ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Κοινή Αγροτική Πολιτική και Αγροτική Παραγωγή: Τα σταφύλια της οργής


Η κατάσταση στην αγροτική παραγωγή της χώρας μας μπορεί να ιδωθεί μόνο μέσα από το πρίσμα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), που η χάραξή της από την Ε.Ε. και η πιστή της εφαρμογή από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, έχουν οδηγήσει στα σημερινά αποτελέσματα, τόσο στην αγροτική παραγωγή όσο και στον αγροτικό μας πληθυσμό. Μια προσεκτική ματιά στο πρόσφατο παρελθόν και κυρίως στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που οδήγησαν στο να γίνει για πρώτη φορά λόγος για την ΚΑΠ, αλλά επίσης στις φάσεις της, στα αδιέξοδά της, καθώς και στο πώς προσπαθούν να διαχειριστούν τα αδιέξοδα αυτά τα επιτελεία των Βρυξελλών, είναι απαραίτητη.

Οι τρεις φάσεις της ΚΑΠ

Τρεις είναι οι κύριες φάσεις από τις οποίες έχει περάσει η Κοινή Αγροτική Πολιτική. Η πρώτη ξεκινά μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου με την τεράστια προσπάθεια που γίνεται τότε για αύξηση της παραγωγικότητας της γεωργίας. Οι αστικές τάξεις προσπαθούν να αναδιατάξουν τους όρους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και να εξασφαλίσουν νέα πεδία αγοράς και παραγωγής που θα αυξήσουν την κερδοφορία του κεφαλαίου. Αυτή η κίνηση σε επίπεδο αγροτικής παραγωγής μεταφράζεται σε κίνητρα στον αγροτικό πληθυσμό προκειμένου να ασχοληθεί με τη γεωργία, έτσι ώστε να επιτευχθεί σχετική αυτάρκεια στον τομέα των τροφίμων. Ξεκινά, λοιπόν, η πολιτική των επιδοτήσεων για τη βελτίωση των μέσων παραγωγής, επιδοτήσεις που συνδέονται άμεσα με την ποσότητα των παραγόμενων προϊόντων.
Η πίεση που ασκεί ο λαϊκός παράγοντας, το ισχυρό εργατικό κίνημα, καθώς και το ψυχροπολεμικό κλίμα και η απειλή του «κομμουνιστικού κινδύνου», αναγκάζουν τα κράτη-μέλη της ΕΟΚ και τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις να ακολουθούν αναδιανεμητικές πολιτικές και να κατοχυρώνουν κατά προτεραιότητα την αυτάρκεια της ΕΟΚ σε τρόφιμα. Πολύ γρήγορα όμως (στα τέλη της δεκαετίας του ’60) αρχίζουν να διατυπώνονται οι πρώτες σκέψεις για μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, με στόχο την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων στον τομέα της γεωργίας. Ήδη τα αποτελέσματα από την πρώτη φάση αρχίζουν να γίνονται ορατά: Δημιουργούνται πλεονάσματα προϊόντων και αυξάνονται οι γεωργικές δαπάνες της ΕΟΚ, οι οποίες μάλιστα φτάνουν περίπου στο 50% του προϋπολογισμού της!
Σταδιακά περνάμε έτσι στη δεύτερη φάση της ΚΑΠ, κατά την οποία τα αστικά επιτελεία αρχίζουν να κάνουν σκέψεις για το πώς θα διαχειριστούν τα πλεονάσματα που έχουν δημιουργηθεί. Γίνεται λόγος για μείωση των επιδοτήσεων. Αρχίζει έτσι να δημιουργείται στο εσωτερικό της Ένωσης μια σύγκρουση μεταξύ του βιομηχανικού/κτηνοτροφικού βορρά (Αγγλία, Γερμανία) και του αγροτικού νότου (Γαλλία, Ιταλία) με αντικείμενο το ύψος και την κατεύθυνση των επιδοτήσεων.
Τα συστήματα ποσοστώσεων (οι μέγιστες ποσότητες παραγωγής που διατίθενται στους κατόχους γεωργικών εκμεταλλεύσεων) και οι εθνικές εγγυημένες ποσότητες (μέγιστες ποσότητες παραγωγής), που αρχίζουν να εφαρμόζονται, επιτρέπουν τον έλεγχο της γεωργικής παραγωγής και τον περιορισμό των πλεονασμάτων, καθώς και την δημιουργία αποθεμάτων. Σε περίπτωση υπέρβασης, οι παραγωγοί οφείλουν να καταβάλουν εισφορά συνυπευθυνότητας. Έτσι, η τιμή παρέμβασης για την επόμενη περίοδο εμπορίας μειώνεται.
Οι πολιτικές εξελίξεις που ακολουθούν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η σταδιακή υποχώρηση του εργατικού κινήματος επιφέρουν σταδιακά μια αλλαγή της στρατηγικής της ΕΟΚ και στην αγροτική παραγωγή. Ανοίγει ο δρόμος για την τρίτη φάση της ΚΑΠ: αυτή δεν είναι άλλη από την εγκατάλειψη του παρεμβατισμού και την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Οι τρόποι με τους οποίους υλοποιείται αυτή η κατεύθυνση είναι η μείωση των τιμών των γεωργικών προϊόντων και η αποζημίωση των αγροτών για την απώλεια του εισοδήματός τους. 
Η αντίληψη που κυριαρχεί, λοιπόν, σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι ότι ο αγροτικός τομέας μπορεί να λειτουργήσει χωρίς επιδοτήσεις ή άλλη κρατική παρέμβαση, παρότι έχει τους υψηλότερους αστάθμητους παράγοντες και απευθύνεται στη βασικότερη των αναγκών, δηλαδή τη σίτιση. Διακηρυγμένος στόχος, η μείωση του αγροτικού εισοδήματος, η μείωση των προσδοκιών του αγροτικού πληθυσμού για καλύτερο βιοτικό επίπεδο και τελικά η μείωση του αγροτικού πληθυσμού στο 6%. Πραγματικός σκοπός, η συγκέντρωση της παραγωγής σε λίγα χέρια, η μείωση του κόστους παραγωγής και η αύξηση με αυτό τον τρόπο της κερδοφορίας.

H νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική

Η νέα ΚΑΠ, με ορίζοντα το 2013, κινείται σε δύο βασικές λογικές. Πρώτος άξονάς της είναι να λειτουργούν οι επιδοτήσεις σαν «επίδομα ανεργίας», για τη συντήρηση της αγροτικής δύναμης, καθώς το αγροτικό εισόδημα από τα προϊόντα είναι εξαιρετικά ελλιπές. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, οι επιδοτήσεις μετατρέπονται σε άμεσες ενισχύσεις, πλήρως αποκομμένες από το παραγόμενο προϊόν. Η λήψη της ενίσχυσης προϋποθέτει την πολλαπλή συμμόρφωση του παραγωγού με πρότυπα σχετικά με το περιβάλλον, την ασφάλεια των τροφίμων, την υγεία και τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων, τις ορθές γεωργικές και περιβαλλοντολογικές συνθήκες. Σε διαφορετική περίπτωση, η ενίσχυση ανακαλείται.
Δεύτερος άξονας της νέας ΚΑΠ είναι η ανταγωνιστικότητα των αγροτικών προϊόντων, τόσο διεθνώς, όσο και εντός της Ε.Ε., αφού αποτελεί μια κατεύθυνση ζωτικής σημασίας για τα κράτη-μέλη. Μάλιστα η διεύρυνση της Ε.Ε., πολύ περισσότερο με την πρόσφατη είσοδο δέκα νέων χωρών, οι οποίες διαθέτουν εξαιρετικά φθηνό εργατικό δυναμικό και πλήρως αναδιαρθρωμένες εργασιακές σχέσεις, έχει οδηγήσει στην ελεύθερη, δίχως δασμούς, κυκλοφορία νέων φθηνών προϊόντων, τα οποία λειτουργούν ως μοχλός πίεσης τόσο για την πτώση των τιμών στα ντόπια προϊόντα, όσο και για την καθήλωση των μεροκάματων.

