ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Η αποκαθήλωση του «ντεβλέτ»

Η αποκαθήλωση του «ντεβλέτ»


Από μερικές απόψεις ο Ταγίπ Ερντογάν έχει δίκιο – περισσότερο και από όσο είναι ο ίδιος ικανός να αντιληφθεί. Μιλώντας σε συγκέντρωση οπαδών του στη Σαμψούντα ο Τούρκος πρωθυπουργός δήλωσε: «Δείτε τη Βραζιλία. Το ίδιο παιχνίδι παίζεται κι εκεί. Τα ίδια σύμβολα, οι ίδιες αφίσες, τα ίδια κόλπα στο Twitter, στο Facebook, στα διεθνή ΜΜΕ. Όλα ελέγχονται από το ίδιο κέντρο».

Με τον ιδιόμορφο τρόπο του, που του απαγορεύει να αναγνωρίσει κοινωνικές δυναμικές έξω από ένα διακρατικό «παιχνίδι μαριονετών», ο ηγέτης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης παραδέχθηκε ότι η χώρα του συμμετέχει, με τις ιδιομορφίες που επιβάλλει η ιστορική συγκρότησή της, σε έναν πραγματικά παγκόσμιο κύκλο εξεγέρσεων. Ο οποίος, παρά τις διαφορές ανάμεσα σε οικονομίες αναδυόμενες ή αναπτυγμένες σε κρίση και πέρα από τις ορατές ομοιότητες των κινημάτων, (την κοινή συμβολική γλώσσα και πρακτική) πατά σε κάτι βαθύτερο – εμφανές και στους οξυδερκέστερους αρθρογράφους των συστημικών μέσων ενημέρωσης.

Όπως έγραψε ο Πωλ Μέισον του BBC, σήμερα, σε μια αντιστροφή του «κύματος» του 1989, ο καπιταλισμός έφτασε να ταυτίζεται με την εξουσία ανεξέλεγκτων ελίτ, την έλλειψη δημοκρατικής λογοδοσίας και την όλο και εντονότερη καταστολή. Και τα γεγονότα των τελευταίων τριών ετών, προσθέτει, έδειξαν ότι απολύτως «κανονικοί άνθρωποι», χωρίς έτοιμη ιδεολογική ατζέντα, έχουν βρει τα μέσα να του αντισταθούν. Ο ίδιος επισημαίνει ότι, είτε στο προσκήνιο της πολύμορφης κοινωνικής δυσαρέσκειας έρχεται περισσότερο το ζήτημα της ανελευθερίας (όπως στην Τουρκία) είτε το ταξικό περιεχόμενο (όπως στη Βραζιλία) είτε η διαφθορά των κρατούντων (όπως στη Βουλγαρία), η κοινή βάση είναι η πραγματικότητα ενός διπλού αποκλεισμού της πλειοψηφίας: πολιτικού (λόγω της αποπτώχευσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας) και οικονομικού.

Το ότι πυροδότης, θα προσθέταμε, είναι σχεδόν πάντα η όλο και πιο ωμή αστυνομική καταστολή, ως συμπύκνωση πολλαπλών εκδοχών βίας, σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Όμως η νομιμοποίηση του λόγου μιας εξουσίας όλο και πιο αυτοαναφορικής αποδεικνύεται, σε μια εποχή διάχυσης της ροής της πληροφορίας, όλο και πιο περιορισμένη – και αυτό κάνει τη διαφορά. Οι Τούρκοι τηλεθεατές, για να επανέλθουμε στον Μέισον, οι οποίοι κατέκλυσαν με τηλεφωνήματα διαμαρτυρίας τα κανάλια που αγνοούσαν επιδεικτικά κατά τα πρώτα εικοσιτετράωρα τις συγκρούσεις στο πάρκο Γκεζί, ήταν όλοι άνω των 35 ετών. Οι νεότεροι δεν παρακολουθούν τηλεόραση ή θεωρούν δεδομένη την αναξιοπιστία της – οπότε δεν μπαίνουν καν στον κόπο να διαμαρτυρηθούν...

