ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


ΔΙΕΘΝΗ |
Δευ, 12/03/2018 - 11:30

Ο σουλτάνος, το ξίφος και ο κόμπος: Για τις τουρκικές αντιφάσεις, για την τουρκική επιθετικότητα


Ενενἠντα τρία χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Άγκυρας, πάνω στη δεξιά όχθη του ποταμού Σαγγάριου, δίπλα στην κωμόπολη Πολατλί (στην οποία σταμάτησε η ελληνική προέλαση το 1921) είναι χτισμένο ένα μάλλον ασήμαντο σκονισμένο χωριουδάκι, το Γιασιχουγιούκ. Το χωριό αυτό, που βρίσκεται επίσης πάνω στον πανάρχαιο εμπορικό δρόμο που συνέδεε ανατολή και δύση, είναι πιο γνωστό με το αρχαίο φρυγικό του όνομα: Γόρδιο, το όνομα της αρχαίας πρωτεύουσας του βασιλιά Μίδα. Ίσως να κρύβεται κάποιος συμβολισμός στο γεγονός ότι το μέρος που ο μύθος λέει ότι ο Αλέξανδρος με το ξίφος του έκοψε έναν κόμπο που δεν μπορούσε να λυθεί, αυτό το μέρος είναι στη βαθιά καρδιά του σημερινού κράτους της Τουρκίας, μιας χώρας της οποίας οι ανεπίλυτες αντιφάσεις είναι περισσότερο από κάθε άλλη στην εγγύς ανατολή (αν φυσικά εξαιρέσουμε τις ΗΠΑ και το προκεχωρημένο φυλάκιο του ιμπεριαλισμού, το Ισραήλ) στη ρίζα των πολέμων και της κακοδαιμονίας που κατατρύχουν όλη αυτή την περιοχή.

 

Πολιτικές (αν)ελευθερίες, Ισλάμ και οικονομικό μπουμ

Ο Ερντογάν είναι αναμφισβήτητα η πιο σημαντική πολιτική προσωπικότητα της Τουρκίας των τελευταίων δεκαετιών. Η κυριαρχία του στην πολιτική σκηνή της γειτονικής χώρας βασίζεται στο ότι κατάφερε να συμπήξει ταξικές συμμαχίες μεταξύ ανερχόμενων καπιταλιστικών στρωμάτων (το βιομηχανικό κεφάλαιο της Ανατολίας και το κατασκευαστικό κεφάλαιο), με τα ευρύτατα αγροτικά στρώματα από τη μία και από την άλλη τις φτωχές λαϊκές γειτονιές στις μεγαλουπόλεις της δύσης που είναι το αποτέλεσμα της αχανούς εσωτερικής μετανάστευσης. Ήδη από την καριέρα του ως δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης τη δεκαετία του ’90, ο Ερντογάν είχε ανακαλύψει ότι η φιλανθρωπία (που είναι ο ένας από τους πέντε πυλώνες της πίστης) «δένει» πολύ καλά με τα συμφέροντα των κατασκευών: έχοντας ο ίδιος τον έλεγχο των μουσουλμανικών δικτύων αλληλεγγύης, τα οποία άνθισαν στο έδαφος της έλλειψης μηχανισμών πρόνοιας εκ μέρους του κράτους, μπόρεσε να επιτύχει ταυτόχρονα ένα οικοδομικό μπουμ στην πόλη, την επέκταση του δανεισμού για φτηνή κατοικία στα λαϊκά στρώματα, και τη χρηματοδότηση ενός θρησκευτικού μηχανισμού πρόνοιας για τους μη έχοντες από τα υπερκέρδη των εργολάβων φίλων του. Ταυτόχρονα, η συνεργασία με τον κατασκευαστικό τομέα σε υποδομές (δρόμους, γέφυρες, το χρόνιο πρόβλημα της ύδρευσης κ.λπ.), έφεραν εξαιρετικά κερδοφόρες επενδύσεις. Το πρόσωπο της πόλης άλλαξε, η δημοφιλία του εκτοξεύτηκε ενώ την ίδια στιγμή είχε αποδείξει τη win-win (για τον ίδιο και το κεφάλαιο) φύση του μοντέλου που θα εφαρμοζόταν αργότερα σε ολόκληρη τη χώρα, ενός μοντέλου στο οποίο κρίσιμο ρόλο έπαιζε η θρησκεία και η μερική αναθεώρηση του μοντέλου Ατατούρκ.

