ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Ο Λένιν, τα σοβιέτ και η ηγεμονία

Ο Λένιν, τα σοβιέτ και η ηγεμονία


Παραθέτουμε ένα τμήμα του κειμένου του Alan Shandro «Lenin and Hegemony: The Soviets, the Working Class, and the Party in the Revolution of 1905», που δημοσιεύτηκε στον συλλογικό τόμο Lenin Reloaded: Towards a Politics of Truth, τον οποίο επιμελήθηκαν οι Στάθης Κουβελάκης, Sebastian Budgen και Slavoj Žižek (Duke University Press, 2007). Ο Shandro προσπαθεί να απαντήσει εάν και κατά πόσο η αντίδραση του Λένιν στην ανάδυση των σοβιέτ ως μιας καινοτόμας μορφής λαϊκής οργάνωσης την περίοδο 1904-05 αποτελούσε θεωρητική παλινωδία ή αντιθέτως προσπάθεια ανανέωσης της θεωρίας με βάση την επινοητικότητα των λαϊκών μαζών. Ο Shandro δείχνει ότι ο Λένιν είχε την ετοιμότητα να κατανοήσει τη σημασία των σοβιέτ. Επιπλέον, σε αντίθεση με τη στάση των Μενσεβίκων που τα είδαν κυρίως σαν μια μορφή «αυτοδραστηριότητας» και «αυτοέκφρασης» των εργατικών μαζών, ο Λένιν τόνισε ότι η σημασία των σοβιέτ έγκειται στην προσφορά ενός πεδίου για την άρθρωση της προλεταριακής ηγεμονίας.

[…]

Το αυθόρμητο κίνημα και το σοβιέτ

Το πιο ξεχωριστό παράδειγμα του θεσμού των σοβιέτ, το Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων της Αγίας Πετρούπολης, αναδύθηκε στην κορύφωση της γενικής απεργίας του Δεκεμβρίου. Οι εργάτες της πρωτεύουσας ήταν εξοικειωμένοι με την ιδέα των αντιπροσώπων που εκλέγονταν μέσα στο εργοστάσιο. Σύμφωνα με ένα νόμο του 1903 οι πρεσβύτεροι των εργατών (starosti) μπορούσαν να επιλεγούν από τη διεύθυνση ανάμεσα σε υποψηφίους που τους όριζαν οι εργάτες για να διαπραγματευτούν τα παράπονά τους. Την επαύριον της Ματωμένης Κυριακής οι εργάτες έλαβαν μέρος σε εκλογές με δύο φάσεις για τους αντιπροσώπους στην Επιτροπή Σιντλόφσκι, που τελικά δεν λειτούργησε. Την είχε δημιουργήσει η κυβέρνηση για να εξετάσει τους λόγους της αναταραχής ανάμεσα στους βιομηχανικούς εργάτες. Εκτός από αυτή την πρακτική εμπειρία, οι εργάτες είχαν έρθει σε επαφή το καλοκαίρι με τις προσπάθειες των Μενσεβίκων να διευρύνουν την επιρροή των συνθημάτων τους υπέρ ενός «συνεδρίου των εργατών» και μιας «επαναστατικής αυτοκυβέρνησης».