Η εν λόγω ρωγμή στην κρατική αυθεντία αποτελεί, ειδικά για την Τουρκία, τομή (δυνάμει μεγαλύτερη σε εμβέλεια, φυσιογνωμία και προοπτική από αυτήν της αιματηρής δεκαετίας του ’70) με σημασία πραγματικά ιστορική, εφόσον αμφισβητεί τον ίδιο τον πατερναλισμό του «ντεβλέτ» (κράτους), που παρέμεινε αναλλοίωτος παρά την αντικατάσταση των παλαιών διαχειριστών του από «ισλαμοδημοκράτες».

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι στις φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις που διοργανώθηκαν μετά την επιστροφή του Ερντογάν από τη βορειοαφρικανική περιοδεία του (και στις οποίες συμμετείχαν οπαδοί όχι μόνο του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αλλά και του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης και του Κόμματος Μεγάλης Ενότητας) κυριαρχούσε το εξόχως τουρκικό σύνθημα «να κοπεί το χέρι όσων το απλώνουν ενάντια σε αστυνομικούς». Η συσπείρωση ετερόκλητων στοιχείων γύρω από την υπεράσπιση του κύρους της κράτους καταδεικνύει εξ αντανακλάσεως τι διακυβεύεται στην πλατεία Ταξίμ και καταρρίπτει σχηματικές ερμηνείες του τύπου «κοσμικοί εναντίον ισλαμιστών».

Δεν είναι απαραίτητη, για την υπογράμμιση της σημασίας αυτής της τομής, η αναδρομή σε ερμηνείες πολιτισμικού τύπου, όπως αυτή του ιστορικού Κάρτερ Φίντλεϋ ο οποίος στο βιβλίο του Οι Τούρκοι στην παγκόσμια ιστορία (The Turks in World History) υποστηρίζει ότι η ιεροποίηση της εξουσίας αποτελεί διαχρονικό γνώρισμα της τουρκικής κουλτούρας, πριν καν την προσχώρηση στο Ισλάμ και την εγκατάσταση στη Μικρά Ασία. Αρκεί κανείς να επιμείνει στις «υπαρξιακές» αντιφάσεις της συγκρότησης της Τουρκικής Δημοκρατίας στα 90 χρόνια της ύπαρξής της και δη στην όξυνσή τους κατά την τελευταία δεκαετία της κυριαρχίας του Ερντογάν.

Όπως επισημαίνει ο Πέρρυ Άντερσον, η δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας αποτέλεσε ένα πρωτοφανές πείραμα κοινωνικής μηχανικής, το οποίο δεν θα ήταν δυνατό αν δεν συντελούνταν σε συνθήκες μαζικών πληθυσμιακών ανακατατάξεων (σφαγή των Αρμενίων, εκτόπιση των Ρωμιών, μαζική υποδοχή μουσουλμάνων προσφύγων από τα Βαλκάνια κ.ο.κ.). Το κεμαλικό «πείραμα» συνίσταται, συνεχίζει ο ίδιος, σε μια τεράστια πολιτιστική επανάσταση (αρχής γενομένης από την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου και την αποκοπή που αυτή συνιστούσε από όλο το έως τότε διαμορφωμένο παρελθόν των Τούρκων) χωρίς όμως κοινωνική επανάσταση και αμφισβήτηση των παραδοσιακών κοινωνικών δομών.

