ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Η Αριστερά στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία;

Η Αριστερά στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία;


Η τεράστια κλιμάκωση του κοινωνικού και πολιτικού ανταγωνισμού, όπως εκφράστηκε στη διετία του «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου» στην Ελλάδα κορυφώθηκε στις εκλογικές μάχες του Μάη-Ιούνη 2012 και στην άνοδο της Αριστεράς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ΣΥΡΙΖΑ, που διεκδίκησε να αποτελέσει το κέντρο μιας κυβερνητικής λύσης. Όλα αυτά αποτύπωσαν την πολιτική κρίση, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τα ερωτήματα που αφορούν τη σχέση της Αριστεράς με την κυβερνητική εξουσία. Έστω και με αυτόν τον «βίαιο» τρόπο η συζήτηση για τα ερωτήματα που αφορούν τη σχέση ανάμεσα σε κυβερνητική εξουσία, πολιτική εξουσία και επαναστατική στρατηγική πρέπει να ξανανοίξει.

Εξάλλου, εντός της μαρξιστικής συζήτησης, είναι χαρακτηριστική η ύπαρξη μιας ανισότητας: από τη μία, όλες οι παραδόσεις του επαναστατικού μαρξισμού ορίστηκαν πάντοτε σε αντιπαράθεση με το ερώτημα μιας κοινωνικής αλλαγής που ξεκινά με την ομαλή κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτό όρισε τη διαφωνία του Μαρξ με μορφές «κρατικού σοσιαλισμού», αυτό ήταν ένα από τα επίδικα της συζήτησης για τον «αναθεωρητισμό» στο γύρισμα του 20ού αιώνα, αυτό διεκδίκησε η Ρωσική Επανάσταση και το τριτοδιεθνιστικό ρεύμα απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, αυτό αποτύπωσε ο κύκλος των νικηφόρων σοσιαλιστικών επαναστάσεων μέχρι και την Κούβα.

Αντίστοιχα, η αστική μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας, μέσα από τη μεταπολεμική εμπλοκή της στην κυβερνητική εξουσία, και η γρήγορη εγκατάλειψη ακόμη και των τυπικών αναφορών στην αμφισβήτηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων έδειχνε να επιβεβαιώνει αυτή τη θέση. Από την άλλη, μπορεί κανείς να δει ένα υποτελές ρεύμα ερωτημάτων, μέσα στην ίδια την επαναστατική παράδοση, που έβλεπε το ερώτημα πώς μπορεί να αξιοποιηθεί και το ενδεχόμενο συγκρότησης κυβέρνησης: ο ενθουσιασμός του Ένγκελς για την κοινοβουλευτική πρόοδο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, η αντιφατική και μετέωρη έννοια της Εργατικής Κυβέρνησης στο πλαίσιο της στρατηγικής του Ενιαίου Μετώπου στη Γ΄ Διεθνή (πριν από την εγκατάλειψή του στο όνομα της «Γ΄ Περιόδου»), ακόμη και η ίδια η έννοια των Λαϊκών Μετώπων, η επιμονή του Γκράμσι στη «Συντακτική Συνέλευση» των αντιφασιστικών δυνάμεων είναι ενδεικτικά. Αποτύπωνε αυτό το νήμα όχι μόνο την αναμέτρηση με τη φασιστική απειλή, αλλά και τη διαπίστωση ότι σε σχηματισμούς του αναπτυγμένου καπιταλισμού, με εμπεδωμένους κοινοβουλευτικούς θεσμούς δεν είναι πάντα εύκολη μια κλασική εξεγερσιακή ακολουθία που οδηγεί στη βίαιη κατάληψη της «καρδιάς του κράτους».

Από την άλλη, η μεταπολεμική περίοδος θα σφραγιστεί από μια σταδιακή μετατόπιση και του κομμουνιστικού ρεφορμισμού σε μια στρατηγική προοδευτικής, εθνικής-δημοκρατικής κυβέρνησης ως πρώτου «σταδίου» για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό. Ρητά, όπως στην εκδοχή του τολιατικού εθνικού δρόμου για το σοσιαλισμό, αλλά και άρρητα, στα περισσότερο ορθόδοξα δυτικά κομμουνιστικά κόμματα, αναγνωριζόταν και ένα στάδιο κοινοβουλευτικής μετάβασης, έστω και εάν το βήμα μετάβασης στη δικτατορία του προλεταριάτου παρέμενε ασαφές και μη ορισμένο.

Ωστόσο, και αυτή η στρατηγική θα φαντάζει αδύναμη και μετέωρη, την ίδια ώρα που θα βρεθεί αδύναμη να απαντήσει στα στοιχεία κρίσης ηγεμονίας που έφερε στο προσκήνιο ο παρατεταμένος «Μάης», ο οποίος, ας μην τον ξεχνάμε, έκανε να φαντάζει ξανά εφικτή η εξεγερσιακή ακολουθία σε σχηματισμούς του αναπτυγμένου καπιταλισμού (αρκεί να αναλογιστούμε την εικόνα μιας χώρας όπως η Γαλλία να παραλύει από μια γενική απεργία…).

