το ενδεχόμενο μιας βίαιης εξαγοράς της startup από μεγάλες επιχειρήσεις-κολοσσούς που δραστηριοποιούνται σε παρεμφερείς τομείς ή διαθέτουν παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες για να επανακατοχυρώσουν μονοπωλιακή θέση στην αγορά. Εξίσου πιθανή είναι και η περίπτωση της εξαγοράς, που όμως κατά βάση γίνεται για να αποκτηθεί το χαρτοφυλάκιο πατεντών της επιχείρησης ή, εναλλακτικά, για να αποσυρθεί από την αγορά και να αποσοβήσει τον κίνδυνο κυκλοφορίας ενός ανταγωνιστικού προϊόντος ή ακόμα και για να ενσωματωθεί μελλοντικά σε κάποιο νέο πλάνο της επιχείρησης. Κάτι τέτοιο παρατηρείται βέβαια όχι μόνο στις startup αλλά και στις ακριβότερες εξαγορές τεχνολογικών εταιρειών όπως π.χ. η εξαγορά της ΙΒΜ από την κινεζική Lenovo ή την εξαγορά της Motorola από την Google ή την εξαγορά της Nokia από τη Microsoft. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι το 75% των εσόδων τεχνολογικών επιχειρήσεων στις ΗΠΑ για το 2017 προέρχεται από τη διαχείριση πατεντών τους και όχι από την άμεση παραγωγή τεχνολογικού προϊόντος που παρήγαγαν οι ίδιες εξ ολοκλήρου. Από την άλλη είναι και σχέδιο εμπέδωσης της αναδιάρθρωσης παραγωγικών σχέσεων και εργασιακής περιπλάνησης. Αυτό είναι που τελικά ορίζει και τις νεοφυείς επιχειρήσεις ως ένα νέο εργασιακό υπόδειγμα. 

Οι startups καλούνται εξ ορισμού να παίξουν βρόμικα. Είναι γεγονός ότι ιδιαίτερα οι πιο επιτυχημένες πιέζουν τις εταιρείες που υπάγονται σε συγκεκριμένο, κανονικό νομικό πλαίσιο απορρυθμίζοντας έτσι την αγορά. Αυτό παρατηρείται κυρίως σε όσες δραστηριοποιούνται στον τομέα παροχής υπηρεσιών, χαρακτηριστικότερο το παράδειγμα της Uber, που ενώ δεν έχει στην κατοχή της ούτε ένα ταξί, αποτελεί εταιρεία παροχής υπηρεσιών μεταφοράς. Έτσι, έμμεσα απελευθερώνει την αγορά των ταξί. Οι ίδιοι οι επενδυτές παρακινούν πολλές φορές τις startups να παίρνουν τέτοιες στρατηγικές επιλογές, άμεσα συνδεδεμένες με την πιο σκληρή αναρχονεοφιλελεύθερη λογική για την αγορά. Κατά βάση δηλαδή προωθούν το χαρτοφυλάκιο των συμφερόντων τους και εκ των πραγμάτων νομοθετούν άνευ νομοθεσίας με πολιορκητικό κριό τις ίδιες τις startup. 

Ύστερα οι ίδιες οι startup στο εσωτερικό τους αποτελούν το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός για τις εργασιακές σχέσεις, καταφέρνοντας να συνδυάσουν τον τογιοτισμό, την πλήρη απεμπόληση οποιασδήποτε κανονικής σχέσης απασχόλησης για τον εργαζόμενο αλλά και τη χρήση του μοντέλου «παιδική χαρά» για τον εργασιακό χώρο, που βέβαια ισχύει μόνο κατ’ εικόνα. 

