ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Η διαρκής αναγκαιότητα της εθνικής κυριαρχίας

Η διαρκής αναγκαιότητα της εθνικής κυριαρχίας


Η πρόκληση της κυριαρχίας

Για οποιαδήποτε αριστερή πολιτική, το ερώτημα της κυριαρχίας είναι βασικό: Ποιος την ασκεί, σε ποια κλίμακα, και υπέρ ποιου; Στην πραγματικότητα, η δημοκρατική διάσταση μιας πολιτικής ανατροπής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια βίαιη οικειοποίηση πολιτικής κυριαρχίας προς όφελος ενός εναλλακτικού ταξικού σχεδίου· στην ελληνική περίπτωση, μιας κοινωνικής συμμαχίας των δυνάμεων της εργασίας, της γνώσης και του πολιτισμού, που διεκδικεί την έξοδο από τη μνημονιακή καταστροφή. Αυτή η ανάκτηση κυριαρχίας προς όφελος μιας τέτοιας κοινωνικής συμμαχίας των δυνάμεων της εργασίας δεν αφορά μόνο τον εσωτερικό συσχετισμό δύναμης αλλά και τον διεθνή. Εάν, ως προς την εθνική της διάσταση, αυτή η κυριαρχία είναι περιορισμένη ή εάν κρίσιμο μέρος της έχει απεμποληθεί προς όφελος υπερεθνικών ρυθμίσεων και οργανισμών, τότε ο βαθμός στον οποίο εφαρμόζεται αυτό το ταξικό σχέδιο περιορίζεται.

Επομένως, εάν σε όλη την προηγούμενη περίοδο η διεθνοποίηση του κεφαλαίου και η συνειδητή ή η αναγκαστική απεμπόληση στοιχείων κυριαρχίας στην πραγματικότητα διαμόρφωσε πλεόνασμα ισχύος υπέρ των πιο επιθετικών πολιτικών του κεφαλαίου και μείωσε τα όποια περιθώρια άσκησης πολιτικής υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, τότε η ανάκτηση εθνικής κυριαρχίας γίνεται η πρώτη προτεραιότητα.

Το φάντασμα του εθνοκεντρισμού

Όμως, ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη… Το φάντασμα του εθνοκεντρισμού. Περισσότερο και από την κριτική στον υποτιθέμενο «λαϊκισμό», την τρέχουσα δηλαδή μετωνυμία για την Αριστερά και την ταξική οπτική, αυτό που δείχνει να φοβίζει περισσότερο τις κυρίαρχες δυνάμεις είναι κάθε βήμα προς μεγαλύτερη αναδίπλωση στο εθνικό πεδίο, στη συνειδητή απόκλιση από την όποια «κανονικότητα» διαμορφώνεται στο επίπεδο των υπερεθνικών πολιτικών, στη διεκδίκηση ιδιαίτερων εθνικών δρόμων πολιτικής συγκρότησης και κοινωνικής ανάπτυξης.

Στην περίπτωση της Ε.Ε., αυτό πραγματώνεται μέσα από ένα ιστορικά πρωτότυπο πείραμα σταδιακής απεμπόλησης όλων των κρίσιμων για τα εργατικά και λαϊκά στρώματα στοιχείων εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας προς όφελος της υπερεθνικής ρύθμισης. Παρότι η Ε.Ε. απέχει πολύ από το να αποτελέσει ένα «υπερκράτος», καθώς στην πραγματικότητα ο κρίσιμος πυρήνας της παραμένει η διαπραγμάτευση ανάμεσα σε κυβερνήσεις, εντούτοις εμπεριέχει στη θεσμική αρχιτεκτονική της πραγματικές και κρίσιμες εκχωρήσεις κυριαρχίας.