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Το τέλος του Εμφυλίου στην Ελλάδα βρήκε την αγροτική παραγωγή κατεστραμμένη, παρότι αυτή συνέχιζε να αποτελεί τη βασική απασχόληση της πλειονότητας του λαού. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς το κράτος να μεριμνήσει για την ανασυγκρότηση της αγροτικής παραγωγής, με σκοπό την αναπαραγωγή των όρων ύπαρξης του αγροτικού πληθυσμού, αλλά και τη συγκρότηση κοινωνικών συμμαχιών με τα αγροτικά στρώματα, στην προσπάθεια αυτά να αποκοπούν από την επιρροή του ΕΑΜικού μπλοκ. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα δεν μπορούσε παρά να εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο πολιτικής, ακόμα και δεξιών κυβερνήσεων, που οριζόταν από κρατικοποιήσεις, αυξημένο κρατικό παρεμβατισμό και γενικά εγκόλπωση όψεων των λαϊκών συμφερόντων. 
Από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ και μετά, αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Η κρατικοποίηση, κατ’ ουσίαν, των συνεταιρισμών από το ΠΑΣΟΚ, αντί να τους δυναμώσει, τους μετέτρεψε σε εργαλείο του κράτους και τους διέλυσε. Οι συνεταιρισμοί, από φορείς αγροτικής διεκδίκησης, μετατρέπονται στο μοναδικό μέσο για την εξασφάλιση των επιδοτήσεων και τη διατήρηση των πελατειακών σχέσεων με τον αγροτικό πληθυσμό. Μέσα σε αυτή την προφανή αδυναμία αντίδρασης, η ευθυγράμμιση με την ΚΑΠ γίνεται μονόδρομος. Ξεκινούν οι μονοκαλλιέργειες (λ.χ. το βαμβάκι αντικαθιστά το σιτάρι) για την είσπραξη των επιδοτήσεων, οι οποίες αφορούν κυρίως στην αγορά εργαλείων και υλικών και, προφανώς, όχι στην αναδιοργάνωση της παραγωγής προς όφελος των αγροτών. Αποτέλεσμα, η μείωση της αγροτικής παραγωγής και, κατ’ επέκταση, και του αγροτικού εισοδήματος.
Ωστόσο οι μεγάλες τομές έρχονται επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη: Η μετατροπή της Αγροτικής Τράπεζας σε συμβατικό ταμιευτήριο το 1990 και η απελευθέρωση της αγοράς καυσίμων και λιπασμάτων το 1993, διπλασίασαν σχεδόν το κόστος παραγωγής και εκτόξευσαν τις οφειλές των δανείων. Συνεταιρισμοί κλείνουν, ενώ και όσοι επιζούν, αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα με τις τιμές πώλησης των προϊόντων και γενικότερα με τη διάθεσή τους στην αγορά. Ταυτόχρονα, η αύξηση του αριθμού των μεταναστών, που χρησιμοποιήθηκαν ως φτηνή και χωρίς δικαιώματα εργατική δύναμη, λειτούργησε ως βασικός μοχλός πίεσης των ντόπιων αγρεργατών και απορρύθμισης των μισθών και των εργασιακών τους σχέσεων. Το ρόλο του κράτους στην οργάνωση της παραγωγής αναλαμβάνουν να υποκαταστήσουν εταιρείες τροφίμων, συγκροτώντας τα καρτέλ. Έτσι, οι παραγωγοί αναγκάζονται να υπογράφουν συμβόλαια αποκλειστικής διάθεσης των προϊόντων τους στις διάφορες εταιρείες («συμβολαιακή γεωργία»), τις περισσότερες φορές σε τιμές κάτω του κόστους.
Ωστόσο, η προώθηση της νεοφιλελεύθερης Κοινής Αγροτικής Πολιτικής δεν προχωράει χωρίς αντιφάσεις. Η αγανάκτηση που έχει με τα χρόνια συσσωρευτεί, δίνει τον τόνο στο μεγάλο ξεσηκωμό των αγροτών το ’96-’97. Δυστυχώς, όμως, οι κινητοποιήσεις αυτές στέκονται μόνο στο ζήτημα των επιδοτήσεων, δεν βάζουν στο στόχαστρο τον πυρήνα της ΚΑΠ (οργάνωση παραγωγής, μονοκαλλιέργειες κ.λπ.), ενώ και το ΚΚΕ, που αποτελούσε ηγεμονική δύναμη στους κόλπους των αγανακτισμένων αγροτών, δεν πίστευε στη νίκη των κινητοποιήσεων. Έτσι το κίνημα των αγροτών δεν μπόρεσε να συνδεθεί με ευρύτερα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας που αμφισβητούσαν τον «εκσυγχρονισμό», αυτοπεριορίστηκε σε οικονομικά αιτήματα και κατέληξε στην υποχώρηση.
Θα περίμενε κανείς πως μετά από μια σειρά ηττών, αλλά και αποσπασματικών και ατελέσφορων κινητοποιήσεων των αγροτών που ακολούθησαν, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ανασυσταθεί το αγροτικό κίνημα και να επαναληφθούν κινητοποιήσεις της κλίμακας του ’96-’97. Παρ’ όλα αυτά, ο πρόσφατος ξεσηκωμός των αγροτών ανέδειξε δυνατότητες ανατροπής των δεδομένων στον αγροτικό συνδικαλισμό, ακόμα και ανάσχεσης της κυρίαρχης πολιτικής. Οι κινητοποιήσεις δεν αποτέλεσαν απλά ένα αυθόρμητο ξέσπασμα: ήταν το αποτέλεσμα μιας συσσωρευμένης οργής που εκφράστηκε στη συγκυρία. Η γενικευμένη αβεβαιότητα για το εισόδημα των αγροτών, έρχεται σε αντίθεση με τη σιγουριά της ατομικής ιδιοκτησίας και την προσδοκία για την κάλυψη των αναγκών των αγροτών από τον προσωπικό τους μόχθο, δημιουργώντας το υλικό υπόβαθρο για τις αντιδράσεις τους. Η γενικότερη ιδεολογικοπολιτική αστάθεια, οι νικηφόροι αγώνες σε άλλους κλάδους των εργαζόμενων και της νεολαίας, η κοινωνική έκρηξη του Δεκέμβρη, όλα αυτά λειτούργησαν παραδειγματικά και στο χώρο των αγροτών. 
Ωστόσο η ηγεσία των συνεταιρισμών, εξαιτίας της ευθυγράμμισής της με την κυρίαρχη πολιτική και την ΚΑΠ, λειτούργησε προδοτικά προς τις διαθέσεις των αγροτών και οδήγησε στο κλείσιμο των κινητοποιήσεων. Παράλληλα, αναδείχθηκαν οι αντιθέσεις μεταξύ μικρομεσαίων και μεγαλοαγροτών, με τους δεύτερους να ηγεμονεύουν στις κινητοποιήσεις και εν τέλει να επωφελούνται από τις παραχωρήσεις του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Αντίθετα, σε όσες περιπτώσεις οι αγρότες πήραν την υπόθεση στα χέρια τους, κατέγραψαν πρωτοφανή αγωνιστικότητα. 
Η επίσημη Αριστερά φάνηκε αδύναμη να συμβάλλει σε μια νικηφόρα πορεία των κινητοποιήσεων. Το μεν ΚΚΕ, ενώ σε επίπεδο πολιτικής ρητορείας καταγγέλλει την ΚΑΠ, υιοθετεί, μέσω της ΠΑΣΥ, πρακτικές που δεν οδηγούν στην ανάπτυξη ενωτικών κινητοποιήσεων για την ανατροπή της. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ, εξαιτίας της φιλο-Ε.Ε. στάσης του, δεν έρχεται σε ρήξη, όχι μόνο με το θεσμό της Ε.Ε., αλλά ούτε καν με τις επιπτώσεις της συμμετοχής της Ελλάδας σε αυτήν, όπως είναι η επιβολή της ΚΑΠ.