Καθώς το απεργιακό κύμα έφτασε στην Αγία Πετρούπολη οι αντιπρόσωποι εκλέχτηκαν αυθόρμητα σε μια σειρά από εργοστάσια. Όταν οι Μενσεβίκοι ξεκίνησαν μια εργατική επιτροπή για να ηγηθεί της γενικής απεργίας, και στην προσπάθειά τους να διευρύνουν την αντιπροσώπευσή της, προπαγάνδισαν την εκλογή ενός αντιπροσώπου για κάθε 500 εργάτες˙ αυτό έγινε υπό το σύνθημα της «επαναστατικής αυτοκυβέρνησης». Έτσι, το Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων γεννήθηκε ως μια απεργιακή επιτροπή, που ήδη την κινητοποιούσε ένα ευρύτερο πολιτικό όραμα. Αντιμέτωπα με τις πρακτικές απαιτήσεις της γενικής απεργίας, τα σοβιέτ άρχισαν να λειτουργούν σαν μια «δεύτερη κυβέρνηση», που αποφάσιζε για καθημερινά ζητήματα και εξέδιδε οδηγίες προς το ταχυδρομείο, τους σιδηροδρόμους, ακόμη και τους αστυνομικούς. Η δυναμική της απεργίας ήταν τέτοια που ο τσάρος, για να μπορέσει να μετατοπίσει τη μετριοπαθή αντιπολίτευση στο στρατόπεδο της τάξης και να κατευνάσει κάπως τα πράγματα, υποχρεώθηκε να παραχωρήσει πολιτικές ελευθερίες, υπουργική ευθύνη και καθολικό δικαίωμα ψήφου. Η επαναστατική ορμή της εργατικής τάξης δεν κάμφθηκε. Τα σοβιέτ συνέχισαν να εξαπλώνονται σε όλα τα αστικά κέντρα της Ρωσίας. Ασχολούμενα με τις καθημερινές έγνοιες των μαζών, κέρδισαν την εμπιστοσύνη πλατιών στρωμάτων εργατών καθώς και τη συμπάθεια και την υποστήριξη των μη προλεταριακών πληθυσμών των πόλεων. Αυτό ανανέωσε την απεργιακή δραστηριότητα ενάντια στην κρατική καταστολή και τον στρατιωτικό νόμο, υπέρ του οχταώρου και μιας «κυβέρνησης του λαού», και κατά κάποιο τρόπο διεκδίκησε να αναλάβει ορισμένες από τις ευθύνες του κράτους και σφετερίστηκε ακόμη περισσότερο τα προνόμιά του. Σύμφωνα με τη λογική της παράνομης αναμέτρησης με το τσαρικό κράτος, τα σοβιέτ άρχισαν να αποκτούν μια άλλη διάσταση ως φορείς εξέγερσης και όργανα της επαναστατικής κρατικής εξουσίας. Προτού το αυταρχικό τσαρικό κράτος καταφέρει να ανακτήσει την τάξη του και να ξεδιπλώσει τις δυνάμεις του ενάντια στους αγροτικούς ξεσηκωμούς στην ύπαιθρο, έπρεπε να αντιμετωπίσει τις εργατικές εξεγέρσεις στη Μόσχα και σε άλλες πόλεις.

Όταν ο Λένιν επέστρεψε από την εξορία στις αρχές Νοεμβρίου, είχαν ήδη αποσαφηνιστεί οι όροι με τους οποίους οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες θα συζητούσαν το ζήτημα των σοβιέτ, τόσο οι Μενσεβίκοι όσο και οι περισσότερο αδιάλλακτοι Μπολσεβίκοι. Έτσι τα συνθήματα των Μενσεβίκων που καλούσαν για «επαναστατική αυτοκυβέρνηση» και «εργατικό συνέδριο» εν μέρει συγκρότησαν τον νέο θεσμό. Κάτω από την αρχική επίδραση των Μενσεβίκων τα συνθήματα αυτά αποτέλεσαν μέρος του τρόπου που τα ίδια τα σοβιέτ κατανόησαν τον εαυτό τους. Ένα σχέδιο για επαναστατική αυτοκυβέρνηση απαιτούσε από τις οργανώσεις των εργατών να πάρουν την πρωτοβουλία να σχεδιάσουν, παράλληλα με τις επίσημες εκλογές για τη Δούμα, μια εκλογική διαδικασία ανοιχτή στις μάζες. Αυτό θα μετέφερε την πίεση της κοινής γνώμης πάνω στους επίσημους εκλέκτορες, και οι αντιπρόσωποι του λαού θα μπορούσαν σε μια πρόσφορη στιγμή να ανακηρύξουν εαυτούς συντακτική συνέλευση. Ανεξαρτήτως εάν θα πετύχαινε αυτόν τον «ιδεατό σκοπό», μια τέτοια εκστρατεία θα «οργάνωνε την επαναστατική αυτοκυβέρνηση, που θα έσπαγε τα δεσμά της τσαρικής νομιμότητας και θα έβαζε τα θεμέλια για τον μελλοντικό θρίαμβο της επανάστασης».

