ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Η σύγχρονη ανάδυση του φασιστικού φαινομένου και η Χρυσή Αυγή


Για να εξαχθούν κάποια, μερικά, συμπεράσματα σχετικά με την άνοδο της Χ.Α. και της πλατιάς νομιμοποίησής της, θα επιχειρηθεί μια προσέγγιση του επίσημου πολιτικού λόγου, καθώς και του λόγου της Χ.Α., και αυτό γιατί, όπως σημειώνει και ο Φουκώ, η εκφορά του αντανακλά τις σχέσεις εξουσίας και τις κοινωνικές αναπαραστάσεις. Έτσι, είναι δυνατόν να εξαγάγουμε συμπεράσματα τόσο για τη σχέση των ψηφοφόρων και των δυνάμει ψηφοφόρων με το κόμμα όσο και για τον τρόπο με τον οποίο το εν λόγω κόμμα επιχειρεί να πολιτικοποιήσει και να καθοδηγήσει το ακροατήριό του.

Αν πάμε περίπου ενάμιση με δύο χρόνια πίσω, στην περίοδο κατά την οποία έχουν ήδη συντελεστεί τεράστιες τομές σε όλους τους τομείς, θα διαπιστώσουμε ότι σημειώνεται και μεγάλη αλλαγή στη στρατηγική του δημόσιου λόγου του τότε κυβερνώντος κόμματος, του ΠΑΣΟΚ. Σημειωτέον, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις της VPRC, την περίοδο εκείνη το ΠΑΣΟΚ χάνει το μεγαλύτερο μέρος του ακροατηρίου του, πράγμα που αποτυπώνεται και στις εκλογές της 6ης Μάη.

Αν μέχρι τότε στόχος του κυρίαρχου πολιτικού λόγου ήταν να αποσπάσει ευρεία συναίνεση και νομιμοποίηση των πολιτικών επιλογών του, συγκροτώντας πλατιές κοινωνικές συμμαχίες, σήμερα βλέπουμε αυτόν το στόχο να αναιρείται. Οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι ανακοινώνουν τις πολιτικές τους αποφάσεις χωρίς προσπάθεια ωραιοποίησής τους, ακόμα και με τίμημα την περαιτέρω αποστοίχιση μαζών από το πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος. Η μορφή του κυρίαρχου πολιτικού λόγου που θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί στη φράση «προσπάθεια απόσπασης συναίνεσης» δίνει τη θέση της σε μια μορφή λόγου δομημένου στη μονόδρομη σχέση εντολής-υπακοής, μορφή που παίρνει ακόμα πιο ξεκάθαρα χαρακτηριστικά κατά τις περιόδους που είτε ψηφίζονται νέα μέτρα είτε καταγράφεται κινηματική ανάταση. Χαρακτηριστικό είναι το ξέσπασμα του Βενιζέλου σε τηλεοπτική εκπομπή, όπου χτυπώντας τα χέρια στο τραπέζι «έβαλε στη θέση του», σαν διευθυντής σχολείου, κάποιον που τόλμησε να αμφισβητήσει το λόγο υπογραφής του μνημονίου όπως τον επικαλείται η κυβέρνηση.

Παρά την ανυπαρξία νομιμοποίησης, η ανάγκη διατήρησης της πολιτικής εξουσίας παραμένει και διασφαλίζεται σήμερα μέσω της καλλιέργειας και της έντασης φόβου στο ακροατήριο. Σίγουρα αυτό αποτέλεσε στοιχείο του δημόσιου πολιτικού λόγου και το προηγούμενο διάστημα, όμως αυτή τη στιγμή αποτελεί ξεκάθαρη στρατηγική, και όχι υποτελή επιλογή. Η διαχείριση του φόβου, επομένως, είναι πλέον ο τρόπος υφαρπαγής συναίνεσης. Πώς όμως επιτυγχάνεται αυτό; Πέντε σημεία:

1. Η οικονομική κρίση παρουσιάζεται ως φυσική καταστροφή, ως κατάσταση εξαίρεσης, που δεν μπορούσε να προβλεφθεί λόγω του ανεξέλεγκτου των αγορών. Έτσι, η κρίση, και κατ’ επέκταση ο τρόπος αντιμετώπισής της, «φυσικοποιούνται», και η συμφωνία όλων ως προς τον τρόπο διαχείρισης της κατάστασης προβάλλεται αυτονόητη.