Στην οικονομική διάσταση, ο βασικός μοχλός ήταν το ευρώ, η διαμόρφωση κοινού νομίσματος και όχι απλώς νομισματικής ένωσης, με την Κεντρική Τράπεζα έξω από τον έλεγχο των εθνικών κρατών. Δεν είναι μόνο η όξυνση ανισοτήτων από την επιβολή κοινού νομίσματος σε μια ζώνη με μεγάλες αποκλίσεις στην παραγωγικότητα και χωρίς αναδιανεμητικούς μηχανισμούς. Είναι και η ταυτόχρονη αφαίρεση βασικών οικονομικών εργαλείων, όπως ο έλεγχος της νομισματικής κυκλοφορίας και κατ’ επέκταση της δημόσιας δαπάνης, και ταυτόχρονα η εκ των πραγμάτων εμπέδωση πειθαρχικών μηχανισμών επιτήρησης. Όσα συμβαίνουν μετά το 2010 με τα μνημόνια, την τρόικα και τα καταστροφικά προγράμματα «σωτηρίας» συμπυκνώνουν τις επιπτώσεις που μπορεί να πάρει αυτή η συνθήκη μειωμένης κυριαρχίας. Θεσμικά αυτό παίρνει τη μορφή ενός ιδιότυπου ευρωπαϊκού συνταγματισμού χωρίς –υπερεθνική– λαϊκή κυριαρχία και νομιμοποίηση, που όμως παράγει εξίσου ισχυρά νομικά αποτελέσματα σε πάρα πολλούς τομείς της πολιτικής, ολοένα και περισσότερο υποσκάπτοντας τα όρια της εθνικής κρατικής ρύθμισης. Από την υποχρεωτική «απελευθέρωση των αγορών» και τις υποχρεωτικές ιδιωτικοποιήσεις μέχρι την υποχρεωτική αναγνώριση των πτυχίων των κακόφημων ιδιωτικών κολεγίων, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. χάνουν τη δυνατότητα να ασκήσουν πολιτική.

Ο ταξικός χαρακτήρας αυτής της συνεχούς εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας είναι προφανής. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι πολιτικές που κατεξοχήν αναιρούνται είναι εκείνες που αφορούσαν τις δυνάμεις της εργασίας, τα δικαιώματά τους, τις κατακτήσεις τους. Ούτε είναι τυχαίοι οι τομείς όπου με βάση την αρχή της «επικουρικότητας» έχει προτεραιότητα η ευρωπαϊκή ρύθμιση: κινητικότητα κεφαλαίων, εμπορευμάτων, εργασίας, ισότητα πρόσβασης σε επενδύσεις κ.λπ. Ούτε είναι τυχαίο ότι σημαντικοί τομείς που αφορούν κατεξοχήν τον σκληρό πυρήνα της κατασταλτικής λειτουργίας του κράτους παραμένουν εθνικές αρμοδιότητες – ενώ το ίδιο ισχύει και για την εφαρμογή καλπονοθευτικών νόμων ή για την απαγόρευση αριστερών κομμάτων που θεωρούνται «εθνική υπόθεση», όπως μας δείχνει η ανοχή στον βρετανικό εκλογικό νόμο ή στον θεσμοθετημένο αντικομμουνισμό των χωρών της Βαλτικής. Αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα οι επιπτώσεις της μειωμένης κυριαρχίας μοιράζονται άνισα στις τάξεις. Οι αστικές τάξεις διατηρούν έναν κρίσιμο πυρήνα κυριαρχίας, την ίδια ώρα που οι εργατικές και λαϊκές τάξεις διαπιστώνουν ότι χάνουν τις δυνατότητες που είχαν να διεκδικήσουν και να επιβάλουν πολιτικές στο πλαίσιο των επιμέρους κριτικών.

Και βέβαια δεν είναι η μόνη κίνηση αμφισβήτησης της κυριαρχίας. Σε όλη την αμερικανική προσπάθεια ένοπλης εξαγωγής «δημοκρατίας και οικονομίας της αγοράς», που ξεκίνησε ως πραγματική απόληξη του κλιντονικού κοσμοπολιτισμού για να καταλήξει στην αλυσίδα ένοπλων επεμβάσεων της δεκαετίας του 2000, δεν ήταν μόνο η ένοπλη επίδειξη ισχύος που κυριάρχησε ή  η ωμή βία: ήταν και η συνειδητή επιμονή ότι σήμερα μια συνθήκη μειωμένης κυριαρχίας, ακόμα και με τη μορφή μεταμοντέρνων προτεκτοράτων και βίαιων επεμβάσεων, είναι αναγκαία ώστε τα κράτη να μπορούν να επανέλθουν στην «κανονικότητα» μιας φιλελεύθερης και φιλικής προς τις επιχειρήσεις και τις διεθνείς επενδύσεις πολιτικής συνθήκης.

