Η οικονομική διάσταση της επίθεσης στη Μεταπολίτευση


Η επίσημη προπαγάνδα του αστικού συνασπισμού εξουσίας έχει στοχοποιήσει την περίοδο της Μεταπολίτευσης, σε μια προσπάθεια να αποδώσει στα πρότυπα εκείνης της περιόδου τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας άρα και της σημερινής κρίσης.

Η βασική επιχειρηματολογία είναι ότι ο μεγάλος δημόσιος τομέας και η παρεμπόδιση του ιδιωτικού ευθύνονται για τη χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας. Οι ρίζες της σημερινής χρεοκοπίας ανάγονται στις πολιτικές που επικράτησαν κατά τη Μεταπολίτευση, δηλαδή την περίοδο των δεκαετιών του ’70 και του ΄80 μετά τη Χούντα και έως σήμερα. Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση των πραγματικών αιτίων της επίθεσης στη Μεταπολίτευση, είναι αναγκαία μια συνοπτική αναφορά στη δημοσιονομική πολιτική εκείνης της περιόδου, που υποτίθεται ότι έθεσε τις βάσεις για τη σημερινή χρεωκοπία.

Η Μεταπολίτευση εγκαινιάζεται στη χώρα μας την ίδια περίοδο που εκδηλώνεται η διεθνής κρίση του 1973-1979. Η προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης πραγματοποιείται αρχικά στο πλαίσιο του τότε επικρατούντος οικονομικού υποδείγματος, του κεϋνσιανισμού, και του ταξικού συσχετισμού (ισχυρά συνδικάτα, Ανατολικό Μπλοκ κ.λπ.). Η διεθνής πρακτική που ακολουθούνταν εκείνη την περίοδο στα δημοσιονομικά αποκαλούνταν «χρυσός δημοσιονομικός κανόνας», που μεταφραζόταν σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς εκτός του τομέα των δημόσιων επενδύσεων. Σε αυτή την κατάσταση, οι κυβερνήσεις Καραμανλή (1974-1980) ακολουθούν τη διεθνή πρακτική, αυξάνοντας τη νομισματική κυκλοφορία και δευτερευόντως τις δημόσιες επενδύσεις σε μια προσπάθεια να στηρίξουν την οικονομία. Συγχρόνως, προβαίνουν σε κρατικοποιήσεις συγκεκριμένων «στρατηγικών επιχειρήσεων», όπως ο όμιλος Ανδρεάδη (35% του τραπεζικού συστήματος τότε), της Ολυμπιακής κ.λπ., με αποτέλεσμα την αύξηση του πληθωρισμού (διακύμανση από 15% έως 22,5% ετησίως). Ωστόσο, η αύξηση της φορολογίας οδηγεί στη σχετική σταθερότητα του δημόσιου χρέους που κυμαίνεται από 27 έως 30% του ΑΕΠ.

Την επόμενη περίοδο της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (1981-1989), παρατηρείται μια αντιστροφή στο μείγμα πολιτικής, με αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους. Η αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων οφείλεται στην αύξηση των κοινωνικών παροχών από τη νέα κυβέρνηση αλλά και στις προσπάθειες στήριξης των αδύνατων τμημάτων του ελληνικού κεφαλαίου (π.χ. στήριξη προβληματικών επιχειρήσεων). Όμως τα φορολογικά έσοδα παραμένουν σχεδόν σταθερά, με αποτέλεσμα την αύξηση του δημόσιου χρέους από 30% το 1981 σε 80% του ΑΕΠ το 1989.

Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνουν οι εξής επισημάνσεις: Η αύξηση των κοινωνικών δαπανών μεγεθύνει μεν το «κράτος», αλλά από την περίοδο της Μεταπολίτευσης μέχρι σήμερα οι δαπάνες αυτές είναι μικρότερες του μέσου όρου των ευρωπαϊκών χωρών. Ο πιο γνωστός δείκτης για να μετρηθεί είναι η σχέση δημόσιες δαπάνες / ΑΕΠ. Ο εν λόγω δείκτης, στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’80, ανήλθε σε περίπου 46% και υπολειπόταν σταθερά από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΟΚ, που εκείνη την περίοδο ανερχόταν σε 49,5%. Αυτή τάση συνεχίστηκε στα μετέπειτα χρόνια, αν και η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού μείωσε το δείκτη στο 48% στην Ε.Ε. Επιπλέον, το κλάσμα μισθοί δημόσιων υπαλλήλων / ΑΕΠ, από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης έως σήμερα, δεν ξεπερνά το 11%, όταν στην Ευρώπη κυμαίνεται μεταξύ 11 και 12%, αποδεικνύοντας ότι οι θεωρίες για υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους με παχυλούς μισθούς είναι έωλες.