[…]

Αυτοκυβέρνηση ή επαναστατική ηγεμονία

Εάν την κατανοήσουμε ορθά, η κριτική του Λένιν απέναντι στην «επαναστατική αυτοκυβέρνηση», το «συνέδριο των εργατών» και την αρχή της μη κομματικότητας δεν αντιφάσκει με την ανάλυσή του για τα σοβιέτ το 1905-06 αλλά προκύπτει λογικά από αυτήν. Το να επικαλείται κανείς το θέμα της «επαναστατικής αυτοκυβέρνησης» για να χαρακτηρίσει τα σοβιέτ σήμαινε ότι επικαλείται τον πολιτικό προσανατολισμό όσων τον είχαν υποστηρίξει, δηλαδή των Μενσεβίκων. Όπως το είδε ο Λένιν, οι Μενσεβίκοι απλώς τοποθέτησαν δίπλα δίπλα την άσκηση της «επαναστατικής αυτοκυβέρνησης» με τη συνεργασία μέσα στις τελετές της τσαρικής κυβέρνησης, χωρίς στρατηγική πρόνοια ως προς το αναπόφευκτο της αντεπαναστατικής καταστολής. Στο βαθμό που η τοποθέτηση των Μενσεβίκων αντιλαμβανόταν την «αυτοκυβέρνηση» ως αφαίρεση από τη λογική του αγώνα για την ηγεμονία, αντιπροσώπευε την άρνηση της ανάγκης να οργανωθεί η επαναστατική εξέγερση ή, στην καλύτερη περίπτωση, την άρνηση να πάρει κανείς την πρωτοβουλία να την οργανώσει. Σε αυτό το πλαίσιο, η γραμμή των Μενσεβίκων δεν σηματοδοτεί μια έκκληση για τη δικτατορία του επαναστατικού λαού αλλά την υποτάσσει σε ένα πείραμα στην πολιτική παιδαγωγική. Αυτός ήταν ο στόχος της κριτικής του Λένιν.

Το ίδιο ισχύει a fortiori για διατυπώσεις όπως το «κοινοβούλιο της εργασίας» και το «συνέδριο των εργατών», που έχουν το επιπλέον μειονέκτημα να αναγνωρίζουν τα σοβιέτ ως μη κομματικές οργανώσεις της εργατικής τάξης. Ενταγμένα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τα σοβιέτ θα απέκλειαν τις μη προλεταριακές μάζες και θα υποτιμούσαν την ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Η μη κομματική δομή των σοβιέτ ήταν ουσιώδης στην ανάλυση του Λένιν, ακριβώς επειδή παρείχε μια πολιτική αρένα στην οποία ένας συνασπισμός των προλεταριακών, μικροαστικών και αγροτικών μαζών μπορούσε να διαμορφωθεί. Η μη κομματικότητα ήταν πράγματι μια αστική αρχή, στο βαθμό όμως που η επαναστατική διαδικασία απαιτούσε τη συμμαχία των εργατών με τους αστούς δημοκράτες αυτό δεν ήταν πισωγύρισμα αλλά ενισχυτικό στοιχείο. Για να διατηρήσει την πολιτική ανεξαρτησία της εργατικής τάξης, η ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος παρέμενε ουσιώδης και, όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, ασκούνταν σαν διαμόρφωση μιας ταξικής συμμαχίας γύρω από την οργάνωση μιας επαναστατικής εξέγερσης και, κατά συνέπεια, απαιτούσε την αποσαφήνιση της στρατηγικής σύγχυσης που εκπροσωπούσε η έννοια ενός «συνεδρίου εργατών».