Το πολιτικό και ιδεολογικό του πλεονέκτημα, ένα «μετριοπαθές» όπως λένε συνήθως, Ισλάμ, συνδυασμένο με τη σχετική απελευθέρωση του πολιτικού πεδίου την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, μετά την εκλογή του ως πρωθυπουργού, είχε αποτέλεσμα την ευρύτατη λαϊκή αποδοχή του ερντογανικού μοντέλου στην Τουρκία, ακόμα και στα «Ευρωπαϊκά» παράλια της χώρας (τα οποία γενικά είναι πιο κοντά σε κοσμικά, άρα κεμαλικά πολιτικά πρότυπα). Η άνοδος στην εξουσία συνοδεύτηκε από τη σταδιακή κάθαρση του κράτους από τον σκληρό κεμαλισμό και τη στελέχωσή του από «μετριοπαθείς» ισλαμιστές· η διαδικασία αυτή βοηθήθηκε από την αρχική συμμαχία της κυβέρνησης ΑΚΡ με τον πανίσχυρο τότε ακόμα «Χότζα Εφέντη», τον Φετιουλα Γκιουλέν (Fethullah Gülen).

Η οργάνωση αυτού του τελευταίου, το «Χιζμέτ» (υπηρεσία, φροντίδα) είναι ένα τεράστιο δίκτυο φιλανθρωπικών οργανώσεων, τζαμιών και ιδιωτικών θρησκευτικών σχολείων, ένας μηχανισμός με  βαθιές ρίζες στο τουρκικό δημόσιο, τον δικαστικό τομέα, τον στρατό και την αστυνομία. Φυσικά, τα παραπάνω δεν χτίστηκαν λόγω της αγιότητας του Γκιουλέν· βασικά το Χιζμέτ ήταν εν πολλοίς το ιδεολογικό όπλο της χούντας του Εβρέν για την καταπολέμηση της «κομμουνιστικής λαίλαπας» τη δεκαετία του ’80, όταν για πρώτη φορά το κράτος χρησιμοποίησε ισλαμιστικά ιδεολογήματα. Η οργάνωση επομένως είχε από τη γέννησή της σχέση με τις «βαθιές», χουντικές, δομές του τουρκικού κράτους καθώς και με την άλλη τους πλευρά, τους παρακρατικούς μηχανισμούς και το οργανωμένο έγκλημα (το οποίο χρησιμοποιείται για τις «βρόμικες» δουλειές).

Το 2011 ο Γκιουλέν πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον Ερντογάν, με την υπόθεση Ergenekon, μια υποτιθέμενη μυστική οργάνωση στον στρατό που σκοπό είχε την αποσταθεροποίηση. Φαίνεται λοιπόν ότι η υπόθεση αυτή ήταν μια μεγάλης έκτασης σκευωρία (ίσως να είχε κι έναν πυρήνα αλήθειας) κατασκευασμένη από γκιουλενιστές, προωθημένη στα δικαστήρια από ερντογανικούς, με σκοπό την κάθαρση του στρατού από τους κεμαλικούς, βασισμένη όμως στο παλιότερο περιστατικό του Σουσουρλούκ το 1996, το οποίο είχε όντως αποδείξει τις σχέσεις του κράτους με το παρακρατικό έγκλημα. Όχι ότι τέτοια δεν συμβαίνουν και αλλού, αλλά όπως και να έχει, η τουρκική πολιτική σκηνή είναι πιο περίπλοκη και πιο βίαιη από οτιδήποτε άλλο, αποτελώντας ας πούμε ένα Game of Thrones με σαρίκι και γιαταγάνι.

Παρενθετικά να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τον ίδιο, ο «μετριοπαθής» σουφισμός του Γκιουλέν βασίζεται στην ερμηνεία του Ισλάμ από έναν –ειρωνικά– Κούρδο ισλαμιστή, τον Said-i Nursi. Αυτός ήταν ενός σφοδρός αντικομμουνιστής, πολιτικά αντιδραστικός, που όμως δεχόταν έναν ρόλο για την εκπαίδευση και την επιστήμη στο Ισλάμ. Σε αυτό το πλαίσιο ο Γκιουλέν πρόσθεσε μια «τουρκικά εθνικιστική, κρατικοκεντρική και φιλική προς τις επιχειρήσεις» πινελιά (μια πινελιά που έκανε κεντρική του πολιτική ο άλλος ογκόλιθος της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της χώρας, Τουργκούτ Οζάλ). Ο συνδυασμός Ισλάμ, εθνικισμού και επιχειρήσεων ακούγεται ίσως κάπως οξύμωρος, αλλά από τη μία μεριά κάτι παρόμοιο λέει στην ουσία και ο δικός μας χριστιανικός σκοταδισμός, ενώ από την άλλη τα αφτιά μας είναι αυτιά απίστων, άρα που να καταλάβουμε εμείς από Ισλάμ...