Ο νέος «επιχειρηματίας», μην έχοντας οποιαδήποτε εμπειρία διεύθυνσης μιας πραγματικής επιχείρησης και πολλές φορές υπό την καθοδήγηση των επενδυτών του, προσλαμβάνει εργαζόμενους, συχνά με κριτήρια που θεσπίζει η ίδια η κυρίαρχη ιδεολογία –ηλικιακή ομάδα 25-30, απόφοιτοι ΑΕΙ, λευκοί άντρες κ.λπ.–, κατά βάση όμοιους με τον «ιδιοκτήτη», διαμορφώνοντας στο εσωτερικό της εταιρείας μια συγκεκριμένη υποκουλτούρα, με παρόμοιο τρόπο που το κάνει μια θρησκευτική αίρεση ή μια πανεπιστημιακή αδελφότητα. Εντείνεται δε στη συνθήκη του playground workspace, όπου ο εργαζόμενος ψυχαναγκαστικά καλείται να «είναι χαρούμενος», στο πλαίσιο της αυθυποβολής της «ομαδικότητας» και της «χημείας» μεταξύ συνεργατών.

Ο εργαζόμενος αισθάνεται πολλαπλά δεσμευμένος στην επιτυχία του εγχειρήματος της startup. Τόσο γιατί επιβάλλεται έμμεσα, μέσω του κοινωνικού περιβάλλοντος που διαμορφώνεται στο εσωτερικό της, όσο και από την άμεση σύνδεση του βιοπορισμού του με την επιτυχία της εταιρείας. Γιατί εδώ πρέπει να αναδειχτεί και το ζήτημα της εργασιακής σχέσης του εργαζόμενου με την επιχείρηση. Πολλοί εργαζόμενοι σε νεοφυείς επιχειρήσεις, ειδικά στα πρώτα τους βήματα, αμείβονται ελάχιστα ή καθόλου, λαμβάνοντας αντ’ αυτού υποσχέσεις και προφορικές δεσμεύσεις για μελλοντική μερίδα μετοχών. Έτσι ο εργαζόμενος γίνεται κι αυτός «επενδυτής», «co-founder», «entrepreneur». Ακόμα και για επιχειρήσεις σε καλύτερη θέση από τα πρώτα αβέβαια βήματα παρατηρείται μια ρευστοποίηση της έννοιας της απασχόλησης, που χωρίς μια κανονικοποίηση εν είδει σύμβασης εργασίας αποτελεί περισσότερο προφορική συμφωνία περιστασιακής απασχόλησης χωρίς δεσμεύσεις, μια «εργασιακή ανοιχτή σχέση».

Στον εργαζόμενο δε γίνεται εξαρχής κατανοητό ότι η εργασία σε μια startup δεν αποτελεί σταδιοδρομία ζωής, αλλά μάλλον προθάλαμο για μελλοντική δουλειά, λες και η εταιρεία ανήκει περισσότερο στη σφαίρα της αναπαραγωγής και όχι της παραγωγής. Εξάλλου πολλές φορές η επιτυχία ή η αποτυχία των στόχων που θέτει η εταιρεία κρίνουν το αν θα πληρωθεί κανονικά ή όχι, αν θα διατηρήσει την εργασία του ή αν θα εξαφανιστεί με την ίδια ευκολία που εμφανίστηκε η startup στην οποία εργάζεται.

Διδακτική εμπειρία αποτελεί κι η μήνυση εργαζόμενου της Uber που επιθυμούσε την κανονική του πρόσληψη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο ασφαλιστικής κάλυψης, παροχών, αδειών κ.λπ. Η εταιρεία αντέδρασε και το ζήτημα κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό 100 εκατ. δολαρίων υπέρ του εργαζομένου. Ήταν τόσο κρίσιμο για την εταιρεία να μην υπάρξει δεδικασμένο δικαίωσης όμοιας υπόθεσης, που προτίμησε να πετάξει 100 εκατ. δολάρια από το να υπογράψει σύμβαση. 