Ούτε είναι τυχαίο ότι εάν κάτι κατεξοχήν όρισε τις συγκρούσεις στη Λατινική Αμερική την τελευταία δεκαετία, με συμπύκνωση τα αλλεπάλληλα πραξικοπήματα απέναντι στην Μπολιβαριανή Επανάσταση στη Βενεζουέλα, δεν αφορούσε μόνο τη διακύβευση των επενδύσεων, αλλά και το ενδεχόμενο διεκδίκησης μιας εξόδου και μιας ρήξης από την υποχρεωτική συμμόρφωση με μοντέλα και γεωπολιτικές συμμαχίες που επέβαλλε σε μια προηγούμενη εποχή ο συνδυασμός ανάμεσα στα προγράμματα του ΔΝΤ και η συνεργασία με τις ΗΠΑ σε επίπεδο στρατών και μυστικών υπηρεσιών.

Και βέβαια αυτή η εξέλιξη ούτε νομοτελειακή ήταν ούτε απλώς εξέλιξη της φυσικής τάξης των πραγμάτων: ήταν το αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών και πολιτικών στρατηγικών. Από το μοντέλο των θεσμών συλλογικής ασφάλειας που επιλέχτηκε μετά την «Πτώση του Τείχους» μέχρι την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τις ατέρμονες διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η πίεση πάνω στην εθνική κυριαρχία, εκεί όπου αυτή μπορεί να μετατραπεί σε όχημα άρθρωσης εναλλακτικών αστικών στρατηγικών, παραμένει έντονη, απειλούμενη είτε με οικονομική επιτροπεία είτε με ένοπλη επέμβαση, άμεση ή έμμεση.

Το ταξικό πρόσημο της κυριαρχίας

Γιατί όμως η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας αποκτά ένα τέτοιο ταξικό πρόσημο και κατεξοχήν σήμερα εκφράζει περισσότερο τη δυνάμει συμμαχία των εργατικών και λαϊκών τάξεων και ένα δυνάμει «ιστορικό μπλοκ»; Ο λόγος βρίσκεται στην άνιση κατανομή της ισχύος στο εθνικό και στο υπερεθνικό πεδίο. Οι δυνάμεις του κεφαλαίου, μέσα σε μια συγκυρία εντονότατης διεθνοποίησης, μπορούν να εκμεταλλεύονται και να αξιοποιούν τόσο την ανοιχτή στήριξη της «εθνικής» κυβέρνησης της χώρας καταγωγής (απάτριδες επιχειρήσεις δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί) όσο όμως και όλες τις εγγυήσεις απρόσκοπτης επιχειρηματικής δραστηριότητας που είναι εγγεγραμμένες τόσο στις εθνικές νομοθεσίες όσο και στους υπερεθνικούς οργανισμούς, το διεθνές τραπεζικό σύστημα αλλά και όλες τις προβλέψεις των διεθνών μηχανισμών επίλυσης επιχειρηματικών διαφορών και διαιτησίας. Αντίθετα, οι εργατικές τάξεις και τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν καμιά αναγνώριση, τυπική ή ουσιαστική στο υπερεθνικό επίπεδο. Οι γενικές προβλέψεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν έχουν καμιά εξαναγκαστική ισχύ, την ίδια ώρα που, είτε μιλάμε για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είτε για τη διεργασία του ΠΟΥ, οι κοινωνικές προβλέψεις είναι διακοσμητικές ή απλώς ανύπαρκτες. Η εμβληματική απόρριψη της «κοινωνικής χάρτας» που είχε αρχικά προτείνει και ο Ντελόρ στην πορεία προς το Μάαστριχτ δεν ήταν απλώς βρετανική θατσερική εμμονή, ήταν και η συμβολική συμπύκνωση του γεγονότος ότι ο μόνος βαθμός κυριαρχίας που δεν απεμπολείται είναι αυτός που αφορά τη δυνατότητα άσκησης αντεργατικών πολιτικών.

Άλλωστε, το εθνικό κράτος παραμένει το μόνο πεδίο όπου μπορούσε και μπορεί να ασκηθεί δημοκρατική πολιτική και να υπάρξουν θεσμοί λαϊκής κυριαρχίας. Σε πείσμα της ατέλειωτης φλυαρίας περί του αντιθέτου, δεν υπάρχει μια παγκόσμια «κοινωνία των πολιτών», όπως δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ ένας «κυρίαρχος ευρωπαϊκός λαός». Αυτό δεν είναι πρόβλημα για τις δυνάμεις του κεφαλαίου, που τους αρκεί να υπάρχουν κανόνες του παιχνιδιού και αρμόδιες δικαιοδοσίες στη διαπραγμάτευση ανάμεσα σε κράτη. Όμως, για τις εργατικές και λαϊκές τάξεις αυτό σημαίνει ακόμα μικρότερη δυνατότητα να παρέμβουν και να επηρεάσουν τις εξελίξεις.