Βέβαια εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι στην πραγματικότητα ο γκιουλενικός λόγος, ως ο κυρίαρχος ιδεολογικός λόγος του τουρκικού κράτους είναι βαθιά κεμαλικός, όσο κι αν αυτό δεν ταιριάζει με τα κυρίαρχα δυτικά στερεότυπα. Γιατί συνήθως τονίζουμε τον κοσμικό χαρακτήρα του κεμαλικού κράτους, αγνοώντας την ιστορικότητα του όρου και την ανάγκη που τον γέννησε: ο Κεμάλ δεν απαιτούσε ένα άθεο κράτος, αλλά ένα κράτος που να διαχωρίζεται σαφώς από την παράδοση του οθωμανικού χαλιφάτου, όπου ο σουλτάνος ήταν ο ηγέτης όλων των πιστών και όχι μόνο των Τούρκων. Στην πραγματικότητα, η σκέψη που επέδρασε πάνω στον Κεμάλ περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου ήταν αυτή του ιδρυτή και κυριότερου εκπρόσωπου του τουρκικού εθνικισμού, του Ziya Gökalp. Ο Gökalp λοιπόν, υποστήριζε ότι τα τρία καταστατικά στοιχεία της «τουρκικότητας» ήταν, όπως λέει και ο τίτλος ενός από τα βιβλία του, «Τουρκισμός, Ισλαμισμός και Μοντερνισμός». Ή, όπως έλεγε και το σύνθημα, «Τούρκικο έθνος, ισλαμική θρησκεία, ευρωπαϊκός πολιτισμός». Η αντιφατικότατη αυτή σύνθεση, είχε την ικανότητα να κρατά δεμένα στο άρμα του τουρκικού κράτους τόσο τα κατώτερα στρώματα των πόλεων, όσο όμως και τη «βαθιά» Τουρκία, τις αχανείς φτωχές αγροτικές μάζες, που τις ένωναν άλλοτε άλλα στοιχεία: η σουνιτική θρησκεία (π.χ. Κούρδους και Τούρκους), η γλώσσα (Τούρκους και Αλεβίτες), η βαθιά φτώχεια που υποσχόταν να διορθώσει το ισχυρό κράτος ως ανάδοχος ενός «από τα πάνω» κρατιστικού καπιταλισμού.

Κι έτσι φτάνουμε στην εξήγηση της ανάγκης για ισλαμιστικά-γκιουλενικά ιδεολογήματα στον πυρήνα του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Η χούντα του Εβρέν, χρειαζόταν να κερδίσει έναν ιδεολογικό αγώνα απέναντι στα ισχυρά τότε αριστερά και κομμουνιστικά ιδεολογήματα, χωρίς όμως να εγκαταλείψει εντελώς την κεμαλική-εθνικιστική κληρονομιά. Την ίδια στιγμή ένιωθε να πιέζεται ισχυρά από την πιο ριζοσπαστική κοινωνικά σιιτική θεολογία της επανάστασης του Ιράν, ένα πρότυπο μεγάλης ακτινοβολίας έκτοτε σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο (με όλες τις εσωτερικές του ασυνέχειες και διαφορές, ιστορικές, ταξικές, εθνοτικές, μεταξύ σιιτών και σουνιτών). Το σκληρά εθνικιστικό και ισλαμιστικό κίνημα του Γκιουλέν, του οποίου κύριο κοινωνικό αίτημα ήταν ένας νεοφιλελεύθερος «μοντερνισμός», εμφανίζεται ως η τέλεια λύση που κρατάει και την πίτα ολόκληρη (μια μικρή μόνο αλλαγή τόνου ως προς τη σχέση κράτους και θρησκείας) και τον σκύλο χορτάτο (δίνοντας ιδεολογικό άλλοθι στη νεοφιλελεύθερη κατάλυση των οικονομικών λειτουργιών του κράτους), διατηρώντας ενωμένες διαφορετικές μεταξύ τους φαντασιακές κοινότητες, διαφορετικά τουρκικά έθνη. Εξάλλου, ο ίδιος ο πατριάρχης της σύνθεσης αυτής, ο Ziya Gökalp, όπως και ο πατριάρχης του νεοφιλελευθερισμού αλά τούρκα, ο Οζάλ, ήταν και οι δύο Κούρδοι.