Η συζήτηση για το ενδεχόμενο της κυβέρνησης θα ενταθεί στη δεκαετία του 1970. Η άνοδος της Αριστεράς, αλλά και το γεγονός ότι, παρά τη δυναμική του Μάη, η επαναστατική Αριστερά δεν θα μπορέσει να αμφισβητήσει την ηγεμονία των κομμάτων του κομμουνιστικού ρεφορμισμού θα δώσει νέα ώθηση στο ενδεχόμενο να υπάρξει τομή μέσα από τέτοιες κυβερνήσεις. Άλλωστε, μεγάλα κομμουνιστικά κόμματα θα επιλέξουν συνειδητά να μην προχωρήσουν σε ριζικότερη αμφισβήτηση των αστικών δυνάμεων: το Γαλλικό ΚΚ με όλη την αμηχανία του τον Μάη του ’68, το ΙΚΚ, που, συνειδητά αντιμέτωπο με βαθιά πολιτική κρίση αλλά και με πραγματικό ριζοσπαστισμό, θα εκτιμήσει ότι παρ’ όλα αυτά ο κίνδυνος αυταρχικής παλινόρθωσης θα είναι μεγαλύτερος και θα αναδιπλωθεί στη στρατηγική του ιστορικού συμβιβασμού, το Πορτογαλικό ΚΚ που συνειδητά θα επιλέξει να μη στηρίξει τις περισσότερο ριζοσπαστικές δυναμικές της «επανάστασης των γαρυφάλλων».

Παρ’ όλα αυτά το ενδεχόμενο αριστερής κυβέρνησης αντιμετωπιζόταν ως δυνατότητα τομής, ακόμη και από τις δυνάμεις της επαναστατικής Αριστεράς, όπως φάνηκε στις συζητήσεις γύρω από το «Κοινό Πρόγραμμα» της Αριστεράς στη Γαλλία ή από την υποστήριξη και από τις δυνάμεις της επαναστατικής Αριστεράς του αιτήματος για πλειοψηφία της Αριστεράς στις ιταλικές εκλογές του 1976.

Την ίδια στιγμή, η εμπειρία της Χιλής, ένα προχωρημένο παράδειγμα «ειρηνικής μετάβασης» στο σοσιαλισμό, έληξε με την τραγική αναμέτρηση με τον σκληρό πυρήνα των κατασταλτικών μηχανισμών, οι οποίοι λειτούργησαν ως το έσχατο καταφύγιο της αστικής τάξης. Ήταν μια εμπειρία που βιώθηκε από τη μεριά των επίσημων κομμουνιστικών κομμάτων, με λίγες εξαιρέσεις (π.χ. η αυτοκριτική του ΚΚ Χιλής), ως ανάγκη ο δημοκρατικός δρόμος για το σοσιαλισμό να οριστεί ακόμη περισσότερο εντός των ορίων της αστικής νομιμότητας, ενώ από τη μεριά των οργανώσεων της επαναστατικής Αριστεράς ορίστηκε ως η αναγκαία επιβεβαίωση μιας, στην πραγματικότητα ανεύρετης, εξεγερσιακής στρατηγικής, που στη χειρότερη περίπτωση έμεινε απλή διακήρυξη και στην τραγικότερη οδήγησε σε μια αυτοκαταστροφική εμπλοκή με τις παραλλαγές του ένοπλου αντάρτικου.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 συναντά κανείς στον ευρωπαϊκό χώρο την τελευταία απόπειρα να γίνει σοβαρή συζήτηση σχετικά με το εάν η προοδευτική ή αριστερή κυβέρνηση είναι αυτοσκοπός ή τμήμα μιας πιο σύνθετης επαναστατικής διαδικασίας. Η συζήτηση γύρω από την κρίση του κράτους, η προσπάθεια του Πουλαντζά να διατυπώσει μια αριστερή εκδοχή του δημοκρατικού δρόμου που να ενσωματώνει μια ένταση ανάμεσα σε κράτος, κυβέρνηση και κόμματα, η μετέωρη απόπειρα του πάντοτε κομματικά νομιμόφρονα Πιέτρο Ινγκράο, η πρόωρα και τραγικά τερματισμένη προσπάθεια του Αλτουσέρ να επαναφέρει στο προσκήνιο την αναγκαία εξωτερικότητα του επαναστατικού κινήματος προς το κράτος συμπύκνωσαν τον τελευταίο τέτοιο κύκλο συζήτησης.

Τελικά, η προοδευτική διακυβέρνηση θα έρθει, αλλά στην πραγματικότητα θα είναι πολύ περισσότερο μια προσπάθεια καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού παρά αριστερή τομή. Άλλωστε, φορέας της θα είναι τα σοσιαλιστικά κόμματα, στο κύμα σοσιαλιστικών κυβερνήσεων των αρχών της δεκαετίας του 1980: Γαλλία, Ελλάδα, Ισπανία, που σύντομα θα βιώσουν το πρώτο κύμα λιτότητας. Σύντομα, η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, η σταδιακή ανάδυση του σοσιαλφιλελευθερισμού ως βασικής σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής, η κρίση των κομμουνιστικών κομμάτων, οι πολλαπλές εκδοχές του «’89» θα κάνουν αυτή τη συζήτηση να φαντάζει μακρινή ανάμνηση. Άλλωστε, οι όποιες προσπάθειες συμμετοχής της Αριστεράς στη διακυβέρνηση κατά τη δεκαετία του 1990 και του 2000 θα είναι πάντοτε στη λογική του μικρότερου κακού και θα καταλήγουν σε νέους κύκλους ήττας και υποχώρησης.