Εξού και η επιλεκτική σχέση με τη νεωτερικότητα και η καχυποψία προς τη Δύση που παγίως χαρακτηρίζει όχι μόνο τους «παραδοσιοκράτες» αλλά πολύ περισσότερο τους «εκσυγχρονιστές» της Τουρκίας. Διαμορφωμένος σε συνθήκες «πολέμου ανεξαρτησίας» απέναντι στις δυνάμεις της Αντάντ που είχαν διαμελίσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο κεμαλισμός συνιστά σε μεγάλο βαθμό μια προσπάθεια να καταπολεμηθούν οι «επιβουλές της Δύσης» με την υιοθέτηση των ίδιων της των όπλων (τεχνολογία, σύγχρονοι θεσμοί, εθνική ιδεολογία κ.λπ.). Δεν είναι τυχαίο λ.χ. ότι στις μέρες μας οι πιο σκληροί κεμαλιστές είναι και οι πιο ηχηροί επικριτές της «απειλής» που συνιστά για την τουρκική εθνική ακεραιότητα η αναθεωρητική πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Αντίστοιχα αντιφατική υπήρξε η σχέση με την εθνική ταυτότητα, ιδίως αφότου ο Κεμάλ Ατατούρκ εγκατέλειψε τη ρητορική περί «κοινού κράτους Τούρκων και Κούρδων», την οποία συντηρούσε όσο παρέμενε ανοιχτή η διεκδίκηση της Μοσούλης. Απωθημένη από τη δημόσια σφαίρα στο όνομα μιας καταπιεστικής «κοσμικότητας» (βλ. κρατικοποίησης της θρησκείας) η κοινή ισλαμική πίστη αποτέλεσε (όπως αποδεικνύει η σκληρή τύχη των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Τουρκική Δημοκρατία) τον άρρητο ορισμό ενός «τουρκισμού» τόσο περιοριστικού που δεν κατόρθωσε να ενσωματώσει ούτε τις κοινότητες των Κούρδων και των Αλεβιτών, αλλά ούτε και τη θρησκευόμενη «βαθιά Τουρκία».

Η ένταση μεταξύ των «λευκών Τούρκων» (των δυτικόστροφων ελίτ με προέλευση από τα παράλια ή τα Βαλκάνια) και των «μαύρων Τούρκων» (των συντηρητικών μαζών της Ανατολίας) αναδυόταν, με επικράτηση των δεύτερων, κάθε φορά που τύχαινε να διεξαχθούν αυθεντικά πολυκομματικές εκλογές (νίκη του Μεντερές το 1950 και του Ντεμιρέλ το 1965). Άρχισε δε να παραμερίζεται μόνο μπροστά στην «ερυθρά απειλή», οπότε η χούντα του Εβρέν ενθάρρυνε το πείραμα της «ισλαμοτουρκικής σύνθεσης».

Ο Ερντογάν αποτελεί προϊόν αυτού του πειράματος – και «θύμα» των επιτυχιών του. Επικεφαλής μιας νέας ηγετικής ομάδας των Τούρκων ισλαμιστών, η οποία άντλησε τα διδάγματά της από το «μεταμοντέρνο πραξικόπημα» του 1997 εναντίον του πρωθυπουργού Νετζμετίν Ερμπακάν, εγκαταλείποντας τον μέντορά της και προχωρώντας στις αναγκαίες «αναπροσαρμογές», ο Ερντογάν εδραιώθηκε στην εξουσία χάρη στην απαξίωση όλου του προηγούμενου πολιτικού προσωπικού εν μέσω της προσφυγής στο ΔΝΤ το 2001, την κατάλληλη απεύθυνση στην κουρδική ψήφο, την αξιοποίηση της υποψηφιότητας για την Ε.Ε. ώστε να παραμεριστεί θεσμικά το παλαιό κατεστημένο, και την πρόθυμη σύμπλευση με τις ΗΠΑ στα σχέδια αναμόρφωσης της περιοχής μετά την αραβική αφύπνιση.

Ο ίδιος αρεσκόταν να μετατοπίζει τη ερώτημα που ανέδειξαν οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στο βολικό για τον ίδιο δίλημμα «υπερόπτες κεμαλιστές έναντι της λαϊκής πλειοψηφίας». Ωστόσο, το δίλημμα ανήκει στο παρελθόν: αν κάτι διευκόλυνε το ξέσπασμα του κινήματος είναι ακριβώς η εξάλειψη του φόβου της «επιστροφής των στρατηγών» και η προφανής αδυναμία της βεβαρημένης από πολλές αμαρτίες κεμαλικής αξιωματικής αντιπολίτευσης να λειτουργήσει ως αντίρροπη δύναμη στο πολιτικό σκηνικό (άλλωστε οι εκπρόσωποι του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος γιουχαΐστηκαν, όποτε εμφανίστηκαν στις διαδηλώσεις).