Και εν μέρει τουλάχιστον, η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και η φοβερά κερδοφόρα οικονομική άνθηση, κυρίως στα χρόνια του Ερντογάν, ήταν ο παράγοντας που  εγγυήθηκε τη σταθερότητα της χώρας σε όλο αυτό το διάστημα. Ο Ερντογάν, έχοντας στα χέρια του ένα κράτος που είχε καθαρθεί από τη βαθύτατη κρίση του 2001 και είχε υποστεί ήδη πριν από αυτόν μια θεραπεία σοκ ιδιωτικοποιήσεων και αποκρατικοποιήσεων, σκληρής λιτότητας και φτωχοποίησης, μπόρεσε να «καβαλήσει το κύμα» της οικονομικής ανόδου που βασίστηκε στον κατασκευαστικό οργασμό, τα φτηνά εργατικά κόστη, το πειθαρχημένο και ξεκαθαρισμένο από κινηματικές πρακτικές εργατικό δυναμικό, τη μεγάλη και σχετικά παρθένα εσωτερική αγορά, την απελευθέρωση του καταναλωτικού δανεισμού και τις καλές τιμές για τα αγροτικά. Έτσι, το μοντέλο που αρχικά πρότεινε η Τουρκία ήταν αυτό της ισχυρής οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης με ταυτόχρονη προβολή ενός φιλειρηνικού προφίλ προς τα έξω, με την πολιτική «κανένα πρόβλημα με τους γείτονες». Ενδεικτικά, ο προϋπολογισμός του υπουργείου παιδείας έφτασε σε ένα σημείο να είναι μεγαλύτερος από τον προϋπολογισμό για την άμυνα. Η Δύση είχε ξετρελαθεί με τον Ερντογάν και τη «μετριοπαθή ισλαμική δημοκρατία», η οποία πίστευαν (οι δυτικοί) ότι ήταν το μοντέλο που έπρεπε να εξαχθεί στις υπόλοιπες μουσουλμανικές χώρες. 

Τα προβλήματα άργησαν μεν, ήρθαν όμως· πρώτα άρχισαν τα προβλήματα με τον Γκιουλέν: όταν επιτεύχθηκε η σταθεροποίηση του AKP στην εξουσία, η συμμαχία με τους γκιουλενιστές δεν ήταν πλέον αναγκαία. Έτσι, ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες για την εξουσία. Πρώτα είχαμε την προγραφή από τις κομματικές εκλογικές λίστες των γκιουλενιστών, για να ακολουθήσει η έντονη αντίθεση των τελευταίων στις ειρηνευτικές συνομιλίες με το ΡΚΚ. Το 2013 ο Ερντογάν έκλεισε τα σχολεία του Γκιουλέν, κόβοντάς του έτσι την κυριότερη πηγή στρατολογήσεων. Σε απάντηση, το φιλικό στον Γκιουλέν κομμάτι της αστυνομίας και της δικαιοσύνης άρχισε να ελέγχει κατηγορίες για διαφθορά που ενέπλεκαν τέσσερις υπουργούς και αρκετά μέλη της οικογένειας του Ερντογάν. Ο πόλεμος κλιμακώθηκε με το κλείσιμο εφημερίδων, τηλεοπτικών σταθμών, την απαλλοτρίωση επιχειρήσεων και την απόλυση δημοσίων υπαλλήλων. Τον Μάιο 2016, ο Γκιουλέν (ο οποίος, φρονίμως ποιών, μένει μόνιμα στις ΗΠΑ από το 1999), ονομάζεται επισήμως από το κράτος «τρομοκράτης».

Γενικά όμως η κεντρική εξουσία γίνεται όλο και πιο πολύ αυταρχική και όχι μόνο προς τον Γκιουλέν, όπως δείχνει η άγρια καταστολή του πάρκου Γκεζί το 2013. Στη ρίζα της υπόθεσης είναι η βασικότερη ατμομηχανή της τούρκικης οικονομίας, οι κατασκευές. Περίπου στο γύρισμα της δεκαετίας, το προηγούμενο μοντέλο της φτηνής λαϊκής κατοικίας είχε τελειώσει. Η κυβέρνηση προέκρινε το επόμενο στάδιο που περιλαμβάνει υψηλότερης κερδοφορίας πρότζεκτ, όπως πολυτελείς κατοικίες, εμπορικά κέντρα στον αστικό ιστό αλλά και επενδύσεις σε υποδομές (το «κανάλι της Ιστανμπούλ», το νέο τερατώδες αεροδρόμιο, τρένα υψηλής ταχύτητας κ.λπ.). Το νέο αυτό πρότυπο για να εφαρμοστεί απαιτεί «εξευγενισμό» (gentrification) του αστικού τοπίου με εκδίωξη των λαϊκών στρωμάτων. Το Γκεζί ήταν η διαμάχη μεταξύ των κατοίκων και της κυβέρνησης για τη μετατροπή ενός πάρκου σε εμπορικό κέντρο.

Την ίδια περίοδο καταρρέουν και οι συνομιλίες με το ΡΚΚ και ξαναρχίζουν οι εχθροπραξίες. Έτσι όμως το ΑΚΡ έφτασε κοντά στο να εξαντλήσει τα όρια των συμμαχιών του: στις μεν πόλεις μετά την καταστολή του πάρκου στο Γκεζί έσπασε τις σχέσεις του με «ευρωπαϊκά» μικροαστικά στρώματα φιλελεύθερου προσανατολισμού (καθώς και τη μορφωμένη νεολαία των πόλεων), στα δε νοτιοανατολικά μετά την επανέναρξη των εχθροπραξιών με το ΡΚΚ έχασε τη συναίνεση των φτωχών αγροτικών μουσουλμανικών Κουρδικών στρωμάτων. Επιπλέον οι διαρκείς εκκαθαρίσεις, έρευνες, διαμάχες διαταράσσουν για μια ακόμα φορά τον κρατικό μηχανισμό.