Τα παραπάνω οδηγούν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Ένα εξαγώγιμο είναι ότι επί της ουσίας αυτή ακριβώς η ανταποδοτικότητα αλλά και η σύνδεση της ατομικής μοίρας του εργαζομένου με τη μοίρα της εταιρείας είναι που τελικά οδηγεί και τον εργαζόμενο να θεωρεί την επιτυχία της εταιρείας προσωπική υπόθεση, ενδεχομένως και ζήτημα ζωής και επαγγελματικού θανάτου. Έμμεσα αποτελεί και την απόδειξη ότι αποκρύπτεται έτσι μεθοδικά και η κυρίαρχη αντίθεση στον χώρο εργασίας. Αν τώρα ληφθεί υπόψη η έλλειψη εμπειρίας διαχείρισης τέτοιων καταστάσεων, η συνολικότερη εικόνα του εργασιακού περιβάλλοντος, η συνεχής ανασφάλεια, η αδυναμία επίτευξης πραγματικά αδύνατων και απίθανων στόχων είναι προφανές γιατί το φαινόμενο του εργασιακού burnout ή το ποσοστό των αυτοκτονιών στις ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες που εντάσσονται οι εργαζόμενοι των startups έχει αυξηθεί 400% από την αρχή της έκρηξης του φαινομένου. 

Σε πολιτικό επίπεδο, σαφής είναι και η στοχοθεσία για την προώθηση και διευκόλυνση τέτοιων εγχειρημάτων από πλευράς διεθνών οργανισμών και κυβερνήσεων. Είναι γνωστή άλλωστε η στρατηγική που ξεδιπλώνει η κυβέρνηση να παρουσιάσει το νέο success story, αυτό της νεανικής επιχειρηματικότητας μέσω ενίσχυσης και της ένταξης των νεοφυών σε προγράμματα όπως το ΕΣΠΑ, επικαιροποιώντας και απλοποιώντας το νομικό πλαίσιο γύρω από την ίδρυσή τους. Δεν είναι ούτως ή άλλως η πρώτη κυβέρνηση που παίρνει μια τέτοια επιλογή, ούτε δα κι η τελευταία, με πιο ενδιαφέρον εγχείρημα αυτό της Ουγκάντας, που έζησε το δικό της success story κατακτώντας την πρώτη θέση παγκοσμίως στην κατανομή startup ανά κάτοικο. Πιθανόν, να παρουσιάζει ομοιότητες και με το παράδειγμα της Ινδίας, που σύμφωνα με τους αναλυτές βιώνει ήδη τα αποτελέσματα της αποσταρταποποίησης, με τις επενδύσεις για το πρώτο οχτάμηνο του 2016 να διαμορφώνονται στα 2,7 δισ. δολάρια έναντι των 9 δισ. το πρώτο τετράμηνο, και τον απόλυτο αριθμό των επιχειρήσεων να μειώνεται κατά 67%, μια εικόνα που προσιδιάζει σε σμήνος με μύγες που πέφτουν η μία μετά την άλλη έπειτα από τον ψεκασμό τους με εντομοκτόνο.

Βέβαια το συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης καθοδηγείται κατά βάση και από την ίδια την Ε.Ε., που αναζητώντας νομή στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας προωθεί μια στοχοθεσία γύρω από την εξαγωγή υποδείγματος. Πάντως μέχρι στιγμής ελάχιστα είναι τα ευρωπαϊκά εγχειρήματα που κατάφεραν να μπουν σφήνα σε παγκόσμιους κολοσσούς. Σημαντική στροφή όμως συνιστά και η υποστήριξη δημιουργίας επιχειρηματικών συμπλεγμάτων στα πρότυπα της Silicon Valley, με ανάλογα να ξεπηδούν γύρω από πόλεις  τεχνολογικά κέντρα, όπου συγκεντρώνεται άλλωστε και το αντίστοιχο δυναμικό. Δεν πρέπει να παραλειφθεί και το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις βλέπουν θετικά τέτοια παραδείγματα γι’ άλλον έναν λόγο: αυτόν της πλασματικής μείωσης της ανεργίας και της διαρκούς ανακύκλωσης της εργατικής δύναμης, πέραν των όσων έχουν αναφερθεί μέχρι τώρα. Πρόκειται για μια επωφελή –για τις στατιστικές και τους αριθμούς– κίνηση ανεξαρτήτως αποτελέσματος. 

