ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Η ένταση ανάμεσα σε κράτος και κοινωνικά κινήματα

Η ένταση ανάμεσα σε κράτος και κοινωνικά κινήματα


Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Αλβάρο Γκαρσία Λινέρα, Las Tensiones Creativas de la Revolución (La Paz, 2011). O συγγραφέας είναι αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της Βολιβίας, από τους πιο στενούς συνεργάτες του Έβο Μοράλες και ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους λατινοαμερικανούς μαρξιστές. Επιλέξαμε να το μεταφράσουμε ακριβώς γιατί αποτυπώνει, με ειλικρίνεια, την αναμέτρηση με τις πραγματικές αντιφάσεις μιας διαδικασίας μετασχηματισμού που στηρίζεται ταυτόχρονα στην κυβερνητική εξουσία και τα κοινωνικά κινήματα.

Η πρώτη από αυτές τις δημιουργικές εντάσεις, η οποία γίνεται αισθητή μέσα από τη δημοκρατική συζήτηση, αφορά τη σχέση ανάμεσα σε κράτος και κοινωνικό κίνημα. Το κράτος είναι εξ ορισμού συγκέντρωση των αποφάσεων, μονοπώλιο σε ό,τι αφορά τον εξαναγκασμό και τη διοίκηση του κρατικού και δημόσιου επιπέδου, και ιδέες-δυνάμεις που αρθρώνει μια κοινωνία. Αντίθετα, το κοινωνικό κίνημα και οι κοινωνικές οργανώσεις εκπροσωπούν εξ ορισμού τον εκδημοκρατισμό των αποφάσεων, την πλατιά και συνεχιζόμενη κοινωνικοποίηση της διαβούλευσης και της απόφασης πάνω σε κοινά ζητήματα. Η κυβέρνηση των κοινωνικών κινημάτων είναι κατά συνέπεια μια δημιουργική, διαλεκτική, παραγωγική και αναγκαία ένταση ανάμεσα στη συγκέντρωση και την αποκέντρωση των αποφάσεων. Ως κυβέρνηση μας επιβάλλει τη γρήγορη και έγκαιρη συγκέντρωση της λήψης των αποφάσεων. Οι άνθρωποι περιμένουν γρήγορες διοικητικές δράσεις που να δίνουν συγκεκριμένες απαντήσεις στις υλικές τους ανάγκες. Όμως, την ίδια στιγμή, ως κοινωνικές οργανώσεις των αγροτών και των ιθαγενών, των εργατών και του λαού στην κυβέρνηση έχουν μια οργανική δυναμική που απαιτεί συζήτηση, διαβούλευση, επανεξέταση των θεμάτων και των προτάσεων, διεύρυνση των συμμετεχόντων στη λήψη των αποφάσεων. Γι’ αυτό και η κυβέρνηση του προέδρου Έβο, για να μπορεί να είναι μια κυβέρνηση των κοινωνικών κινημάτων, βιώνει και πρέπει να βιώνει συνεχώς αυτή τη δημιουργική ένταση ανάμεσα στη συγκέντρωση και την αποκέντρωση των αποφάσεων, ανάμεσα στη μονοπώληση και την κοινωνικοποίηση των δράσεων της εκτελεστικής εξουσίας, ανάμεσα στον σύντομο χρόνο για την επίτευξη αποτελεσμάτων και τον μακρύ χρόνο των κοινωνικών διαβουλεύσεων.