Και η ριζοσπαστική Αριστερά;

Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι εξαιρετικά περιορισμένες στον αγροτικό χώρο, με αποτέλεσμα την αδυναμία μάχιμης πολιτικής παρέμβασης, ικανής να ανατρέψει τα δεδομένα στο χώρο των αγροτών. Χρέος σύσσωμης της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι να εμπλακεί ενεργά με τον πολύπαθο αγροτικό πληθυσμό, διατυπώνοντας αιτήματα που θα ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες του. Να συμβάλει στην ανασυγκρότηση του αγροτικού συνδικαλιστικού κινήματος, ώστε να ξαναγίνει διεκδικητικό και απειλητικό, ξεπερνώντας την πολυδιάσπαση και την απαξίωση του, αποτέλεσμα της κατάστασης στην οποία έχουν περιέλθει σήμερα οι συνεταιρισμοί. Να γειώσει την αντι-Ε.Ε. οπτική της στις επιπτώσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών στην καθημερινότητα των αγροτών, μαζικοποιώντας το αίτημα ανατροπής της ΚΑΠ και παράγοντας συγκεκριμένα αποτελέσματα σ’ αυτή την κατεύθυνση. 
Η προσπάθεια από τη ριζοσπαστική αριστερά να διατυπώσει μια πολιτική πρόταση για το σύνολο της κοινωνίας, που τίθεται ακόμη πιο επιτακτικά μέσω του ενωτικού εγχειρήματος του ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μπορεί να βοηθήσει στη σύνδεσή της με κοινωνικά στρώματα με τα οποία προηγουμένως δεν διατηρούσε καμία πολιτική σχέση. Ωστόσο δεν αρκεί η απλή κατάρτιση ενός προγράμματος πάλης, η έξωθεν παρέμβαση, η πρακτική «τοποθετούμαστε απ’ έξω». Ζητούμενο παραμένει η μόνιμη, σταθερή και ενωτική παρέμβαση της ριζοσπαστικής αριστεράς στο χώρο των αγροτών, ούτως ώστε πέρα από τα άμεσα αιτήματα να υιοθετηθούν πειστικές προτάσεις οργάνωσης της παραγωγής, που θα μπορέσουν και να ενεργοποιήσουν κινήματα, αλλά και να συγκροτήσουν μια πειστική πρόταση για μια οργάνωση της αγροτικής παραγωγής τέτοια που θα απαντά στο αίτημα για ποιοτικά και προσιτά αγροτικά προϊόντα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
21/11/2017 - 15:31

Χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς είναι η απώλεια της ουτοπίας ως μελλοντικής υπόσχεσης για μια καλύτερη ζωή.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.