Σημαντικό ρόλο παίζει και η ιδεολογική προετοιμασία του νέου-μελλοντικού entrepreneur ή απλού εργαζόμενου ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια. Εντείνεται διαρκώς η καλλιέργεια της ιδεολογίας του «επιχειρείν». Η στροφή προς αυτή την κουλτούρα σχετίζεται με τη συνολικότερη στόχευση όπως μέχρι τώρα έχει περιγραφεί, είναι προϊόν και σημείο των καιρών αλλά και κάτι ακόμα: Καλύπτει την ανάγκη διαφοροποίησης από το σύνολο των «πληβείων» που είναι αδύνατο να διακριθούν, της ατομικής διεξόδου, της καλλιέργειας της ψευδαίσθησης για κοινωνική και επαγγελματική καταξίωση. Επομένως, κατά βάση αξιοποιείται το αδιέξοδο για τη νεολαία σήμερα προκειμένου μέσα σ’ αυτήν να ζει και να αναπαράγεται εκείνο το ατομικό κριτήριο επίλυσης, η προσδοκία της επιτυχίας. Κλιμακώνονται άλλωστε τέτοια παραδείγματα μέσω της θεσμοθέτησης ομάδων επιχειρηματικότητας, αντίστοιχων διαγωνισμών κ.λπ.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι φοιτητές καλούνται όχι τόσο να παρουσιάσουν μια «καινοτόμα ιδέα» όσο να καταστρώσουν ένα business plan, να κάνουν μια ικανοποιητική παρουσίαση, που σαν συμπέρασμα καταλήγει στο ότι το πώς πουλάς κάτι είναι πιο σημαντικό από το τι πουλάς. Οξύνεται και το φαινόμενο του «entrepreneur», που διαρκώς έχουν την αίσθηση ότι μπορούν να πουλήσουν χάντρες στους ιθαγενείς, φύκια για μεταξωτές κορδέλες και διαθέτουν αυτή τη ματαιόδοξη αίσθηση υπεροχής. Μέσα σε όλο αυτό, από κοντά ακολουθούν και οι διάφοροι επιχειρηματικοί όμιλοι που ευκαιρία αναζητούν να βελτιώσουν τη δημόσια εικόνα τους, προσανατολίζοντας ταυτόχρονα και τους απόφοιτους σε μια ιδεολογική μεταστροφή ζημιογόνα για τον ίδιο τον εργαζόμενο, καλλιεργώντας εκείνη την κινητήρια προσδοκία, εκείνη την αίσθηση της «αριστείας». 

Σε τελική ανάλυση, η φούσκα των startups –γιατί περί φούσκας πρόκειται– είναι το νέο αμερικάνικο όνειρο. Είναι ο νέος, έξυπνος, καινοτόμος τρόπος να νιώσει επιχειρηματίας αυτός που κατά βάση είναι το υποκείμενο της εκμετάλλευσης, να νιώσει αφεντικό ο δούλος, να συναινέσει στις πιο σκληρές αναδιαρθρώσεις ο απλός νέος εργαζόμενος, επισφραγίζοντας τελικά και μια καινούργια, πιο σκληρή προοπτική. Σίγουρα δεν είναι το νέο εργασιακό υπόδειγμα, υπό την έννοια ότι αντικειμενικά δεν μπορεί να αποτελέσει τον κυρίαρχο δρόμο απασχόλησης για την πλειοψηφία. Από την άλλη όμως, είναι ένα πραγματικό νεοφιλελεύθερο εργαστήρι, εικόνα ονείρωξης του καπιταλισμού, που επιστρέφει με μια φρέσκια ιδέα για να κερδοφορήσει μετά το φιάσκο της κρίσης του 2008. Γι’ ακόμα μία φορά χαμένοι θα βγουν μόνο οι εργαζόμενοι και οι καταναλωτές.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΙΣΤΟΡΙΑ|
11/12/2017 - 22:06

Η σημαντικότερη παρακαταθήκη των ταξικών αγώνων στην ΕΣΣΔ είναι ότι η ταξική πάλη είναι αστάθμητη, δεν τελειώνει με «διατάγματα», αλλά μόνο παίρνει νέες μορφές.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.