Πώς μπορούμε να επιλύσουμε αυτή τη δημιουργική ένταση της επανάστασης την οποία βιώνουμε και μόλις περιγράψαμε; Πέρυσι προτείναμε την έννοια του ολοκληρωμένου κράτους ως του τόπου όπου το κράτος (το κέντρο των αποφάσεων) αρχίζει να διαχέεται σε μια μακρά διαδικασία μέσα στην ίδια την κοινωνία και όπου η τελευταία αρχίζει να οικειοποιείται ολοένα και περισσότερες διαδικασίες απόφασης του κράτους. Γι’ αυτό το ονομάσαμε ολοκληρωμένο κράτος[1] και χωρίς αμφιβολία συγκροτεί τη διαλεκτική υπέρβαση αυτής της έντασης ανάμεσα στο κράτος (ως μηχανισμό που συγκεντρώνει αποφάσεις) και το κοινωνικό κίνημα (ως μηχανισμό που αποκεντρώνει και εκδημοκρατίζει τις αποφάσεις). Σίγουρα, πρόκειται για μια διαδικασία που δεν μπορεί να επιλυθεί σύντομα και που θα απαιτήσει μια μακρά ιστορική διαδικασία, με προχωρήματα και υποχωρήσεις, με ανισότητες που θα δείχνουν να γέρνουν την πλάστιγγα πότε προς τον έναν πόλο και πότε προς τον άλλο, θέτοντας σε κίνδυνο πότε την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης πότε τον εκδημοκρατισμό των αποφάσεων. Στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι σίγουρο εκ των προτέρων και αυτό που χρειάζεται προς το μέλλον είναι να ζήσουμε με αυτή την αντίφαση και να την ξεδιπλώσουμε σε όλες τις παραλλαγές και τις δυνητικότητές της. Ο αγώνας και μόνο ο αγώνας θα μπορέσει να κρατήσει ζωντανή την αντίφαση μέσα σε δεκαετίες ή αιώνες μέχρις ότου σε μια δοσμένη στιγμή αυτή η διάχυση του κράτους στην κοινωνία θα μπορέσει στο τέλος να πραγματωθεί ως ιστορική επίλυση αυτής της αντίφασης.

Μια δεύτερη στιγμή αυτής της έντασης ανάμεσα σε κράτος και κοινωνικό κίνημα, και εκ των πραγμάτων πιο σημαντική από την προηγούμενη, είναι αυτή ανάμεσα στην υλική επέκταση του κοινωνικού κράτους και την κρατική λειτουργία των αγροτικών κοινοτήτων και συνδικάτων. Σε αυτή την ένταση έχει αναφερθεί κατ’ επανάληψη ο πρόεδρος Έβο στις συναντήσεις που έχει με τα συνδικάτα. Υποστηρίζει ότι παλαιότερα όχι μόνο το συνδικάτο ήταν ο κοινωνικός θεσμός που είχε το καθήκον να υπερασπίζεται τα μέλη του απέναντι στις επιθετικές απειλές του κράτους (καταστολή, φορολογία κ.λπ.), αλλά επιπλέον το συνδικάτο-κοινότητα (ayllu)[2] είχε την ευθύνη της κοινωνικής προστασίας των μελών του, οργανώνοντας την κοινή εργασία για να κατασκευαστούν σχολεία, για να ανοιχτούν δρόμοι, για να βοηθηθούν όσοι είχαν διάφορες ατυχίες, ακόμη και για να επιλυθούν ζητήματα που αφορούν την ιδιοκτησία της γης και τα οικογενειακά ζητήματα.

Το παλιό αποικιακό κράτος υπήρχε απέναντι στο αγροτικό κίνημα ως μια επιθετική εξωτερικότητα από την οποία δεν έπαιρνε ούτε ήλπιζε τίποτα. Αντίθετα, έπρεπε να είναι σε ετοιμότητα να προστατευτεί απέναντι στις πολιτικές και οικονομικές επιθέσεις. Γι’ αυτό και η αποικιοκρατία μπορεί να οριστεί ως μια κατάσταση διαρκούς πολέμου ανάμεσα στο κράτος και το συνδικάτο-κοινότητα, που διακοπτόταν από παρατεταμένες ανακωχές ή προσωρινές καταπαύσεις πυρός. Αυτός ο πόλεμος σε αναστολή ονομάστηκε εσφαλμένα «σύμφωνο αμοιβαιότητας» ανάμεσα στο κράτος και την κοινότητα με σκοπό την εμπέδωση της ανοχής ανάμεσα στις δύο πλευρές, με την παροχή στην κοινότητα της πρόσβασης σε ένα μικρό τμήμα γης ως αντάλλαγμα για την κυριαρχία από τη μεριά του κράτους.

Θα ήταν αμοιβαιότητα αν και οι δύο πλευρές εμπλέκονταν στην «ανταλλαγή» άλλου αγαθού από την ίδια τη φύση. Όμως, εδώ αυτό που είχαμε ήταν ανακωχές ανάμεσα στο κράτος που άρπαζε αυτό που δεν κατείχε –γη, εργασία και ανθρώπους– και την κοινότητα που είχε μόνο, κάθε φορά σε ένα μικρότερο χώρο, τη λεηλασία των περιοχών της, του πλούτου και των ανθρώπων της.

