ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


 Μετά τη δημοκρατία…

Μετά τη δημοκρατία…


Η ώρα για μια συνολική και διεξοδική κριτική πέρα από συνθηματολογικούς αφορισμούς έχει φτάσει

Για το ζήτημα της «δημοκρατικότητας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει χυθεί άπειρο μελάνι. Η συζήτηση και η κριτική για το συγκεκριμένο θέμα διεξάγεται καταρχάς ως δήθεν επιστημονική και ουδέτερη έρευνα από τα ακαδημαϊκά think tanks των μεγάλων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, τα οποία επιχειρούν να περιγράψουν τη μετάβαση από το τυπικό έθνος-κράτος στο μεγαλούργημα της Ε.Ε., που αφήνει έκθαμβο τον παραδοσιακό πολιτικό επιστήμονα, αχρηστεύει τα κλασικά εννοιακά εργαλεία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της διάκρισης των εξουσιών και της λαϊκής κυριαρχίας και υποχρεώνει –υποτίθεται– την επιστήμη να κατασκευάσει νέες έννοιες αμφιβόλου επιστημονικού και κυρίως αξιακού περιεχομένου.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα επιστημονικής θέσης αυτής της σχολής αποτελεί το περιβόητο ζήτημα της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι των εθνικών Συνταγμάτων, υπεροχή η οποία πολλοί ισχυρίζονται ότι υφίσταται de facto και δεν δύναται να αναλυθεί σε οποιαδήποτε διαδικασία συναίνεσης, πολιτικών συμφωνιών ή κατίσχυσης πολιτικών τάσεων στο εσωτερικό της Ε.Ε.

Με μεγαλύτερη ειλικρίνεια ξεδιπλώνεται ο προβληματισμός διαφόρων σκεπτικιστών, που εντοπίζουν έλλειμμα δημοκρατίας στην ίδια τη δομή της Ε.Ε. και δευτερογενώς στην πολιτική της. Οι φεντεραλιστές επικρίνουν τον διακοσμητικό ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο έχει δευτερεύοντα (ή και ανύπαρκτο, ενίοτε) ρόλο στη νομοθετική διαδικασία και δεν μπορεί να ασκήσει επί της ουσίας έλεγχο στην εκτελεστική εξουσία –κάτι που είναι αυτονόητο για τα εθνικά κοινοβούλια. Επιπλέον αμφισβητούν τη σύνθεση του Κοινοβουλίου με βάση τον πληθυσμό των κρατών-μελών, σύνθεση που προφανώς ευνοεί τα μεγαλύτερα κράτη, ή την κάθοδο εθνικών συνδυασμών στις ευρωεκλογές, αντί για πανευρωπαϊκά κόμματα, τα οποία θα επέτρεπαν «αμεσότερη» πολιτική διαμεσολάβηση της βούλησης των πολιτών. 

Οι θιασώτες του πιο παραδοσιακού διακυβερνητικού μοντέλου, από την άλλη, βλέπουν τις διαδικασίες απόφασης της Ε.Ε. ως παρακαμπτήριες οδούς για την έλλειψη συναίνεσης εντός των εθνικών δημοκρατιών: τα κύρια όργανα της Ε.Ε., η Επιτροπή και το Συμβούλιο, απαρτίζονται ή διορίζονται από τις εθνικές κυβερνήσεις, με τρόπο ώστε μια κυβέρνηση να μπορεί να (συν)νομοθετήσει για τη χώρα της παρακάμπτοντας τις εσωτερικές διαφωνίες αλλά και το εθνικό Σύνταγμα. Οι διαδικασίες της Ε.Ε. δεν απαξιώνουν απλώς τα εθνικά κράτη αλλά τα ίδια τα εθνικά κοινοβούλια, άρα και τη λαϊκή βούληση, ενώ θα ήταν προτιμότερο οι αποφάσεις της Ε.Ε. να μην είχαν άμεση ισχύ και αφήνεται ευχέρεια προσαρμογής στα εθνικά κράτη. 