Όπως έδειξε η ανάδυση των σοβιέτ, η αυθόρμητη στροφή του εργατικού αγώνα προς τη σοσιαλδημοκρατία σηματοδοτούσε κάτι παραπάνω από μια μεγαλύτερη δεκτικότητα ως προς τα πολιτικά μαθήματα της μαρξιστικής ταξικής ανάλυσης. Οι εργάτες δεν εφάρμοσαν απλώς στην πράξη τις συμβουλές που παρείχε η μαρξιστική θεωρία. Έδειξαν ότι είναι ικανοί να προχωρούν σε πολιτικές καινοτομίες, και κάνοντας αυτό προσέφεραν μια έμπρακτη λύση σε ένα κομβικό ερώτημα μέσα στη μαρξιστική θεωρία. Ό,τι είχαν κάνει όμως με σοσιαλδημοκρατικό τρόπο είχε γίνει αυθόρμητα, όχι συνειδητά. Ήταν ο Λένιν αυτός που τοποθετώντας την καινοτομία τους στο πλαίσιο της πολιτικο-στρατηγικής λογικής του αγώνα για την ηγεμονία θα παρείχε τη θεωρία της πρακτικής τους. Τι είχε κάνει όμως η εργατική τάξη; Όχι μόνο είχε διαταράξει στιγμιαία την ηγεμονία της φιλελεύθερης αστικής τάξης και είχε κερδίσει για τον εαυτό της μια ορισμένη πολιτική εμπειρία, αλλά είχε ανορθώσει μια νέα θεσμική μορφή μέσα από την οποία οι διάφορες επαναστατικές δημοκρατικές δυνάμεις θα μπορούσαν να συνδυαστούν σε ένα συνασπισμό των μαζών, τη συμμαχία εργατών - αγροτών, και να αναλάβουν την κρατική εξουσία. Με αυτόν τον τρόπο η εργατική τάξη είχε καταδείξει τη δική της επάρκεια για να διεκδικήσει την ηγεμονία στην αστικοδημοκρατική επανάσταση.

Η ηγεμονική δυνατότητα των σοβιέτ ως μορφής οργάνωσης μπορούσε να πραγματοποιηθεί με διάρκεια μόνο έπειτα από δράση σύμφωνη με την πολιτικο-στρατιωτική λογική του αγώνα για ηγεμονία. Θα απαιτούσε επομένως την άσκηση ένοπλης ισχύος για να απαντήσει στη βία της αντεπανάστασης, αλλά και την εφαρμογή της μαρξιστικής ανάλυσης για να συλλάβει τη μετακινούμενη συγκυρία του πολιτικού αγώνα και να ελέγξει τις αναταράξεις της ιδεολογικής σύγχυσης. Τα σοβιέτ δεν μπορούσαν να καταστήσουν την παρέμβαση του μαρξιστικού πρωτοπόρου κόμματος περιττή. Ωστόσο, τα σοβιέτ και άλλες παρόμοιες μορφές οργάνωσης είχαν καταφέρει να αποτυπώσουν μια εξίσου αναγκαία πλευρά της πάλης για προλεταριακή ηγεμονία. Μετατοπίζοντας τις συμβάσεις που έδιναν στην πολιτική το σχήμα και την υφή της, τα σοβιέτ αναδιοργάνωσαν το χώρο της πολιτικής ζωής: Ανοίγοντας τη διαδικασία της λήψης πολιτικών αποφάσεων στον έλεγχο των λαϊκών μαζών, ενθάρρυναν τις μάζες να εισέλθουν στην πολιτική. Συγχωνεύοντας τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές διαμαρτυρίες και διεκδικήσεις του λαού σε μια επίθεση ενάντια στο αυταρχικό καθεστώς ολοφάνερα διεύρυναν το πεδίο της πολιτικής πάλης. Παραμερίζοντας τις τυπικότητες που ύψωναν εμπόδια στο δρόμο της συμμετοχής στην πάλη, διευκόλυναν τη σύγκλιση των λαϊκών δυνάμεων σε όλη τους την αντιφατική ποικιλομορφία. Με όλους αυτούς τους τρόπους, αναδιάρθρωσαν το πεδίο της πολιτικής πάλης σε κατευθύνσεις που έδωσαν τη δυνατότητα στο πρωτοπόρο μαρξιστικό κόμμα να παλέψει πιο αποτελεσματικά το πολιτικό σχέδιο της προλεταριακής ηγεμονίας. Μετασχηματίζοντας το πεδίο της πάλης, ο θεσμός των σοβιέτ αντιπροσώπευε μια σύνδεση ανάμεσα στην ιδέα της προλεταριακής ηγεμονίας ως το σχέδιο ενός κόμματος και την υλική εγγραφή της προλεταριακής ηγεμονίας στο δρόμο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Η θεωρητικοποίηση των σοβιέτ σε αυτό το πλαίσιο επέτρεψε στον Λένιν να συγκροτήσει μια συνεκτική ιστορική υλιστική σύλληψη της ηγεμονίας του προλεταριάτου.