Τόσο σε αποικιακούς όσο και σε δημοκρατικούς καιρούς το κράτος δεν έδινε τίποτε ούτε στο συνδικάτο ούτε στην κοινότητα, και ο θεσμός που ήταν επιφορτισμένος να προστατεύσει κοινωνικά και πολιτικά τα μέλη της κοινότητας ήταν το ίδιο το συνδικάτο-κοινότητα. Το συνδικάτο, ως αυθεντική εδαφική εξουσία, αναλάμβανε την κοινωνική προστασία, τη ρύθμιση της ιδιοκτησίας, τη δικαιοσύνη, τα αίσθημα του να ανήκεις κάπου και να έχεις μια ταυτότητα. Σε αυτή τη λειτουργία προστασίας και κοινωνικοποίησης αναφέρεται αυτό που ο πρόεδρος Έβο έχει αποκαλέσει το συνδικάτο-κράτος, γιατί είναι το συνδικάτο αυτό που αντικειμενικά συγκροτείται ως κοινωνική, πολιτική, εδαφική και πολιτιστική εξουσία.

Χωρίς αμφιβολία ο αγώνας του συνδικάτου για την αποαποικιοποίηση του κράτους, του οποίου τώρα ηγούνται οι κοινωνικές οργανώσεις μέσα από την κυβέρνηση, σήμαινε ακριβώς το να μπει τέλος σε αυτή την κατάσταση πολέμου ανάμεσα στο συνδικάτο και το κράτος, με το να το οικειοποιηθεί, να τροποποιήσει την κοινωνική δομή, τις λειτουργίες και την εσωτερική σύνθεση του κράτους. Πρόκειται για ένα αίτημα ριζικού εκδημοκρατισμού του κράτους με σκοπό να το κάνει ένα μηχανισμό κοινωνικής προστασίας, διεύρυνσης των δικαιωμάτων και συμμετοχικής ενοποίησης της κοινωνίας, όπως αναλογεί σε ένα δημοκρατικό και κοινωνικό κράτος. Αναφερόμαστε στην οικειοποίηση του κράτους από το συνδικάτο-κοινότητα σε ό,τι αφορά τις οργανωτικές λειτουργίες διαχείρισης, δηλαδή την αυξανόμενη κοινωνικοποίηση και κοινοτικοποίηση της εξουσίας, ως τμήμα μιας βαθιάς πολιτικής επανάστασης της κοινωνίας, παρ’ ότι για να γίνει αυτό, για να αλλάξει το κοινωνικό περιεχόμενο του κράτους, να διαμορφωθεί η λειτουργία κοινωνικής προστασίας του ίδιου ως πρωτοβουλία και επαναστατικό πρόγραμμα των συνδικάτων των αγροτών και των ιθαγενών, θα πρέπει παραδόξως ταυτόχρονα να υπάρξει απώλεια της εδαφικής εξουσίας του ίδιου του συνδικάτου που τώρα αρχίζει και παραχωρεί λειτουργίες κοινωνικής προστασίας (υγεία, εκπαίδευση, δρόμοι, επικοινωνία, αρωγή σε περίπτωση καταστροφών, εσωτερική συνοχή), οι οποίες αρχίζουν και επιτελούνται πλέον από το κράτος.

Το αποτέλεσμα είναι οι αγώνες για την αποαποικιοποίηση και την οικειοποίηση του κράτους από τη μεριά του συνδικάτου-κοινότητας να οδηγούν σε μια υποχώρηση της δικής του εξουσία ως μικρο-κράτους.  Με αυτόν τον τρόπο, τώρα σε κάθε γωνιά της χώρας το συνδικάτο δεν αγωνίζεται πια για να κατασκευάσει ένα σχολείο, έναν υγειονομικό σταθμό, για να ανοίξει ένα δρόμο για να επικοινωνούν οι κάτοικοί του, για να σηκώσει μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο πόλεις ή να προσφέρει καταφύγιο σε όσους έχουν ανάγκη. Τώρα ζητά το σχολείο, τον υγειονομικό σταθμό, το δρόμο, τη γέφυρα, το καταφύγιο απέναντι στην ατυχία από το δήμο, την τοπική κυβέρνηση, την εθνική κυβέρνηση. Και ανεξάρτητα από το πού ζουν, η οικειοποίηση του κράτους από τις κοινωνικές οργανώσεις έχει δημιουργήσει μια πρακτική συνείδηση των δικαιωμάτων και της κοινωνικής προστασίας, τις κάνει να επιστρέφουν στο κράτος και τους θεσμούς του για την ολοκλήρωση των συλλογικών δικαιωμάτων τους σε βάρος της κρατικής-τοπικής λειτουργίας του συνδικάτου-κοινότητας.