Τα όρια του αριστερού κοσμοπολιτισμού

Όμως ο πιο καλός σύμμαχος αυτής της ταξικής στρατηγικής απεμπόλησης κυριαρχίας προς όφελος των δυνάμεων του κεφαλαίου έχει υπάρξει ένας αφελής αριστερός κοσμοπολιτισμός. Ήδη από τη δεκαετία του 1990 μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς όρισαν και αυτά τον εθνοκεντρισμό ως βασικό αντίπαλο και υπερασπίστηκαν ιδίως την Ε.Ε. ως μια από θέση αρχής θετική διεργασία που ανοίγει νέες δυνατότητες πολιτικής. Οποιαδήποτε εθνική αναδίπλωση ταυτίστηκε με τη στήριξη των αστικών τάξεων – την ίδια στιγμή βέβαια που αυτές κατεξοχήν στήριξαν τις διαδικασίες απεμπόλησης πλευρών εθνικής κυριαρχίας. Από την έμμεση νομιμοποίηση του «ιμπεριαλισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» μέχρι τον διαρκή καθαγιασμό του ευρώ, τα παραδείγματα είναι πολλά, όχι απλώς για το πώς παραχώρησε χώρο στις αστικές δυνάμεις αλλά και για το πώς προλείανε το έδαφος ιδεολογικά για κρίσιμες πλευρές του σύγχρονου ιμπεριαλισμού.           

Ακόμα χειρότερα, με αυτόν τον τρόπο παραχώρησε την έννοια της εθνικής κυριαρχίας σε δυνάμεις που ούτως ή άλλως τη χρησιμοποιούν εργαλειακά και αντιδραστικά. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα κατεξοχήν η Ακροδεξιά στην Ευρώπη δοκιμάζει να εκμεταλλευτεί αυτή τη συνθήκη επενδύοντας σε μια ψευδαίσθηση «εθνικής υπερηφάνειας», η οποία στην πραγματικότητα απλώς δίνει μια ρατσιστική επικάλυψη σε πολιτικές που στην πραγματικότητα δεν ανατρέπουν τον πυρήνα της «παγκοσμιοποίησης». Ούτε είναι επίσης τυχαίο ότι ακόμα και εναλλακτικοί πόλοι μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα δοκιμάζουν να μιλήσουν για μια διαφορετική άρθρωση του διεθνούς συστήματος, για έναν κόσμο όπου δεν θα καταλύεται πλήρως η εθνική κυριαρχία, όπως δείχνει και το παράδειγμα της Ρωσίας. 

Ξαναβρίσκοντας τον κυρίαρχο λαό

Όλα αυτά σημαίνουν ότι στην πραγματικότητα η αναγκαία ρήξη πρώτα και κύρια με το ευρώ, καθώς και με τον κύριο όγκο των δεσμεύσεων που εμπεριέχονται στις ευρωπαϊκές συνθήκες, αλλά και πιο άμεσα με τις ταπεινωτικές μορφές επιτροπείας που επέφεραν τα μνημόνια δεν είναι απλώς ένα οριακό ενδεχόμενο, εάν αποτύχει ο δρόμος της διαπραγμάτευσης. Είναι η αναγκαία αφετηρία για οποιονδήποτε διαφορετικό δρόμο για την ελληνική κοινωνία. Είναι η αναγκαία ανάκτηση κρίσιμων εργαλείων άσκησης οικονομικής πολιτικής: για τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής, για τη δυνατότητα ύψωσης αναγκαίων προστατευτικών πρακτικών απέναντι στη διαρκή πίεση για ανταγωνιστικότητα, για την αύξηση της δημόσιας δαπάνης, για τη διαμόρφωση κλαδικής πολιτικής, για τη δημιουργία θέσεων εργασίας.               