Εξαίρεση η Λατινική Αμερική: σύνθετες κινηματικές και πολιτικές διεργασίες που περιλάμβαναν ταυτόχρονα την κρίση ιστορικών ρευμάτων της Αριστεράς αλλά και την ανάδυση νέων δυναμικών κινημάτων, συνήθως στα πληβειακά στρώματα τα οποία αντιμετώπιζαν συνθήκη κοινωνικού, πολιτικού και πολιτιστικού αποκλεισμού, οδήγησαν σε ένα κύμα αριστερών κυβερνήσεων. Χώρες όπως τη Βραζιλία θα στραφούν στην κατεύθυνση μετατροπής των χωρών σε ατμομηχανές καπιταλιστικής ανάπτυξης, εξασφαλίζοντας τη συναίνεση των λαϊκών στρωμάτων μέσα από περιορισμένες πολιτικές αναδιανομής. Άλλες, όπως η Βολιβία ή η Βενεζουέλα, θα δοκιμάσουν μια πιο ριζοσπαστική προσπάθεια σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, με την παραδοχή ότι η σχέση κινημάτων, κυβέρνησης και κράτους κάθε άλλο παρά γραμμική και αυτονόητη είναι, φέρνοντας δυναμικές στο προσκήνιο και ταυτόχρονα προσκρούοντας πάνω σε νέες αντιφάσεις.

Η ελληνική περίπτωση έφερε στο προσκήνιο ένα άλλο ενδεχόμενο, πρωτότυπο, τουλάχιστον για τα ευρωπαϊκά δεδομένα: η οριακή συνθήκη πολιτικής κρίσης οδήγησε σε τόσο μεγάλη κρίση εκπροσώπησης των συστημικών δυνάμεων, ώστε πρώτη φορά υπήρξε πραγματική δυνατότητα διαμόρφωσης μιας κυβέρνησης με κέντρο την Αριστερά, στηριγμένης σε λαϊκή δυναμική με έντονα στοιχεία ριζοσπαστισμού. Ανεξάρτητα από τα όρια και τις δεξιές μετατοπίσεις του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, που σε μεγάλο βαθμό δεν του επέτρεψαν και να κερδίσει τις εκλογές, αποτυπώθηκε το πραγματικό υλικό ενδεχόμενο ένα αριστερό μέτωπο, που θα εκπροσωπούσε μια ευρύτερη λαϊκή συμμαχία έτοιμη να ακούσει ριζοσπαστικές προτάσεις, να κερδίσει τις εκλογές και αυτό να αποτελέσει την αφετηρία όχι μόνο της ρήξης με τη λιτότητα, αλλά και ενός ευρύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού.

Αυτό με τη σειρά του ανοίγει νέα ερωτήματα: πώς μπορούν να συνδυαστούν τα θεσμικά όρια της κυβερνητικής εξουσίας με την απαίτηση για ριζικές τομές που θίγουν τον πυρήνα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων; Πώς μπορεί να συνδυαστεί η τυπική νομιμότητα (έστω με την προϋπόθεση μεγάλων θεσμικών τομών) με την αναγκαία «παραβατικότητα» των μορφών λαϊκής αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης; Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο οι κατασταλτικοί μηχανισμοί να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί παλινόρθωσης; Πώς μπορούμε να επεκτείνουμε την ισχύ των μορφών δυαδικής εξουσίας; Πώς μπορούμε να υπερβούμε τελικά τα όρια του κοινοβουλευτισμού στην κατεύθυνση μορφών αντιπροσώπευσης που να μη βάζουν σε παρένθεση τις κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις;

Σε αυτή τη βάση, και στο φόντο των τεκτονικών πολιτικών μετατοπίσεων που ανοίγουν στην ελληνική κοινωνία και την, για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό, αναμέτρηση της Αριστεράς με το ερώτημα της κυβερνητικής εξουσίας, δοκιμάζουμε με αυτό το αφιέρωμα να ανοίξουμε τη συζήτηση. Όχι εξετάζοντάς το ως ουδέτερο ερώτημα, αλλά με την ιδιοτέλεια της χρησιμότητάς του σε μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική για μια άλλη κοινωνική οργάνωση. Αποφεύγοντας τη σχηματικότητα, αλλά και τις εύκολες απαντήσεις, σε μια συζήτηση που σε τελική ανάλυση θα κριθεί από τις ίδιες τις δυναμικές της ταξικής πάλης, του πραγματικού πειραματικού εργαστηρίου για τις πολιτικές στρατηγικές.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΔΙΕΘΝΗ|
20/11/2017 - 11:12

Είναι αμφίβολο αν το τζογάρισμα των φιλελεύθερων θα τους βγει.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.