Ως εκ τούτου, η οικειοποίηση του κράτους από το συνδικάτο είναι ταυτόχρονα οικειοποίηση του συνδικάτου από τη μεριά του κράτους, που μπορεί να οδηγήσει σε μια αποδυνάμωση του ίδιου του συνδικάτου-κοινότητας, της εξουσίας του να διαχειρίζεται αλλά και να εξασφαλίζει τη συνοχή.

Με αυτόν τον τρόπο, η διαμόρφωση του ολοκληρωμένου κράτους, νοούμενου ως μιας εκδημοκρατισμένης επέκτασης των κοινωνικών λειτουργιών του κράτους, την οποία διεκδίκησε η ίδια η οργανωμένη κοινωνία που προηγουμένως ήταν αποκλεισμένη από αυτές τις λειτουργίες, διατρέχει τον κίνδυνο μιας αποδυνάμωσης των ίδιων των δομών που είχαν διαμορφώσει οι εργαζόμενοι για να διαχειριστούν τις ανάγκες και την κοινωνική προστασία. Όμως, εάν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν προχωρήσουν σε αυτή την κατάληψη-επέκταση του κοινωνικού κράτους, αυτό επιστρέφει στη φαινομενική κατάστασή του, της αποικιοκρατικής μεροληψίας που ωφελεί τους λίγους, και τα συνδικάτα επιστρέφουν επίσης στη λειτουργία κατακερματισμένων τοπικών κορπορατίστικων δομών, χωρίς την αίσθηση της καθολικότητας, της καθολικής κοινότητας.

Προς το παρόν, και σίγουρα για πολλές δεκαετίες μέχρις ότου η ανθρωπότητα ανακαλύψει άλλες δομές και υπάρξουν ανθρώπινα όντα ικανά να τις δημιουργήσουν και να τις υποστηρίξουν, δομές που θα μπορούσαν να διοικήσουν το καθολικό, το γενικό, το κοινοτικό-καθολικό, θα είναι μέσω του κράτους, των λειτουργιών του κοινωνικοποιημένης διαχείρισης, που οι λαοί θα μπορούν να επεκτείνουν εδαφικά την κοινοτικοποίηση της χρήσης του κοινού και την καθολικοποίηση της ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών.

Τα συνδικάτα και η κοινωνία θέλουν να επεκταθούν, να οικειοποιηθούν, να εκδημοκρατίσουν τις λειτουργίες διαχείρισης και προστασίας του κράτους και η καινούρια κοινωνική συνείδηση που το απαιτεί αυτό από το κράτος είναι απόδειξη αυτής της προόδου. Εάν ανακόψουν αυτή την πρόοδο, ανακόπτεται και η επανάσταση ως συλλογικό έργο και τα συνδικάτα επιστρέφουν στις τοπικοποιημένες λειτουργίες τους, αφήνοντας στα χέρια της γραφειοκρατίας τη διοίκηση του καθολικού και βραχυπρόθεσμα επιτρέπουν να ξεκινήσει η παλινόρθωση του παλιού «φαινομενικού» αποικιακού κράτους. […]

Όμως, πώς μπορούμε να προχωρήσουμε με τον επεκτατικό εκδημοκρατισμό του κοινωνικού κράτους ως επικεφαλής των συνδικάτων-κοινοτήτων χωρίς να αποδυναμώσουμε τις συνδικαλιστικές και αυτόνομες κοινοτικές δομές που συνέχουν την κοινωνία; Πρόκειται για μια αναγκαία και δημιουργική ένταση της επαναστατικής διαδικασίας. Το να σταματήσουμε σημαίνει ένα πισωγύρισμα στην πρόοδο. Το να προχωρήσουμε σημαίνει ότι υπάρχουν κίνδυνοι να αποδυναμώσουμε την κοινωνική αυτονομία. Αλλά πριν από αυτό δεν μας μένει άλλο, παρά να προχωρήσουμε μπροστά, επαναστατικοποιώντας τις συνθήκες της ίδιας της επανάστασης, αναλαμβάνοντας τα ρίσκα αλλά και αναγνωρίζοντάς τα σε κάθε στιγμή και δουλεύοντας για να τα ξεπεράσουμε.