Μερικά χρόνια αργότερα θα καταφύγει, αν και χωρίς ειδική αναφορά στα σοβιέτ, σε μια χωρική μεταφορά για να ορίσει την ιδέα της προλεταριακής ηγεμονίας:

«Αυτός που περιορίζει την τάξη σε μια αρένα της οποίας τα όρια, οι μορφές και το σχήμα καθορίζονται ή επιτρέπονται από τους φιλελεύθερους δεν καταλαβαίνει τα καθήκοντα της τάξης. Κατανοεί τα καθήκοντα της τάξης μόνον αυτός που στρέφει την προσοχή του (και τη συνείδηση, την πρακτική δραστηριότητα κ.λπ.) στην ανάγκη να ανακατασκευάσει αυτή την αρένα, όλη της τη μορφή, όλο της το σχήμα, με σκοπό να την επεκτείνει πέρα από τα όρια που επιτρέπουν οι φιλελεύθεροι […] Η διαφορά ανάμεσα στις δύο διατυπώσεις […] [είναι] ότι η πρώτη αποκλείει την ιδέα της «ηγεμονίας» της εργατικής τάξης, ενώ η δεύτερη αποφασιστικά ορίζει ακριβώς αυτή την ιδέα.»

Η πολιτικο-στρατηγική λογική της πάλης για την ηγεμονία ήταν γειωμένη στην πάλη των κοινωνικών τάξεων. Υπαγόρευε την προετοιμασία για την ένοπλη σύγκρουση, την ετοιμότητα να εφαρμοστεί η τέχνη της εξέγερσης. Περιλάμβανε μια μάχη ιδεών που διεξαγόταν με την επιστήμη της μαρξιστικής ανάλυσης και την τέχνη της πειθούς. Δεν μπορούσε όμως να διαχωριστεί από την πάλη για το ίδιο το σχήμα, το περίγραμμα και τις διαστάσεις του πεδίου της μάχης. Αυτός ο αγώνας μπορούσε να διεξαχθεί συνειδητά, σύμφωνα με την τέχνη της οργάνωσης, αλλά τις πιο πολλές φορές ξεδιπλωνόταν αυθόρμητα, ως προϊόν αυτοσχέδιων παραλλαγών ή ακόμη και αμφισβητήσεων της καθιερωμένης σύμβασης, το στίγμα της οποίας είτε ενισχυόταν είτε μετασχηματιζόταν με απρόβλεπτους τρόπους, ανάλογα με την ίδια τη βαρύτητα της εμπλοκής των λαϊκών δυνάμεων. Οι συμβάσεις που καθορίζουν τι περιμένουν οι δρώντες πολιτικοί φορείς μεταξύ τους, όπως αυτοί κινούνται στο υλικό περιβάλλον της πολιτικής, διαμορφώνουν μιαν αρένα για πολιτική δράση η οποία, αν και υπόκειται στην αλλαγή στα χέρια όσων εμπλέκονται σε αυτή, την ίδια στιγμή ως προς τα σχέδια των δρώντων πολιτικών φορέων προσφέρει και δυνατότητες αλλά και δομικούς περιορισμού. Αυτή την αρένα την συναντούν οι μεμονωμένοι δρώντες φορείς, όπως οι παίκτες του μπέιζμπολ που πρέπει να προσαρμοστούν σε ένα ιδιότροπο στάδιο, όχι ακριβώς σαν πειθώ ούτε όμως