Η κριτική της Αριστεράς στοχεύει διαφορετικά: εστιάζει ορθά στις πολιτικές διεργασίες που γέννησαν και τροφοδοτούν την Κοινότητα και την Ένωση και αναγνωρίζει την υπαρκτή εδραίωση μιας τεχνοκρατικής αντί δημοκρατικής λειτουργίας, ως αποτέλεσμα των πολιτικών στόχων που έχουν τεθεί. Αποφεύγοντας, εννοείται, εύκολες βεβαιότητες και τον υπαρκτό, αν και συνήθως προβαλλόμενο καθ’ υπερβολήν, κίνδυνο άκριτης ενσωμάτωσης των παραδοσιακών αξιών της αστικής δημοκρατίας και του έθνους-κράτους, όταν αυτές χρησιμοποιούνται ως εργαλεία για την κριτική στην Ε.Ε., δεν είναι καταρχήν θεμιτό να χάνεται κανείς σε αφαιρετικές συζητήσεις περί θεωρητικά κατασκευαζόμενων μοντέλων δημοκρατίας και «δημοκρατικών βελτιώσεων» και να μην προσπαθεί κάτι πιο απλό: να αντλήσει διδάγματα από την ιστορία. 

Στην ιστορική διαδρομή της Ε.Ε. βαρύνουν ιδιαίτερα τα ιδεολογικά στοιχεία, όχι μόνο στην πολιτική παρουσίαση και υπεράσπισή της, όπου κάθε βήμα της Ε.Ε. παρουσιάζεται σαν μοναδική ελπίδα της ανθρωπότητας να αφήσει πίσω της το συντηρητισμό και την υπανάπτυξη, αλλά και στα ίδια τα κοινοτικά νομοθετικά κείμενα. Σε όλη τη διαδρομή του εγχειρήματος, οι δημοκρατικές παραδόσεις των κρατών-μελών, που διακηρύσσονται πανηγυρικά ως βάση όλων των εκφάνσεων  της Ένωσης (δομή, λειτουργία, πολιτική), νοούνται εκλεκτικά και αποτελούν ένα ιδεολογικό συμπλήρωμα της πραγματικής βάσης της, που δεν είναι άλλη από μια συγκεκριμένη μορφή οικονομικής διαχείρισης που προωθείται και εδραιώνεται μέσα από τις θεσμικές αλλαγές που επιτάσσει η Ένωση. 

Ο βασικός στόχος γύρω από τον οποίο συνασπίστηκαν οι εθνικές αστικές τάξεις και τα εθνικά αστικά κόμματα (από την αρχή και στη συνέχεια όλο και πιο επιθετικά) είναι η δημιουργία εκείνου του όσο το δυνατόν πιο ενιαίου πλαισίου για την αυτορρύθμιση μιας όλο και πιο ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς και η ταυτόχρονη αποστασιοποίηση του κράτους από την ανακατανομή του πλούτου και τη διαμεσολαβημένη έκφραση ενός κοινωνικού ελέγχου της αγοράς προς ένα ρόλο τεχνοκράτη διαιτητή σ’ ένα γήπεδο που ανήκει πλέον εξ ολοκλήρου στο κεφάλαιο. Μπορούμε εδώ να σημειώσουμε ότι η αποστειρωμένη τεχνοκρατική λειτουργία της Ε.Ε. αποτέλεσε και αποτελεί παράδειγμα για την απεμπόληση από το κράτος των θετικών πλευρών του κρατικού παρεμβατισμού, τη συρρίκνωση δηλαδή του κοινωνικού κράτους. 