2. Ο κυρίαρχος λόγος επιμένει ότι καταλυτικά στην ένταση της κρίσης λειτούργησαν όχι μόνο οι πολιτικές επιλογές, αλλά και οι ίδιοι οι κυβερνώμενοι, ενοχοποιώντας έτσι το ακροατήριό του.

3. Tο θατσερικό «There Is No Alternative (TINA)» υιοθετείται επί της ουσίας από τα κυβερνητικά στελέχη, που μεσσιανικά παρουσιάζουν τις κυβερνητικές επιλογές ως αναπόφευκτο μονόδρομο, συμπληρώνοντας ότι οποιαδήποτε διαφορετική άποψη συνιστά εθνική προδοσία («Χωρίς δημοσιονομική εξυγίανση και χωρίς μεγάλες μεταρρυθμίσεις, ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει», Παπαδήμος). Η παρουσίαση της κατάστασης ως κατάστασης έκτακτης ανάγκης, για την επίλυση της οποίας δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, στερεοποιεί τη σχέση εντολής-υπακοής.

4. Προβάλλεται η παραδοχή ότι η πολιτική δεν είναι για όλους, αλλά μόνο για τους ειδικούς, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για τη διαμόρφωση «επιστημονικών» λύσεων στο πρόβλημα. Η διαμόρφωση «επιστημόνων πολιτικών» φυσικοποιεί με τη σειρά της τη σχέση εντολής-υπακοής.

5. Η ύπαρξη πολιτικών-ειδημόνων (βλ. Παπαδήμο, Στουρνάρα) οδηγεί στην ύπαρξη δεκτών που είναι, και οφείλουν να είναι, αγνώμονες σχετικά με την πολιτική. Η πολιτική από πεδίο συλλογικό γίνεται πεδίο ατομικό, από το οποίο είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένοι να αποχωρήσουν οι «πολλοί αδαείς», απομακρύνοντας τα άτομα και από τον έλεγχο των πολιτικών αποφάσεων («Κυβέρνηση με συμμετοχή λίγων πολιτικών και τους άριστους των Ελλήνων», Διαμαντοπούλου).

Η κυρίαρχη τοποθέτηση με αφορμή την κρίση αντανακλά την περαιτέρω αυταρχικοποίηση των σχέσεων κυρίαρχων-εξουσιαζόμενων. Η επιβολή του δυνατού στον αδύναμο μετατρέπεται σε κατάσταση φυσιολογική, η οποία επεκτείνεται στη σχέση εργοδότη-εργαζόμενου, γονέων-παιδιών, ντόπιων-μεταναστών, ανώτερων-κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, άντρα-γυναίκας. Αλλά και αντίστροφα: δεν είναι μόνο οι δυνατοί που αποδέχονται τον αυταρχικό τους ρόλο˙ είναι κυρίως οι αδύναμοι που φυσικοποιούν και υιοθετούν το ρόλο τους ως υποτασσόμενων, ως αυτών που αν αντιδράσουν θα αποτελούν τους κατεξοχήν υπευθύνους ακόμη μίας καταστροφής.

Η απόδοση ρόλων συγκεκριμενοποιείται ακόμη περισσότερο: η κυρίαρχη αφήγηση θέλει συλλήβδην τον ελληνικό λαό να είναι συντεχνία, λαμόγιο, τσάμπα μάγκας, μειοψηφία κόντρα στη σιωπηλή πλειοψηφία κ.λπ. (βλ. δημόσια επιστολή Διαμαντοπούλου, Λοβέρδου, Ραγκούση). Οι ταυτότητες αυτές αποδίδονται εν είδει αυταπόδεικτης αλήθειας, αναπαριστώντας μια πολύ συγκεκριμένη φιγούρα με πεπερασμένα όρια. Μάλιστα υπονοείται ότι ακριβώς λόγω αυτής της (αναπαριστώμενης) ταυτότητας εντάθηκε η κρίση και ότι το ξεπέρασμά της σημαίνει και το ξεπέρασμα του κακού εαυτού μας, δηλαδή την υπακοή στους ειδήμονες.