Τέλος, η γραμμή για την εξωτερική πολιτική της χώρας κατάρρευσε. Πράγματι, η Τουρκία τη δεκαετία του ’80 προσπάθησε στην εξωτερική της πολιτική να παίξει μια γραμμή παντουρκισμού (γραμμή που επιχείρησε ο Οζάλ, «μαθητής» κι αυτός του Ziya Gökalp που αναφέραμε πιο πάνω). Η επέκταση στην Κεντρική Ασία απέτυχε παταγωδώς και η νέα γραμμή για την εξαγωγή τουρκικού κεφαλαίου έγινε η αναφορά σε συμπαγείς μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής (κατά προτίμηση σουνιτικούς και κατά πλειοψηφία αραβόφωνους), μέχρι και το κέρας, με άλλα λόγια τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (εξ ου και οι αναφορές στον «Σουλτάνο» Ερντογάν). Σε αυτόν τον χώρο, οι ως τότε επιλογές ήταν είτε ο σε υποχώρηση αραβικός εθνικισμός του Μπάαθ, ή ο σκληρός παραλογισμός της δυναστείας των Σαούντ ή, τέλος, η με τεράστια ακτινοβολία πρόταση της μουσουλμανικής αδελφότητας στην Αίγυπτο, μια συγγενική με την τουρκική πρόταση σύμφυσης Ισλάμ και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο δυναμισμός του τουρκικού κεφαλαίου σε αυτή τη συγκυρία, μαζί με την αντικειμενική υποχώρηση των αιγυπτιακών δυνάμεων (και τη δυτική ενθάρρυνση), οδήγησαν την τουρκική ηγεσία στην υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων της. Η αντίδραση ήταν ισχυρή, τόσο από τη Σαουδική Αραβία όσο και από το αιγυπτιακό δικτατορικό καθεστώς, για το οποίο το «πολιτικό» Ισλάμ ήταν μια απειλή που έπρεπε να καταργηθεί.

Όταν επομένως φτάσαμε στις στρατιωτικές κρίσεις του 2016, οι οποίες ήταν προφανές ότι θα ήταν ευκαιρία εκκαθαρίσεων του στρατού από γκιουλενικά στοιχεία, υπήρχε ήδη μια ισχυρή πόλωση στην τουρκική κοινωνία, μεταξύ των οπαδών του Ερντογάν και των αντιπάλων του, μια πόλωση που ταυτόχρονα επικαλύπτεται από ένα όλο και πιο σημαντικό –και με βαθιές ρίζες–  υπόστρωμα θρησκευτικού εθνικισμού: όλοι, υπέρ ή κατά του Ερντογάν είναι με τη μεγάλη αλλά από παντού απειλούμενη τουρκική πατρίδα. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε σε αυτό το περιβάλλον και είχε ως αποτέλεσμα ένα υστερικό κυνήγι μαγισσών και ταυτόχρονα την κάθετη αύξηση της ισχύος του ΑΚΡ και του Ερντογάν προσωπικά ο οποίος εν πολλοίς κυβερνά σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, εκδίδοντας διατάγματα.

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης συνδέεται με μια πολιτική φυγή προς τα εμπρός η οποία  συνδυάστηκε από τη μια με στροφή επί τα συντηρητικότερα της θρησκευτικής ρητορικής και από την άλλη με έναν όλο και οξύτερο, συνωμοσιολογικό εθνικισμό του τύπου «οι κακοί ξένοι φταίνε για όλα». Το πρώτο, ήταν μια κίνηση διαφύλαξης της αγροτικής εκλογικής βάσης, μια κίνηση όχι χωρίς αντίστοιχα στις μεθόδους που είχαν χρησιμοποιήσει οι ρεπουμπλικάνοι προκειμένου να φέρουν τις μάζες της Ανατολίας κοντά στην κεμαλική επανάσταση.