Τέλος, ένα στοιχείο που οφείλει να ληφθεί υπόψη είναι ότι το κλάσμα αμυντικές δαπάνες / ΑΕΠ την περίοδο 1974-1989 στην Ελλάδα είναι κατά 2,3% υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, γεγονός που σε περίοδο 16 χρόνων μεταφράζεται σε επιβάρυνση του δημόσιου χρέους σχεδόν 40%! Δηλαδή, αν η χώρα δαπανούσε όσα και οι Ευρωπαίοι για την άμυνά τους, τότε το δημόσιο χρέος το 1990 αντί για 80% του ΑΕΠ θα ήταν περίπου 40%! Ωστόσο, η κυριότερη αιτία για την αύξηση του χρέους πρέπει να αναζητηθεί στη συστηματική υστέρηση των εσόδων. Αν υπάρχει ένα κοινό σημείο στη δημοσιονομική πολιτική από τη Μεταπολίτευση μέχρι το 2009, αυτό είναι η μειωμένη φορολογία συνολικά και ειδικότερα η φοροδιαφυγή των εύπορων εισοδηματικών στρωμάτων και των εταιρειών, γεγονός που βοήθησε και βοηθά την αναπαραγωγή του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, συμπεραίνουμε ότι οι πραγματικές αιτίες της επίθεσης στο λεγόμενο μοντέλο της Μεταπολίτευσης είναι άλλες από τις προβαλλόμενες. Η σημερινή κρίση δεν είναι «κρίση χρέους», όπως θέλουν να την εμφανίζουν οι αστικοί κύκλοι –και η επίσημη σοσιαλδημοκρατία–, αλλά καπιταλιστική κρίση που στην Ελλάδα έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις λόγω της ένταξης στην Ε.Ε και το ευρώ. Οι δε καπιταλιστικές κρίσεις αναζητούν την επίλυσή τους στη μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης (μειώσεις μισθών) και στην καταστροφή των πιο αδύνατων ή μη παραγωγικών κεφαλαίων. Από αυτή την άποψη η Μεταπολίτευση τίθεται στο στόχαστρο γιατί αποτελεί περίοδο που η άνοδος των ταξικών αγώνων αύξησε την αμοιβή της εργατικής δύναμης. Είναι χαρακτηριστικό ότι εν μέσω της διεθνούς οικονομικής κρίσης του 1974-1979 και με συνεχείς υποτιμήσεις της δραχμής –άνω του 130% σε σχέση με το δολάριο και το μάρκο–, λόγω των εργατικών αγώνων της περιόδου, οι εργαζόμενοι στη χώρα μας αύξησαν τα πραγματικά τους εισοδήματα, ενώ το μερίδιο της εργασίας σε σχέση με το ΑΕΠ αυξήθηκε από 48% το 1974 σε 53% το 1979 (ετήσια έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ). Το ίδιο και την επόμενη πενταετία, που επίσης χαρακτηρίστηκε από κινητοποιήσεις, με αποτέλεσμα το μερίδιο της εργασίας προς το ΑΕΠ να αυξηθεί σε 60% το 1984. Αντίθετα, η αντεπίθεση του κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκε τα επόμενα χρόνια είχε ως συνέπεια τη σταδιακή μείωση του μεριδίου της εργασίας στο 52% του ΑΕΠ το 1999, που παρέμεινε σχεδόν σταθερό έως το 2008.

Οι πολιτικές της περιόδου 1974-1990 δεν είχαν αποτέλεσμα μόνο την ενίσχυση της εργατικής δύναμης αλλά και τμημάτων του κεφαλαίου, όπως οι επιχειρήσεις, οι οποίες στηρίχτηκαν και δεν «εκκαθαρίστηκαν» σε ικανοποιητικό βαθμό, όπως συνέβη στις άλλες χώρες της Δύσης με αφορμή την κρίση του 1973-1979. Οι πολιτικές επιδοτήσεων και ενισχύσεων, προστασίας μέσω υποτιμήσεων του νομίσματος, προστατευτισμού πριν από την είσοδο στην Ε.Ε. και το ευρώ, η αύξηση της ζήτησης, που ευνοούσε κυρίως τους τομείς οι οποίοι δεν παρήγαν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, καθώς και η συστηματική φοροαποφυγή, συντήρησαν τα ασθενέστερα τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου και αύξησαν τον αριθμό μικροαστικών στρωμάτων (μικρές επιχειρήσεις, αυτοαπασχολούμενοι κ.λπ.).