Μόνο που η ανάκτηση κυριαρχίας δεν περιορίζεται σε αυτές τις διαστάσεις της αναγκαίας ρήξης με τον συνταγματοποιημένο νεοφιλελευθερισμό του ευρώ και της Ε.Ε. Απαιτεί και άλλες τομές και προς τα μέσα και προς τα έξω. Προς τα μέσα αυτό σχετίζεται με το άνοιγμα μιας «συντακτικής διαδικασίας» που θα αφορά και πολύ μεγαλύτερα περιθώρια δημοκρατικής συμμετοχής και άσκησης κοινωνικού και εργατικού ελέγχου, αλλά και πραγματικές δυνατότητες περιορισμού και των δικαιωμάτων στην ιδιοκτησία και του διευθυντικού δικαιώματος. Μόνο μια τέτοια «θεσμοποιημένη» εισβολή του λαϊκού παράγοντα μαζί με την απελευθέρωση της δράσης των κινημάτων μπορεί να δώσει στην όποια ανάκτηση εθνικής κυριαρχίας ένα κρίσιμο πλεόνασμα κοινωνικής ισχύος.

Και μόνο μια τέτοια κατεύθυνση μπορεί να διαμορφώσει και το υποκείμενο της κυριαρχίας, ορίζοντάς το όχι αφηρημένα ως το κράτος, ούτε όμως και ταυτίζοντάς το με τη μία ή την άλλη «κατασκευή» του έθνους. Το υποκείμενο μιας τέτοιας κυριαρχίας δεν μπορεί παρά να είναι ο λαός, όχι βέβαια ως το σύνολο των ψηφοφόρων, κατά τον τρέχοντα ορισμό, αλλά ως η δρώσα συμμαχία όλων όσοι εργάζονται και αγωνίζονται σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο, ανεξαρτήτως καταγωγής. Με αυτόν τον τρόπο, με αυτή την αγωνιστική σύλληψη του λαού, που σαφέστατα περιλαμβάνει και τους μετανάστες, μπορούμε να απαντήσουμε και στα ερωτήματα περί της «κοινής ταυτότητας» και της συνοχής πολύ πιο αποτελεσματικά και από τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή πολυπολιτισμικότητας και από την αναδίπλωση σε μια επιχείρηση αναβίωσης μιας ταυτότητας που περισσότερο θα αποκλείει παρά θα ενοποιεί. Και είναι ακριβώς αυτή η έννοια του λαού –στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να παραχθεί μέσα από νέες μορφές λαϊκής συμμετοχής και δράσης αλλά και στον συνδυασμό με τον συλλογικό πειραματισμό με ένα εναλλακτικό παραγωγικό πρότυπο– η οποία κάνει τη δυνάμει συμμαχία των δυνάμεων της εργασίας, της γνώσης και του πολιτισμού ένα νέο ιστορικό μπλοκ, που προωθεί τον καθορισμό της τύχης της χώρας από τις κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες μέχρι τώρα διαρκώς απαξιώνονταν.

Πέραν του διπλωματικού ρεαλισμού

Όμως η συνθήκη μειωμένης κυριαρχίας μέσω της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήρθε να συμπληρώσει ένα πλέγμα εντάξεων μέσα σε ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς που διαμορφώθηκε σε όλη την περίοδο από τον Εμφύλιο και μετά. Σε πείσμα μάλιστα της επιμονής της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ στην ανάγκη αναβάθμισης των σχέσεων με τις ΗΠΑ ως αντίβαρο απέναντι στη Γερμανία, στην πραγματικότητα η «ατλαντική διάσταση» δεν είναι ανταγωνιστική προς την «ευρωπαϊκή» αλλά σε μεγάλο βαθμό βαθιά συμπληρωματική.