Το δεύτερο όμως, ο ψεκασμένος εθνικισμός και η μετατροπή της Τουρκία ς σε διεθνή πρωτεύουσα της συνωμοσιολογίας, δείχνει επίσης ότι τα «ψεκασμένα» ιδεολογήματα δεν είναι «καλτ» αλλά ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους ακροδεξιάς διακυβέρνησης. (Ο φόβος για αόρατους, παντοδύναμους εχθρούς που μόνο το ισχυρό κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει είναι ένα από τα προαπαιτούμενα άλλωστε του φασισμού.) Το ιδεολογικό τσιμέντο του «απειλούμενου αλλά ανθεκτικού» τουρκικού εθνικισμού αυτή τη στιγμή είναι ιδιαίτερα ισχυρό, ακόμα και ανάμεσα στους αντιπάλους του Ερντογάν, ο οποίος μεν εμφανίζεται ως μια ιδιαίτερα πολωτική φυσιογνωμία, μπορεί όμως να συνεχίζει να κυβερνά λόγω της διαρκούς κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο: η παραμικρή φωνή αντίδρασης φυλακίζεται και η κεμαλική αντιπολίτευση μένει με λιγοστά εργαλεία στα χέρια της. Ακόμα και οι καθαρόαιμοι ακροδεξιοί εθνικιστές του MHP έχουν θέλοντας και μη συμμαχήσει με τον Ερντογάν σε μια ιδιότυπα σκληρή κοινοβουλευτική δικτατορία.

Το TurkeyPurge.com αναφέρει ότι μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 2018, η κυβέρνηση έχει εκδώσει 30 διατάγματα. Έχουν απολυθεί πάνω από 151.000 υπάλληλοι. Κρατούνται 130.000, έχουν συλληφθεί 64.000. Έχουν κλείσει σχολεία και πανεπιστήμια, έχουν απολυθεί 6.000 καθηγητές πανεπιστημίου και 4.000 δικαστές. Και φυσικά έχουν συλληφθεί πάνω από 300 δημοσιογράφοι (και μερικοί έχουν δεχτεί μέχρι και ισόβια για τις υποτιθέμενες πολιτικές τους συμπάθειες). Όπως είπε και ο Ερντογάν, το πραξικόπημα ήταν «θείο δώρο» προκειμένου να εκδιωχθούν από το κράτος οι «εχθροί μας» (του) και να «εκκαθαριστεί ο στρατός».

Είναι ενδιαφέρον ότι οι εκκαθαρίσεις ακούμπησαν ακόμα και τμήμα του κεφαλαίου της χώρας. Τουλάχιστον 11 δις $ από 1.000 επιχειρήσεις κατασχέθηκαν, λόγω των σχέσεων αυτών των επιχειρήσεων με τον Γκιουλέν.  Από την άλλη βέβαια, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης χειροτέρεψε της εργασιακές συνθήκες και το εργατικό εισόδημα και έκλεισε όσα συνδικάτα είχαν μείνει. Ο ίδιος ο Ερντογάν είπε: «χρησιμοποιούμε έκτακτους νόμους όπου υπάρχει κίνδυνος για εργατικές απεργίες». Μετά από αυτό, όπως είναι φυσικό, το κεφάλαιο έκανε τα στραβά μάτια για τις κατασχέσεις των επιχειρήσεων και, αν και κατά την περίοδο του πραξικοπήματος υπήρξε μια ορισμένη κάμψη στην οικονομική δραστηριότητα, η οικονομία ξαναγύρισε σε θετικά πρόσημα το 2017. Με ρυθμούς ανάπτυξης στο 11% για το τρίτο τρίμηνο του 2017 και 7% για το σύνολο του έτους (όταν ο στόχος ήταν 5%), η Τουρκία είναι  η πιο γρήγορα αναπτυσσόμενη χώρα ανάμεσα στις G20 (πάνω από Ινδία και Κίνα). Επίσης, λόγω και της ακραιφνώς νεοφιλελεύθερης πολιτικής του ισλαμιστή Ερντογάν, το κράτος έχει εν πολλοίς αποσυρθεί από κάθε άλλη υποχρέωσή του εκτός από τις στρατιωτικές και αστυνομικές, με αποτέλεσμα το κρατικό χρέος ως ποσο σ τό του ΑΕΠ να είναι στο χαμηλό 32% (αν και πρόκειται για χρέος σε συνάλλαγμα, επομένως πιο επικίνδυνο από όσο φαίνεται).