Με βάση την εμπειρία που έχει συγκεντρωθεί μέχρι τώρα από ορισμένες οργανώσεις, είναι δυνατό να επεκτείνουμε την παρουσία του κοινωνικού κράτους ως δύναμης προστασίας των δικαιωμάτων (υγεία, εκπαίδευση, μεταφορές, βασικές υπηρεσίες, προστασία απέναντι σε καταστροφές, πρόσβαση στην τεχνολογία) και ταυτόχρονα το συνδικάτο-κοινότητα να διατηρεί, να ενισχύει και να επεκτείνει την αυτόνομη κοινοτική δράση του στο πεδίο της παραγωγής πλούτου, στη δημιουργία ενός νέου τρόπου παραγωγής πλούτου ολοένα και πιο συνεργατικού, πιο κοινοτικού, πιο κοινωνικού. Είναι εδώ, στην παραγωγή, που η ισχύς της κοινότητας έχει ήδη μια κληρονομημένη ικανότητα (κοινοτικός έλεγχος του νερού, πρόσβαση στη γη, κοινά βοσκοτόπια, εναλλαγή των καλλιεργειών, μορφές κυκλοφορίας της εργατικής δύναμης) που μπορούν να είναι η αφετηρία μιας εσωτερικής εντατικοποίησης στην ίδια τη διαδικασία της τοπικής παραγωγής (οικογενειακής-κοινοτικής) και στην παραγωγική συνάρθρωση με άλλες κοινότητες.

Είναι στη δημιουργία ενός νέου τρόπου υλικής παραγωγής, ολοένα και περισσότερο κοινωνικοποιημένου, επεκτατικά κοινοτικοποιημένου όπου παίζεται το μετακαπιταλιστικό πεπρωμένο της κοινωνίας και του κόσμου και είναι εκεί όπου μπορούν να αρχίσουν να συγκεντρώνονται οι δυνάμεις, η αυτόνομη κοινοτική ενέργεια των συνδικάτων και των κοινοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο η πολιτική εξουσία των κοινωνικών κινημάτων μπορεί να γίνει άμεση οικονομική εξουσία, χωρίς κρατική μεσολάβηση, και στηριζόμενοι σε αυτό θα μπορέσουμε να έχουμε με τον καιρό νέες προόδους στην επανάσταση που θα οδηγήσουν σε ανώτερα επίπεδα τον αυτοκαθορισμό της κοινωνίας.

Από ό,τι φαίνεται είναι σε αυτή την ένταση, σε αυτή τη δημιουργική αντίφαση, πλάι στην ίδια τη συλλογική δράση της οργανωμένης κοινωνίας όπου παίζεται η πρόοδος της επανάστασης και το ενδεχόμενο της υποχώρησής της. Όμως, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να προχωρήσουμε παρά να αντιμετωπίσουμε τις εντάσεις και τις αντιφάσεις ως παραγωγικές δυνάμεις της ίδιας της επανάστασης. Το να μη θέλουμε να κάνουμε το άλμα μόνο και μόνο για να αποφύγουμε να αναλάβουμε κινδύνους ή να δημιουργήσουμε αντιφάσεις είναι από μόνο του μια υποχώρηση. Οι επαναστάσεις υπάρχουν μόνο εάν προχωρούν, εάν αγωνίζονται, εάν παίρνουν ρίσκα, εάν κάνουν άλματα στο κενό χωρίς τη βεβαιότητα ότι στην απέναντι μεριά υπάρχει σταθερό έδαφος. Το να μην το κάνουν σημαίνει ότι παύουν να είναι επαναστάσεις.

 

[1] Στη συζήτηση για το νέο σύνταγμα της Βολιβίας έγινε προσπάθεια να περιγραφεί μια μετάβαση ανάμεσα στο παλιό «φαινομενικό» κράτος (Estado aparente) που ήταν συγκεντρωτικό, μονο-πολιτισμικό και στηριζόταν σε αποκλεισμούς, και το νέο κράτος, που χαρακτηρίζεται από άλλη ενότητα ανάμεσα σε κράτος, κινήματα και κοινωνία των πολιτών και γι’ αυτό χρησιμοποιείται ο όρος ολοκληρωμένο κράτος, που προέρχεται από το έργο του Αντόνιο Γκράμσι (Σ.τ.Μ.).

[2] Η παραδοσιακή κοινότητα στις Άνδεις, μορφή κοινοτικής οργάνωσης που στηρίζεται στην αλληλεγγύη, την αμοιβαιότητα και την αυτάρκεια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΔΙΕΘΝΗ|
20/11/2017 - 11:12

Είναι αμφίβολο αν το τζογάρισμα των φιλελεύθερων θα τους βγει.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.