Πριν όμως από όλα αυτά, οι υλικές τομές στα δεδομένα διαβίωσής μας (απώλεια εργασίας, απώλεια εστίας, αδυναμία συνεισφοράς στη διαβίωση τη δική μας ή της οικογένειάς μας, διάρρηξη κοινωνικών σχέσεων, απομόνωση) έχουν αποδείξει ότι όσα δεδομένα μέχρι τώρα συγκροτούσαν τις ευρύτερες έννοιες του «τόπου», της «εστίας», παύουν τώρα να υπάρχουν. Ανέστιοι και μόνοι χρειαζόμαστε ξανά ένα τόπο, ένα θεμέλιο, πάνω στο οποίο να μπορέσουμε να πατήσουμε. Και η πιο εύκολη απάντηση σε αυτή τη ανάγκη δεν είναι άλλη από τη στροφή σε μια μεταφυσική. Σε μια μεταφυσική που προβάλλει η Χ.Α., για παράδειγμα, ως τη λύση των προβλημάτων μας. Ας θυμηθούμε το επιχείρημα ότι οι Έλληνες έχουν απεμπολήσει θεμελιώδεις αξίες όπως το πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, ότι εξαιτίας αυτού έχουν τα ήθη παρεκκλίνει και ότι μόνο μέσω της επιστροφής στο παρελθόν θα έχουμε τη δυνατότητα να επιστρέψουμε στον χαμένο μας παράδεισο. Ωστόσο, ο επίσημος πολιτικός λόγος (στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο λόγος των ΜΜΕ) είχε πρώτος αντικαταστήσει τη συλλογιστική με πολιτικό περιεχόμενο με ανακοινώσεις στη δομή των οποίων υπήρχαν μόνο συναισθηματικού και μεσσιανικού τύπου επιχειρήματα, όντας βέβαια κενά περιεχομένου: «θα βουλιάξουμε όλοι μαζί», «μαζί τα φάγαμε», «η Ελλάδα δεν θα γίνει ξέφραγκο αμπέλι» κ.λπ.

Επιπλέον, όταν ΝΔ-ΠΑΣΟΚ κατήγγειλαν τη Μεταπολίτευση, κατήγγειλαν μαζί και όλες τις πολιτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αξίες που ενέπνευσαν οι αγώνες της περιόδου. Τα δικαιώματα έκφρασης και διεκδίκησης, το κράτος πρόνοιας, οι συγκροτημένες σχέσεις εργασίας, ο συνδικαλισμός παρουσιάζονται πλέον όχι μόνο ως πολυτέλειες αλλά και ως πυρήνες του κακού, που θα πρέπει να ξεπεραστούν για να βγούμε από την «κατάσταση εξαίρεσης» και να ξαναφέρουμε τον «κανόνα», συσκοτίζοντας ότι η «κατάσταση εξαίρεσης» είναι ακριβώς οργανικό τμήμα αυτού του «κανόνα». Η ίδια η κυρίαρχη αντίληψη, λοιπόν, νομιμοποιεί τον ταξικό, και κατ’ επέκταση τον πολιτικό και ιδεολογικό, συσχετισμό της προηγούμενης εβδομηκονταετίας.