Και ακριβώς αυτό, η δυναμική της τουρκικής αγοράς, είναι και το δυνατό χαρτί του Ερντογάν έναντι των Ευρωπαίων. Το 2016, χρονιά κρίσης για τη χώρα , η Τουρκία ήταν 4ος εξαγωγικός εταίρος της ΕΕ με 78 δις € και 5η πηγή εισαγωγών με 66 δις €. Οι ξένες εταιρίες που ανοίγουν στην Τουρκία αντιμετωπίζουν χαμηλούς μισθούς και φορολογία, λίγους και ασθενείς νομοθετικούς περιορισμούς και καμιά προστασία για τον εργαζόμενο (η Τουρκία έχει σταθερά το ευρωπαϊκό ρεκόρ για θανατηφόρα ατυχήματα στη εργασία), ή το περιβάλλον, ενώ η χώρα συνδέεται με τελωνειακές συνθήκες με την Ε.Ε. (άρα μικροί δασμοί). Και φυσικά, οι τουρκικές ανάγκες για τεχνολογία σε σημαντικό μέρος τους θα καλύπτονται από ευρωπαϊκές εταιρίες. Τα τανκς και τα G3 είναι γερμανικά, τα ελικόπτερα είναι είτε Airbus ή ιταλικά, ο Μακρόν (που έχει κάνει και «άγριες» δηλώσεις για τη συμπεριφορά της Τουρκίας) έχει υπογράψει συμφωνίες για οπλικά συστήματα, το «κανάλι της Κωνσταντινούπολης» (που, για περιβαλλοντικούς και στρατιωτικούς λόγους, ας ελπίσουμε ότι δεν θα γίνει τελικά) έχει συμμετοχή ιταλικών και γαλλικών εταιριών κ.λπ. κ.λπ. Και φυσικά τα παραπάνω δεν περιορίζονται στην Ε.Ε. Σημαντικές επενδύσεις έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια οι Κινέζοι (για τον νέο δρόμο του μεταξιού), οι Ιάπωνες στην αυτοκινητοβιομηχανία και τα καταναλωτικά προϊόντα – και μάλιστα οι τελευταίοι ετοιμάζονται να υπογράψουν συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την Τουρκία,  αλλά και η Ρωσία, βασικά σε ακίνητα. Οι συζητήσεις για τον σταθμό πυρηνικής ενέργειας στο Ακουγιού, απέναντι από την Κύπρο, είναι σε προχωρημένο στάδιο. (Λεπτομέρεια: Όταν ο σταθμός λειτουργήσει, το 17% της ενέργειας της Τουρκίας θα ελέγχεται από Ρώσους.) Και αν και ο τουρισμός από Ευρώπη και Αμερική έχει σημαντική κάμψη λόγω των κακών διπλωματικών σχέσεων, ο τουρισμός από το Ιράν αυξήθηκε 52%, ισοφαρίζοντας πολλές από τις απώλειες.

Ο Ερντογάν, με το αετίσιο μάτι του σταθερά προσηλωμένο στο μέλλον είναι προσωπικά υπεύθυνος για την καταιγιστική οικονομική ανάπτυξη της μεγάλης και ισχυρής χώρας του και προστάτης τόσο της ποιότητας ζωής όσο και της σωτηρίας της ψυχής του μέσου Τούρκου πολίτη, αμήν.

...Ή μήπως όχι ακριβώς;

 

Οι ελέφαντες δεν είναι στο δωμάτιο

Υπάρχουν μια σειρά από δομικά χαρακτηριστικά στον τουρκικό κοινωνικό σχηματισμό που δεν διαγράφουν εντελώς ρόδινο το είδος του μέλλοντος που επιδιώκει η τουρκική άρχουσα τάξη. Και μάλιστα δεν πρόκειται καν για μυστικά, ή για πράγματα που δεν συζητούνται στον επίσημο λόγο, το αντίθετο, είναι σε καθημερινή βάση ορατά, αν και (φυσικά) με αλλαγμένο τον χαρακτήρα τους. Τα ζητήματα αυτά είναι η δομή της οικονομίας, το Κουρδικό και το Συριακό.

 

Οικονομία

«AKP» σημαίνει κόμμα ανάπτυξης και δικαιοσύνης. Η «ανάπτυξη» είναι περίπου το κεντρικό μοτίβο του κομματικού λόγου – και όχι χωρίς επιχειρήματα, όπως είδαμε, αφού, τουλάχιστον για το κεφάλαιο, τα τελευταία 20 χρόνια ήταν εξαιρετικά. Όμως το τι θα γίνει από δω και πέρα δεν είναι καθόλου βέβαιο. (Επίσης η υποψία ότι τα νούμερα είναι πειραγμένα, αν και ανεπιβεβαίωτη, δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητη...)

Τα ανησυχητικά σημάδια δεν περιορίζονται στις γκρίνιες του TÜSİAD, του τουρκικ ού ΣΕΒ, που λέει ότι δεν είναι τώρα εποχές για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και αναταραχές· καθόλου δεν αρέσουν αυτές στους δημοκράτες Ευρωπαίους. Πράγματι, το 2016 οι άμεσες ξένες επενδύσεις, ένας τομέας κρίσιμος για μια χώρα που επιχειρεί να ανέβει κατηγορία από αναπτυσσόμενη σε αναπτυγμένη, έπεσαν κατακόρυφα, με την εξαίρεση επενδύσεων από  μόνο 5 χώρες: Ιαπωνία, Κατάρ, Χιλή, Ιταλία και Ρωσία.