Οποιαδήποτε ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας δεν μπορεί παρά να σημαίνει και την άσκηση μιας διαφορετικής, πραγματικά ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Αυτό, με τη σειρά του, δεν μπορεί παρά να σημαίνει και τη διαδικασία απεξάρτησης από όλο το φάσμα των νατοϊκών δεσμεύσεων, της συμμετοχής σε διεθνείς αποστολές, των κάθε λογής συνεργασιών σε επίπεδο υπηρεσιών. Άλλωστε, η «ατλαντική» και νατοϊκή διάσταση των ελληνικών δεσμεύσεων αφορά και ένα φάσμα γεωπολιτικών αντιθέσεων και συμφερόντων που υπερβαίνουν τα στενά ευρωπαϊκά όρια. Ταυτόχρονα, αυτό αποτυπώνεται σε ένα ολόκληρο εύρος τυπικών και άτυπων πραγματικών εξαρτήσεων που αφορούν το πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό στους τομείς της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής, αλλά και τις ίδιες τις διαδικασίες άσκησης πολιτικής. Με αυτή την έννοια, η ριζική εκκαθάριση και επιβολή δημοκρατικού ελέγχου στους μηχανισμούς αυτούς είναι πρώτη προτεραιότητα. Ιδίως στις μέρες μας, που αυτό παίρνει και την ιδιαίτερη εκδοχή ενός άξονα όχι μόνο με τις ΗΠΑ αλλά και με το Ισραήλ και την εξαιρετικά επικίνδυνη πολιτική αποσταθεροποίησης στην οποία αυτό παραδοσιακά επενδύει.

Χωρίς τομές σε αυτά τα επίπεδα, οποιαδήποτε προσπάθεια για άλλη πολιτική θα παραμένει εκτεθειμένη σε ένα πολύ μεγάλο φάσμα εμφανών και αφανών εκβιασμών, υλικών πιέσεων, αλλά πολύ υλικών υπονομεύσεων. Από την άλλη, μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική μπορεί να δοκιμάσει και να οικοδομήσει εναλλακτικές συμμαχίες, σε τακτικό επίπεδο, πράγμα εφικτό σε έναν κόσμο που στην πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκος. Η απεμπλοκή από ένα ολόκληρο πλέγμα έμμεσων ή άμεσων κυρώσεων μπορεί να επιτρέψει και οικονομικές και πολιτικές συνεργασίες σε διαφορετική κατεύθυνση. Προφανώς χωρίς προνομιακούς συμμάχους αλλά και χωρίς τις έξωθεν επιβαλλόμενες ρήξεις.

Ταυτόχρονα, μια τέτοια οπτική μπορεί να βάλει και άλλες προτεραιότητες. Η «διπλωματία των κινημάτων» οφείλει να είναι μια αναγκαία διάσταση. Η ύπαρξη ενός νέου κινήματος αλληλεγγύης, που να πατάει πάνω στον ήδη αναδυόμενο «φιλελληνισμό», μπορεί αναμφίβολα να συμβάλει στην ενίσχυση της ελληνικής θέσης και της σχετικής αποτροπής μορφών ανοιχτής επέμβασης. Αυτή η κατεύθυνση, βέβαια, αναγκαστικά θα πρέπει να αναμετρηθεί και με ερωτήματα που μένουν ανοιχτά, όπως εκείνο των ελληνοτουρκικών σχέσεων: χωρίς την παραδοσιακή λογική του ανταγωνισμού για την απόσπαση της εύνοιας του ιμπεριαλιστικού παράγοντα, με σαφή προτεραιότητα την ειρήνη αλλά ταυτόχρονα και την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας απέναντι στον αναθεωρητισμό, που παραμένει βασική πλευρά της τουρκικής στρατηγικής.

Κάτι τέτοιο δίνει μια άλλη, απαραίτητη διάσταση στην έννοια της άμυνας, κόντρα στην παραδοσιακή λογική του εκσυγχρονισμού ή του «επαγγελματισμού», συμπεριλαμβανομένης και της απλής προσπάθειας να ευρεθούν «φίλα προσκείμενα» στελέχη, χωρίς αλλαγή της δομής. Χρειαζόμαστε, επομένως, μια άλλη προσέγγιση, που να στηρίζεται στο ότι καλύτερη άμυνα μιας κοινωνίας και μιας χώρας είναι ο αγωνιζόμενος λαός, που να στηρίζεται στη λογική του «ένστολου πολίτη» με πλήρη δικαιώματα, στη συλλογική ευθύνη, στο σπάσιμο των στεγανών. Η ανάκτηση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας δεν είναι απλώς εργαλείο, ούτε μόνο μέσο προς σκοπό. Είναι η πολιτική συμπύκνωση μιας πραγματικής αλλαγής συσχετισμού, της αναγκαίας δημοκρατικής συνθήκης, της ανάληψης από ένα νέο ιστορικό μπλοκ της πορείας της χώρας. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΔΙΕΘΝΗ|
20/11/2017 - 11:12

Είναι αμφίβολο αν το τζογάρισμα των φιλελεύθερων θα τους βγει.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.