Βλέπουμε, επομένως ότι ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος μετατοπίζεται προς τα δεξιά, στρώνοντας το έδαφος της ανοχής και της νομιμοποίησης του ακροδεξιού λόγου, ακριβώς γιατί ο ίδιος ο κυρίαρχος λόγος δομείται πάνω στη λογική του τελευταίου. Τι εννοούμε όμως όταν λέμε ότι η δομή των λόγων τους συμπίπτει;

Η σχέση εντολής-υπακοής συνέδεε ανέκαθεν την ηγεσία των ναζιστικών μορφωμάτων με το ακροατήριό της. Αυτό ακόμη και σήμερα έχει όχι μόνο λεκτική αλλά και οργανωτική αποτύπωση. Ο Ν. Μιχαλολιάκος είναι ο «αρχηγός» της Χ.Α. και το ακροατήριό της ο «στρατός» της οργάνωσης. Η μεταφορά στρατιωτικής ορολογίας καθιστά σαφές ότι ο λόγος της ηγεσίας δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από διαταγές τις οποίες οφείλει να υλοποιεί το ακροατήριο, με απόλυτη πειθαρχία και χωρίς δικαίωμα κριτικής ή συνδιαμόρφωσης. Στο υπόβαθρο αυτής της λογικής υπάρχει και η αντίληψη ότι αφενός οποιουδήποτε είδους φιλελευθερισμός διακυβεύει την επιτυχία του σχεδίου και αφετέρου ότι στη δεδομένη φάση δεν υπάρχει χρόνος για διαβουλεύσεις, αλλά μόνο για δράση. Είναι προφανές ότι το δόγμα ΤΙΝΑ ενδημεί και εδώ. Δεν θα μπορούσε, εξάλλου, να είναι διαφορετικά: μπορεί κανείς να φανταστεί ένα στρατό που να λειτουργεί με ανταλλαγή απόψεων και σύνθεση; Πρόκειται για την ίδια ακριβώς αφήγηση που προβάλλει σήμερα ο επίσημος πολιτικός λόγος. Εξάλλου, ο ρόλος του υλοποιητή που αποδίδεται στο «στρατό» της οργάνωσης εντείνει τη λογική ότι στην πολιτική υπάρχουν οι επαγγελματίες/ειδήμονες και οι άλλοι που οφείλουν να υπακούν χωρίς να συμμετέχουν.

Με αυτόν τον τρόπο η Χ.Α. καταφέρνει να καλύψει δύο κενά που δημιουργούνται. Από τη μία, συγκροτώντας ένα ακροατήριο-στρατό που θα υλοποιεί, δίνει σε αυτό την αίσθηση ότι επιτέλους θα έχει ενεργό ρόλο σε όσα συμβαίνουν: οι επιθέσεις σε μετανάστες προβάλλονται ως ενεργητική στάση απέναντι στην επίσημη πολιτική ηγεσία. Ταυτόχρονα όμως, ο πολιτικός λόγος της Χ.Α. με τα απλουστευτικά, αντιδιαλεκτικά και «εύκολα» σχήματα, συναισθηματικού χαρακτήρα δεν απαιτεί από το ακροατήριο να σπάσει τα δεσμά με την κυρίαρχη ιδεολογία.

Συγκεκριμένα:

«Για την κρίση ευθύνονται όλοι οι πολιτικοί, δεξιοί και αριστεροί, που έκλεβαν και κορόιδευαν τον κόσμο». Μάλιστα, η μεγαλύτερη κατηγορία είναι ενάντια στην Αριστερά, ότι δήθεν έχει κατισχύσει φυσιογνωμικά από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, φέρνοντάς μας ως εδώ. Αυτή η αναπαρουσίαση μιας ιστορικής περιόδου δεν είναι μονάχα απλουστευτική. Πρόκειται για μια ανάγνωση που δεν καταγγέλλει τις πολιτικές στρατηγικές καθεαυτές, αλλά, το αξιακό υπόβαθρο που διαμόρφωσαν οι κοινωνικοί αγώνες της περιόδου, ακόμη ένα σημείο σύγκλισης του λόγου της Χ.Α. με την κυρίαρχη αφήγηση.

Η καταγγελίες όμως αφορούν και όλες τις μορφές οργάνωσης των εργαζομένων. Φράσεις όπως, «τα ξεπουλημένα συνδικάτα», «οι συνδικαλιστές που τα παίρνουν» κ.λπ. όχι μόνο οξύνουν και νομιμοποιούν την επίσημη ρητορική που διαβάλλει συλλήβδην πρακτικές και μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης, αλλά καλλιεργούν τη συνολική απόρριψη της πολιτικής, προβάλλοντας ως αυτονόητη την αντίληψη ότι ομάδες κρούσης και στρατιωτικά σχέδια είναι η μόνη λύση.