Εξού και η πρωθυπουργική ρητορική μετατοπίστηκε σταδιακά σε μια ξέφρενη (και δυσοίωνη, στο βαθμό που αποβάλλει τους διαδηλωτές από τον «εθνικό κορμό») συνωμοσιολογία περί του «λόμπι των επιτοκίων» και των εσωτερικών και εξωτερικών υπονομευτών της προόδου της Τουρκίας. Ακόμη και η αγέρωχη στάση του Ερντογάν έναντι του Ισραήλ το 2009 κατάντησε αντισημιτικό σενάριο «υποκίνησης» των διαδηλωτών από τον «εβραϊκό παράγοντα» (την ίδια ώρα ακριβώς που οι επικεφαλής της ΜΙΤ και της Mossad διαπραγματεύονταν την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων...). Οι φοιτητές που συμμετέχουν στο πρόγραμμα Erasmus και οι ξένοι ανταποκριτές ενοχοποιούνται, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καταστέλλονται και οι μυστικές υπηρεσίες αποκτούν απεριόριστη ελευθερία συγκέντρωσης δεδομένων, δυνατότητα διεξαγωγής ψυχολογικών επιχειρήσεων στο εσωτερικό και ασυλία απέναντι κάθε δίωξη. Το «ντεβλέτ» αδυνατεί να μάθει άλλη γλώσσα...

Ωστόσο, ακόμη και αν αναδειχτεί προσωρινά νικητής απέναντι στον λαϊκό παράγοντα, ο Ερντογάν βγαίνει ήδη εξαιρετικά τραυματισμένος στις σχέσεις του με δύο σημαντικούς συστημικούς παίκτες – τη «Δύση» και τον Φετουλλά Γκιουλέν. Οι αντιδυτικοί και εντέλει αντινεωτερικοί τόνοι της αυτοάμυνάς του προκάλεσαν έναν ορυμαγδό επικρίσεων από όσους, πέρα από αντανακλαστικά «πολιτικής ορθότητας», εμφανίστηκαν πανέτοιμοι να υπενθυμίσουν το πραγματικό του μπόι στον δυνάμει ανεξέλεγκτο Ερντογάν και στις υπέρμετρες περιφερειακές του φιλοδοξίες (ακόμη και όσοι πάσχουν από διωκτικό παραλήρημα έχουν πραγματικούς εχθρούς...). Η ένταση με το Βερολίνο έφτασε σε επίπεδα πρωτοφανή, ενώ η ευρωτουρκικές ενταξιακές διαπραμγατεύσεις θα πρέπει να θεωρούνται ουσιαστικά νεκρές.

Στο δε εσωτερικό της παράταξής του, οι φίλα προσκείμενοι στο ισχυρό κίνημα «χιζμέτ» του εξόριστου στην Πενσυλβάνια ιεροκήρυκα Φετουλλά Γκιουλέν (ιδιοκτήτη μέσων ενημέρωσης και εκατοντάδων σχολείων ανά τον κόσμο), όπως ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Αμπντουλλάχ Γκιούλ και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μπυλέντ Αρίντς, κατέστησαν σαφή τη διαφοροποίησή τους, εγγράφοντας υποθήκες για μια εσωκομματική ανατροπή καθ’ οδόν προς τις προεδρικές εκλογές του 2014. Υπενθυμίζεται ότι το κίνημα του Γκιουλέν έχει ισχυρή διείσδυση στην αστυνομία και στο δικαστικό σώμα (πρβ. το ποινικό ξεδόντιασμα των στρατηγών με την υπόθεση Εργκένεκον), δυσφορεί εδώ και καιρό με την αυτονόμηση του Ερντογάν και έχει διαφωνήσει με την ρήξη με το Ισραήλ. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΔΙΕΘΝΗ|
20/11/2017 - 11:12

Είναι αμφίβολο αν το τζογάρισμα των φιλελεύθερων θα τους βγει.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.