σαν εξαναγκασμό αλλά σαν ισχύ των περιστάσεων. Έτσι, η άσκηση της ηγεμονίας μπορεί να γίνει αισθητή όχι μόνο στη συναίνεση, στην πειθώ ή στο φόβο του εξαναγκασμού αλλά και ως προσαρμογή στην περίσταση. Συγκροτώντας τα σοβιέτ, το αυθόρμητο κίνημα της εργατικής τάξης είχε μετασχηματίσει τις περιστάσεις της πολιτικής δράσης με τρόπους που είχαν κάνει ορισμένους περιορισμούς πιο πιεστικούς και άλλους λιγότερο, ορισμένες δυνατότητες πιο πραγματικές και άλλες λιγότερο, ορισμένες απειλές πιο ενεργές και άλλες λιγότερο, ορισμένα επιχειρήματα πιο πειστικά και μερικά λιγότερο. Με το να ανακατασκευάσει την πολιτική αρένα, επέτρεψε αλλά/ή και απαίτησε οι δρώντες φορείς, όχι μόνο οι ίδιοι οι εργάτες αλλά και οι αγρότες, οι στρατιώτες, οι ναύτες, οι υπάλληλοι, οι διανοούμενοι (και φυσικά οι γαιοκτήμονες και οι αστοί) να αναπροσανατολιστούν σε σχέση με τον πολιτικό αγώνα της εργατικής τάξης για ηγεμονία μέσα στην αστικοδημοκρατική επανάσταση.

Η πρακτική και η θεωρία της ηγεμονίας

Εφαρμόζοντας την πολιτικο-στρατηγική λογική του αγώνα για την ηγεμονία στην ανάλυση των αυθόρμητων επαναστατικών κινημάτων των αγροτών και των εργατών, ο Λένιν μπορούσε να προσδώσει στο σχέδιο της προλεταριακής ηγεμονίας έναν περισσότερο συγκεκριμένο προσανατολισμό. Πριν από την επανάσταση, είχε χαρακτηρίσει την άσκηση της ηγεμονίας μέσω της αναλογίας με ένα δημόσιο βήμα από όπου θα μιλούσε ο λαός, η λειτουργία του οποίου θα ήταν να αρθρώσει όλες τις λαϊκές διαμαρτυρίες ενάντια στο καθεστώς. Αυτός ο καθολικός ρόλος διατηρούνταν, αλλά η ανάδυση ενός επαναστατικού αγροτικού κινήματος απαιτούσε να πάρει η ηγεμονία την ειδική μορφή μιας συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και την αγροτιά. Η ηγεμονία εμφανιζόταν πριν ως ένα είδος γενικευμένης προλεταριακής επιρροής, που είχε τον κίνδυνο στην πράξη να συγχέεται με την απλή διανομή της κομματικής προπαγάνδας. Με την εμφάνιση όμως μιας θεσμικής μορφής, του σοβιέτ, που ήταν σε θέση να κάνει πράξη την προλεταριακή - αγροτική συμμαχία και να ασκεί την επαναστατική κρατική εξουσία, πλέον ήταν σε θέση να συλλάβει συγκεκριμένα την ηγεμονία σαν κάτι που ενσωματώνει τη μαζική δράση της εργατικής τάξης.