Η αναπόφευκτη στροφή

Τα επιτεύγματα στην πορεία ολοκλήρωσης αυτού του στόχου ήταν πράγματι εντυπωσιακά, αν αναλογιστούμε τον όγκο της νομοθεσίας και τους νέους θεσμούς που έφερε η Ε.Ε., ειδικά σε κράτη όπου το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο για μια αυτορρυθμιζόμενη αγορά ήταν ανεπαρκέστατο, και τη νομισματική ενοποίηση. Η απόλυτη προτεραιότητα αυτού του στόχου για την ύπαρξη της Ε.Ε. εξηγεί τόσο την τεχνοκρατική λειτουργία, όσο και τις τεράστιες πολιτικές αντιφάσεις που κλυδωνίζουν την Ε.Ε., χωρίς όμως να την παρεμποδίζουν άμεσα στην επιτέλεση του βασικού της καθήκοντος. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της χωριστικής στάσης της Μεγάλης Βρετανίας σε δύο κομβικά ζητήματα: την ΟΝΕ και το Ευρωσύνταγμα. Η μη συμμετοχή της στην ΟΝΕ προκάλεσε σφοδρές επικρίσεις και θεωρητικές συζητήσεις για το πώς και αν προχωρά η ενοποίηση. Αντίθετα, η άρνησή της να ενσωματωθεί στο Ευρωσύνταγμα ή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (προκειμένου να μην αποκτήσει η Βρετανία από το παράθυρο δεσμευτική χάρτα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη στιγμή που δεν έχει γραπτό Σύνταγμα), ξεπεράστηκε εύκολα με μια ρήτρα εξαίρεσης.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι τα ζητήματα δημοκρατίας εντός της Ένωσης εξελίσσονται εική και ως έτυχε. Κάθε άλλο: στην πραγματικότητα, ο κυρίαρχος τεχνοκρατισμός σημαίνει και μια βαθιά συντηρητική στροφή στα ζητήματα δικαιωμάτων και δημοκρατίας. Και αυτό δεν αφορά μόνο τη δομική και καταφανή επίθεση στα εργατικά και στα κοινωνικά δικαιώματα, που προφανώς αποτελεί την άλλη όψη της αποδοχής του πλαισίου μιας «εξαιρετικά ανταγωνιστικής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς». Η στροφή είναι πλέον ορατή και στην πολιτική της Ε.Ε. για την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη. Ο φιλελεύθερος μύθος, που γέννησε την Ένωση και ο οποίος συνδύαζε με μεταφυσικό τρόπο τον απόλυτο συντηρητισμό στην οικονομία με την απόλυτη (υποτίθεται) προοδευτικότητα στα θέματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων, αρχίζει σιγά σιγά να εξανεμίζεται. Η Ένωση της δημοκρατίας και της διαφωτιστικής παράδοσης δεν δίστασε καθόλου να υιοθετήσει τη λογική του περιορισμού των ελευθεριών χάριν της ασφάλειας έναντι της τρομοκρατικής απειλής, με σωρεία τρομονόμων, αδιαφανών διαδικασιών δικαστικής συνδρομής και αστυνομικής συνεργασίας μεταξύ κρατών, νομιμοποίησης μέσων παρακολούθησης των πολιτών και σύνταξης λιστών με τρομοκράτες και κράτη-παρίες. 

Το laissez passer για τους πολίτες κάθε κράτους-μέλους σε όλο το έδαφος της Ένωσης βρήκε το συμπλήρωμά του στη δικτατορικού τύπου (αντι)μεταναστευτική πολιτική: η βασική υποχρέωση μιας δημοκρατίας να παρέχει άσυλο σε διωκόμενους από μη δημοκρατικά κράτη και να αναγνωρίζει έναν πλήρη πυρήνα δικαιωμάτων σε κάθε άνθρωπο υλοποιήθηκε δια της αντιμετώπισης του πρόσφυγα ως απειλής, απέναντι στην οποία μπορεί να ασκηθεί κάθε βία, ή στην καλύτερη περίπτωση ως ποινικού εγκληματία, χωρίς όμως κανένα δικαίωμα από όσα αναγνωρίζονται συνήθως σε έναν κατηγορούμενο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η δημοκρατία είναι έννοιες αλληλοσυγκρουόμενες. Και όσοι ανέχθηκαν τη θυσία του κοινωνικού κράτους, είτε χάριν μιας «αντικρατικιστικής» λογικής είτε αποβάλλοντάς το από τον πυρήνα της δημοκρατίας, ας μην απορούν τώρα που ενεργοποιούνται όλες οι αντιδημοκρατικές πλευρές της κρατικής παρέμβασης στην κοινωνία, η περιστολή δηλαδή των ελευθεριών. Και όσοι τώρα υποτάσσονται στα καθεστώτα εξαίρεσης για πρόσφυγες και «τρομοκράτες», ας είναι έτοιμοι να αποδεχθούν αντίστοιχα καθεστώτα για τους ευρωπαίους πολίτες. Η πάλη για την ελευθερία και την ισότητα όλο και πιο αναπόδραστα μας οδηγεί πέρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και σε σύγκρουση μαζί της. Η ώρα για μια συνολική και διεξοδική κριτική πέρα από συνθηματολογικούς αφορισμούς έχει φτάσει –και η Αριστερά οφείλει να τη βαθύνει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΔΙΕΘΝΗ|
20/11/2017 - 11:12

Είναι αμφίβολο αν το τζογάρισμα των φιλελεύθερων θα τους βγει.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.