Βασικό στοιχείο των απλουστευτικών σχημάτων της Χ.Α. είναι, βέβαια, και η δημιουργία αποδιοπομπαίων τράγων, μιας επίπλαστης απάντησης στο «γιατί φτάσαμε ως εδώ». Οι μετανάστες, το κατεξοχήν παράδειγμα, αποτελούν τον εύκολο τόπο απόδοσης ευθυνών, αλλά και τον τόπο πειραματισμού των πρακτικών της Χ.Α. Η κατηγοριοποιήση των ανθρώπων βάσει του έθνους, του φύλου ή της θρησκευτικής τους ταυτότητας ήταν ανέκαθεν χαρακτηριστικό της ναζιστικής ρητορικής. Σήμερα έρχεται να τονώσει τη χαμένη εθνική αξιοπρέπεια, δημιουργώντας εύκολους στόχους, όπως ακριβώς δηλαδή έχει πολιτικοποιήσει τις μάζες χρόνια τώρα ο επίσημος πολιτικός λόγος. Η διαμόρφωση όμως της έννοιας του αξιοβίωτου, δηλαδή της έννοιας ότι μια ζωή αξίζει να βιωθεί, ενώ μια άλλη όχι, εμφανίστηκε στον πυρήνα του κυρίαρχου λόγου πολύ πρόσφατα και μάλιστα πριν το διατυμπανίσει η Χ.Α. Ο λόγος φυσικά για τον Ανδρέα Λοβέρδο και «τις εκδιδόμενες γυναίκες που μολύνουν τον έλληνα οικογενειάρχη». Ο έλληνας οικογενειάρχης νομιμοποιείται να εκμεταλλεύεται τους αδύναμους, οι αδύναμοι όμως είναι αυτοί που στο τέλος θα την πληρώσουν, ακριβώς γιατί συμπυκνώνουν το διαφορετικό σε σχέση με τη νόρμα. Ακριβώς την ίδια λογική συναντούμε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών, έργο της κυβέρνησης και όχι της Χ.Α. Οι διαφορετικοί, ακριβώς λόγω της διαφορετικότητάς τους, χαλάνε τη σούπα της κανονικότητας, και όποιος δεν είναι κανονικός, δεν αξίζει να ορίζεται άνθρωπος ((«Η Ελλάδα έγινε χώρος υποδοχής κάθε υπανθρώπου» Ζαρούλια).

Η ανυπαρξία διαλεκτικής σκέψης και αντιπαράθεσης συνηγορεί στην προβολή της Χ.Α. ως μιας οργάνωσης-μεσσία που θα μας σώσει από τα δεινά, αρκεί να πειθαρχούμε στο αυστηρό της σχέδιο. Με αυτόν τον τρόπο αναπαράγεται και εδώ η κυρίαρχη λογική της ανάθεσης, η λογική του «πρέπει να βρεθεί κάποιος να μας βγάλει από τη δύσκολη κατάσταση», αποδίδοντας τελικά αποκλειστικά εργαλειακό χαρακτήρα στη δήθεν ενεργητική συμμετοχή του ακροατηρίου, που περιγράφηκε προηγουμένως.

Η Χ.Α. όμως, πέρα από ιδεολογικές εγκλίσεις, διαμορφώνει παράλληλα ένα ευρύ δίκτυο «κοινωνικής αλληλεγγύης», όπως η ίδια το αποκαλεί, που απευθύνεται αποκλειστικά σε Έλληνες, σε «ομοίους». Έτσι, είναι σε θέση να απαντά και στις υλικές ανάγκες του ακροατηρίου της, συνδέοντας τις άρρηκτα με την ιδεολογική της τοποθέτηση. Και αυτό είναι ένα σημείο σημαντικό, διότι η Χ.Α. φαίνεται να οικειοποιείται την έννοια της αυτοοργάνωσης, μόνο που τώρα την βάζει στο πλαίσιο «πάρε το νόμο στα χέρια σου», καλλιεργώντας την εντύπωση της αυτάρκειας στο ακροατήριό της.