Η πολιτικο-στρατηγική λογική, που ήταν ενεργή στις πολιτικές αναλύσεις του Λένιν, απαιτούσε δεκτικότητα στις συγκυριακές μεταβολές στην πάλη των τάξεων. Αυτό προίκισε τη θεωρητική του τοποθέτηση με μια ορισμένη αναστοχαστικότητα, που του επέτρεπε να φέρνει την πρακτική εμπειρία των αυθόρμητων μαζικών κινημάτων ως απάντηση στα κενά της μαρξιστικής θεωρίας. Η ιδέα της προλεταριακής «αυτοδραστηριότητας» που αποτελούσε την ουσία της έννοιας της ηγεμονίας για τους Μενσεβίκους ήταν προσαρμόσιμη με αρκετά διαφορετική έννοια. Βολική ως προς τα όρια κάθε περίστασης, εκφραζόταν διαφορετικά σύμφωνα με τις παραλλαγές στις συνθήκες της πάλης των τάξεων. Όποια μορφή κι αν έπαιρνε όμως, στο βαθμό που η αυτοδραστηριότητα ποτέ δεν ετίθετο σε σχέση με τη στρατηγική λογική του αγώνα για ηγεμονία, εντέλει απλώς προαπεικόνιζε το στόχο του σοσιαλισμού, που τον εμπεριείχε ως πρόθεση. Με αυτή την έννοια δεν υπήρχε απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα, ούτε θεωρητικά κενά αλλά ούτε και δυνατότητα θεωρητικής ανάπτυξης. Η μορφή της αυτοδραστηριότητας που θα ήταν κατάλληλη για τη δοσμένη κατάσταση θα έπρεπε να αναπτυχθεί αυθόρμητα, με έναν ad hoc τρόπο. Η έκκληση για προλεταριακή αυτοδραστηριότητα θα ήταν προσαρμοσμένη σε μιαν αρένα αγώνα που επιβλήθηκε από την ήττα της επανάστασης και, αντί να αμφισβητήσουν τα όρια αυτής της αρένας, οι Μενσεβίκοι θα άφηναν τον παράνομο μηχανισμό του κόμματος να πέσει σε αχρηστία και παροπλισμό. Από καιρό ο Λένιν τοποθετούσε στον στρατηγικό του χάρτη τον μενσεβικισμό σαν έναν αγωγό για την ηγεμονία της φιλελεύθερης αστική τάξης. Εντούτοις αυτό, όπως υποστήριζε, ισοδυναμούσε με την εγκατάλειψη του ίδιου του σχεδίου της προλεταριακής ηγεμονίας στην αστικοδημοκρατική επανάσταση.

[…]

Ο αγώνας για ηγεμονία προϋποθέτει την ικανότητα προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συγκυρίες της πολιτικής πάλης. Πρέπει να συνδυάζονται δύο στοιχεία: Από τη μια η επίγνωση των υποκείμενων δυνάμεων που διαμορφώνουν τη λογική της πάλης. Από την άλλη το άνοιγμα προς τους τρόπους με τους οποίους διαφορετικοί δρώντες φορείς, πρωτοπορία και μάζες, αντίπαλοι και σύμμαχοι, μπορούν να καινοτομούν μέσα στον αγώνα. Επομένως, η ηγεσία στην ταξική πάλη απαιτεί μια συνειδητή πρωτοπορία που να είναι ευαίσθητη προς τους αγώνες των μαζών αλλά ταυτόχρονα να έχει και τη διάθεση να αντιπαρατάξει τις πολιτικές της αναλύσεις στα αυθόρμητα κινήματά τους. […] Και εάν όντως η ανάλυση του Λένιν φωτίζει τη λογική και τη δυναμική των μαζικών κινημάτων, τότε το πραγματικό ερώτημα είναι αυτό που τέθηκε από τον Γκράμσι: «Στη διαμόρφωση των ηγετών μία θέση είναι θεμελιώδης: Η πρόθεση είναι να υπάρχουν πάντα ηγέτες και κυριαρχούμενοι ή μήπως ο σκοπός είναι να διαμορφώσουμε τις συνθήκες ώστε αυτή η διαίρεση να μην είναι πια αναγκαία;» 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΔΙΕΘΝΗ|
20/11/2017 - 11:12

Είναι αμφίβολο αν το τζογάρισμα των φιλελεύθερων θα τους βγει.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.