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων από το 1974 και μετά αυξήθηκε, ξεπερνώντας τις 900.000 επί συνόλου 4.400.000 εργαζομένων στην αρχή της κρίσης το 2009. Το ελληνικό κεφάλαιο, λοιπόν, είχε επιτύχει μια συμμαχία μονοπωλιακών μερίδων με μικροαστικά στρώματα που την εποχή της κρίσης αμφισβητείται. Η απαξίωση των ασθενέστερων κεφαλαίων, ο μηχανισμός συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, καθώς και ο καθοριστικός ρόλος των ξένων δανειστών στην υπεράσπιση των δικών τους συμφερόντων μεταφράζεται και σε επίθεση στο μεταπολιτευτικό παραγωγικό μοντέλο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας αποκαλύπτεται από τα στοιχεία του 2012 για την κερδοφορία των ελληνικών επιχειρήσεων. Στο καταστροφικό για την ελληνική οικονομία έτος 2012, οι 500 πιο κερδοφόρες ελληνικές επιχειρήσεις αυξάνουν τον τζίρο τους κατά 4,5%, ανεβάζοντας το μερίδιό τους στο 55% της αγοράς, ενώ συγχρόνως αυξάνουν τα κέρδη τους κατά 26% (στα 2,4 δισ. ευρώ), τη στιγμή που όλες οι υπόλοιπες εταιρείες εμφανίζουν ζημίες 13,1 δισ. ευρώ!

Η επίθεση στη Μεταπολίτευση περιλαμβάνει και την προσπάθεια συγκάλυψης της κορυφαίας επιλογής από πλευράς της ελληνικής αστικής τάξης για συμμετοχή στην Ε.Ε και το ευρώ, που επιδείνωσε τη σημερινή κρίση. Η είσοδος στην Ε.Ε. το 1980 έχει αποτέλεσμα την αύξηση των πιέσεων στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, που με τη σειρά τους συμβάλλουν στην αύξηση του ελλείμματος εξωτερικών συναλλαγών. Αυτή η τάση εντείνεται ραγδαία μετά την είσοδο στο ευρώ το 2001. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλη την περίοδο 1974-1980 το εξωτερικό ισοζύγιο είναι αρνητικό και κυμαίνεται στα επίπεδα του -3% έως -4%. Μετά την είσοδο στην Ε.Ε., το έλλειμμα αυξάνεται περαιτέρω, χωρίς όμως να ξεπερνά το 7% του ΑΕΠ. Από την εφαρμογή του ευρώ και μετά το έλλειμμα του ισοζυγίου εκτοξεύεται, και το 2008 ανέρχεται στο 15% του ΑΕΠ (ή στα 41,5 δισ. ευρώ ετησίως). Η αύξηση των ελλειμμάτων εξωτερικών συναλλαγών συμβάλλει στην αύξηση του χρέους, ενώ επιπλέον έχει μια ποιοτική διάσταση που φέρνει τη χρεοκοπία πιο κοντά. Ενώ στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης η αύξηση του χρέους γίνεται κυρίως με εσωτερικό δανεισμό (περίπου 85% του συνόλου), μετά την είσοδο στο ευρώ πραγματοποιείται κυρίως με εξωτερικό δανεισμό, αυξάνοντας την εξάρτηση από την αστάθεια των αγορών.

Τέλος, χωρίς διάθεση υπεράσπισης της Μεταπολίτευσης, η περίοδος εκείνη βοηθά να αποκαλυφτεί η κινδυνολογία και οι αντιφάσεις της κυρίαρχης πολιτικής. Η αναγόρευση διαφόρων παραμέτρων της οικονομίας, (π.χ. ισχυρό νόμισμα, δημόσιο έλλειμμα κ.λπ.) ως βασικών αξιών για τα συμφέροντα όλων μας είναι μια γνωστή μέθοδος για τη συγκάλυψη της ταξικής πολιτικής. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από μια πολιτική «ισχυρού νομίσματος» αποκομμένη από άλλες μεταβλητές. Αντίθετα, η ταξική πάλη και η εργατική διεκδίκηση είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
02/08/2017 - 09:50

Ουδέποτε η διοίκηση του ΟΚΑΝΑ εξήγησε τους λόγους της παύσης ή ακολούθησε διαδικασίες διαφάνειας και αξιοκρατίας.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
20/07/2017 - 14:38

Εμείς δεν τσιμπάμε στο στημένο καυγά μνημονιακής «κεντροαριστεράς» και «κεντροδεξιάς»

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
18/07/2017 - 16:12

Το μήνυμα είναι σαφές: Οι φτωχοί και οι αγωνιζόμενοι «μέσα» - οι πλούσιοι, οι καταπιεστές και τα μαντρόσκυλά τους «έξω».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
12/07/2017 - 23:58

Μια νέα κοπέλα βρίσκεται στις φυλακές γιατί πίστεψε πως η αθωότητά της αρκεί.