Παράλληλα, παρουσιάζει στον εαυτό της ως τον αντίθετο πόλο του συστήματος συνολικά, τοποθέτηση που βασίζει στο ότι όλοι την κατηγορούν και προσπαθούν να την απονομιμοποιήσουν. Σε αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί, το οποίο συχνά οικειοποιείται από την ίδια την Αριστερά και μάλιστα από τα πιο ριζοσπαστικά της κομμάτια. Μιλούν για «εθνική αντίσταση στη χούντα», για την «επαναστατική δράση του εθνικιστικού κινήματος», ενώ επικαλούνται και κοινωνικά κινήματα όπως η Κερατέα. Ο συνδυασμός ριζοσπαστικής μορφής και συντηρητικού περιεχομένου αποτελεί μια ιδιόρρυθμη αισθητικοποίηση της πολιτικής, η οποία προσπαθεί να ενσωματώσει τη φυσιογνωμία ριζοσπαστικών μορφών αντίστασης, που το τελευταίο διάστημα γίνονται ολοένα και πιο αποδεκτές λόγω της ανάπτυξης των κινημάτων, αποδίδοντάς τους όμως το πιο συντηρητικό περιεχόμενο.

Επιπλέον, η Χ.Α. μπορεί να αναγιγνώσκει και να τοποθετείται σχετικά με τα διακυβεύματα της εκάστοτε επίκαιρης κουβέντας. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση βουλευτή της σε εγκαίνια γραφείων της στην επαρχία, κατά την οποία προέβη στο διαχωρισμό της έννοιας της κυβέρνησης και της έννοιας της εξουσίας, οικειοποιούμενος σχήματα της Αριστεράς στο εν λόγω ερώτημα: ‘εμάς δεν μας ενδιαφέρουν οι κυβερνητικές καρέκλες, αλλά ο τόπος και η εξουσία των Ελλήνων. Γι’ αυτά πρέπει να παλέψουμε όλοι και σε κανέναν δεν λέμε ότι αυτός ο αγώνας θα είναι εύκολος ή ότι δεν θα ματώσει κανείς’.

Βασικός τρόπος καλλιέργειας δεσμών της Χ.Α. με το ακροατήριό της είναι επίσης η προσωποποίηση. Όλες οι πολιτικές τοποθετήσεις, οι δράσεις και τα στημένα σκηνικά συνδέονται επιμελώς με συγκεκριμένα στελέχη του κόμματος και όχι γενικά με την οργάνωση. Μάλιστα, τα προβαλλόμενα στελέχη είναι πολύ συγκεκριμένα ως προς τον αριθμό, και η προβολή τους ανακυκλώνεται με σκοπό να αποτυπώνονται στο μυαλό του δέκτη. Καλλιεργούνται έτσι προσωπικότητες-ήρωες, με τις οποίες το ακροατήριο είναι πολύ πιο εύκολο να στήσει δεσμούς και μάλιστα δεσμούς ανώτερου-κατώτερου, μέντορα-καθοδηγούμενου, τελικά ντολής-υπακοής. Σε αυτό προστίθεται και η έντονη χρήση συναισθηματικού λεξιλογίου, με χαρακτηριστικά παραδείγματα φράσεις όπως: λεβεντόπαιδα, περηφάνια, τα στέκια του Κολωνακίου κ.λπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας νεολαίος πιο εύκολα θα κατονομάσει τρεις βουλευτές της Χ.Α. παρά του ΠΑΣΟΚ. Κομβικό ρόλο σε αυτό έχουν παίξει φυσικά τα ΜΜΕ, που συνεχώς προβάλλουν με λάιφστάιλ προσέγγιση είτε βουλευτές της Χ.Α. είτε δράσεις της, επειδή «πουλάνε», είναι πιασάρικες, προσωποιημένες και κινητοποιούν το θυμικό.

Η Χ.Α., πατώντας στέρεα πάνω στα κυρίαρχα ιδεολογήματα, δυνατός-αδύνατος, κανονικός-διαφορετικός, καλεί για την υπεράσπιση αυτών των κατηγοριοποιήσεων, προβάλλοντας το ιδεατό πρότυπο. Άντρας λευκός, αρρενωπός, επιθετικός, ταγμένος σε «μεγάλους σκοπούς» που εφορμούν από ιδεολογήματα όπως αυτό της ανώτερης φύσης και της ανώτερης φυλής, υπάκουος στους ανωτέρους του, βίαιος στους κατώτερους, ταγμένος να διαφυλάσσει με κάθε τρόπο την καθαρότητα της «κατηγορίας» του. Μετανάστες, αλλόθρησκοι, ομοφυλόφιλοι αποτελούν πρότυπα ζωών που δεν αξίζει να βιωθούν, ενώ οι «κανονικές» γυναίκες είναι απλά εργαλεία στη υπηρεσία αναπαραγωγής του έθνους. Η Χ.Α. διαμορφώνει ομαδοποιήσεις, καθώς και ένα απλουστευτικό και πολύ στενό πλαίσιο σκέψης, τροφοδοτεί ιδεολογικά και υλικά το στρατό της, διαμορφώνοντας έτσι τον πολυπόθητο «τόπο», που χάσαμε όπως αναφέρθηκε αρχικά: καλλιεργεί έτσι την αίσθηση της δύναμης, και της φυσικοποιημένης ανωτερότητας κάποιων έναντι κάποιων άλλων, απαντώντας στο φόβο και την ανασφάλεια του ακροατηρίου. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι μια τέτοια ταυτότητα δεν διαμορφώνει ένα στρατό ανθρώπων που ποθούν την εξουσία απέναντι στους άλλους, αλλά αντίθετα, ένα στρατό που ποθεί να εξουσιάζεται και να πειθαρχεί σε ένα πλαίσιο αυστηρής γεωμετρίας και νόρμας, την προέλευση του οποίου θεωρεί φυσική. Πρόκειται, με λίγα λόγια, για το είδωλο της κυρίαρχης ρητορικής, του οποίου εδώ και καιρό γινόμαστε αποδέκτες.

Όμως, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι ο φασισμός θα εκλείψει όταν εκλείψουν οι παρούσες παραγωγικές σχέσεις. Δεν υπάρχει χρονική προτεραιότητα του ενός ως προς το άλλο, γιατί η πάλη ενάντια στο φασισμό είναι και πάλη ενάντια στο σύστημα, και αντιστρόφως. Εξάλλου, το πρότυπο που διαμορφώνει η Χ.Α. δεν είναι χωρίς αντιφάσεις. Η απελευθέρωση από τα δεσμά της υποταγής που περιγράφει είναι μια επίπλαστη απελευθέρωση με αντίτιμο την πρόσδεση σε πολύ πιο ασφυκτικά δεσμά πειθαρχίας και καταναγκασμού. Όχι μόνο το πολιτικό της πρόγραμμα συνεπικουρεί την κυρίαρχη στρατηγική, αλλά η ίδια της η δομή και η οργάνωση είναι συνυφασμένη και τροφοδοτεί τα δίκτυα παραοικονομίας και εκμετάλλευσης, και τελικά το ίδιο το σύστημα. Χρειάζεται όμως, γι’ αυτούς τους λόγους η Αριστερά να βαθύνει τόσο την ιδεολογική της παρέμβαση όσο και την παρέμβασή της αναφορικά με τις υλικές συνθήκες διαβίωσης. Να αναδείξει τις αντιφάσεις αυτές και να διαμορφώσει το δικό της συνολικό αντιπρόταγμα, στο οποίο οι λέξεις αλληλεγγύη, ισότητα, ελευθερία θα ξαναβρούν το χαμένο τους νόημα, και το οποίο θα μπορέσει να οικοδομήσει ένα μέλλον διαφορετικό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
13/12/2017 - 10:59

Η πρόταση για συγχωνεύσεις τμημάτων ΤΕΙ ή ΑΕΙ και ΤΕΙ δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί συνέχεια του σχεδίου «Αθηνά».

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.