Ούτε μπορεί να θεωρηθεί τρομερά σημαντικό ότι η «Διεθνής Διαφάνεια» ρίχνει τη χώρα 5 με 6 θέσεις κάθε χρόνο στην κλίμακα της «διαφθοράς». Όχι ότι η κλίμακα αυτή είναι χωρίς νόημα: η «Δ.Δ.» έχει βάση στο Βερολίνο και χρηματοδοτείται από διάφορες δυτικές κυβερνήσεις και πολυεθνικές εταιρίες – και επομένως είναι μεν κατά τεκμήριο αναξιόπιστη ως προς τη μετρούμενη ποσότητα, δηλαδή τη διαφθορά, αλλά ακριβώς η πηγή των χρηματοδοτήσεων δείχνει και τι γνώμη έχουν οι χρηματοδότες για τον συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό – και η γνώμη του ιμπεριαλισμού για την Τουρκία αυτή τη στιγμή είναι πολύ κακή. (Επιπλέον είναι σαφές ότι όντως το σύστημα Ερντογάν έχει πλουτίσει από διάφορες είτε νόμιμες και ηθικές, είτε παράνομες και ανήθικες μπίζνες, αλλά αυτά γίνονται παντού.)      

Κάτι σχετικό με τα παραπάνω που είναι πιθανό να παίξει σημαντικό ρόλο το αμέσως επόμενο διάστημα είναι η υπόθεση Χακάν Ατίλλα. Ο τελευταίος ήταν αντιπρόεδρος τουρκικής τράπεζας και δικάζεται στις ΗΠΑ με κατηγορία ότι δημιούργησε μια τραπεζική απάτη για μυστική μεταφορά ιρανικού χρήματος μέσω αμερικανικών τραπεζών, κατά παράβαση των αμερικανικών κυρώσεων που ίσχυαν την εποχή εκείνη. Οι αμερικανικές αρχές έχουν στα χέρια τους και τη λίγο παλιότερη υπόθεση Ζαράμπ, ενός Τουρκοϊρανού που ήταν ο μεσάζων για την ανταλλαγή ιρανικού πετρελαίου με τουρκικό χρυσό. Οι υποθέσεις αυτές έχουν το χαριτωμένο χαρακτηριστικό ότι εκδικάζουν σε αμερικανικό έδαφος μια υπόθεση αμερικανικών κυρώσεων με κατηγορούμενους Τούρκους πολίτες οι οποίοι δεν συμμετείχαν σε κάποια απάτη επί αμερικανικού εδάφους. Είναι σαν να μας λέει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ότι όσοι χρησιμοποιούν δολάρια υπάγονται αυτομάτως στο αμερικανικό δίκαιο. Μια άλλη σημαντική πτυχή είναι ότι ανάμεσα στους κατηγορούμενους, τουλάχιστον έμμεσα, είναι και ο ίδιος ο Ερντογάν (εν μέρει αυτό εξηγεί και το αντιαμερικανικό μένος του τελευταίου). Επιπλέον φαίνεται ότι οι Αμερικάνοι θέλουν να συνδέσουν τις υποθέσεις αυτές και με τις κατηγορίες ανάμιξης των Ρώσων στις αμερικανικές εκλογές. Πέρα από το αστείο του πράγματος, μια πιθανή καταδίκη και επιβολή προστίμων στις τουρκικές τράπεζες, ακόμα κι αν αυτά δεν πληρωθούν, θα είναι οπωσδήποτε ένα πολύ γερό χτύπημα στον τουρκικό χρηματοπιστωτικό τομέα. Επομένως, το επόμενο διάστημα αναμένονται εξελίξεις – είτε φανερά είτε πίσω από κλειστές πόρτες. 

Τέλος, το γεγονός ότι η Τουρκία δεν θα ενταχθεί στην Ε.Ε., δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κάτι το σημαντικό στη συγκυρία, δεδομένου ότι ήταν γνωστό εδώ και καιρό. Από την πλευρά των αρχουσών τάξεων της Ε.Ε. ουδέποτε υπήρξε η παραμικρή πρόθεση να ενταχθεί ένας τέτοιος πληθυσμιακός γίγαντας στον ασταθή μηχανισμό ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης. Από την πλευρά του τουρκικού κεφαλαίου πάλι, η αρχική συγκρατημένη βούληση για ένταξη από ορισμένες πλευρές του (ουδέποτε η ένταξη ήταν ομόθυμος στόχος του τούρκικου κεφαλαίου), μετατράπηκε σε (ανομολόγητη) ανακούφιση μετά την ευρωκρίση, την οποία η Τουρκία, ως μη μέλος, σχεδόν δεν την κατάλαβε. Παρόλα αυτά, είδαμε ότι η Ε.Ε. είναι ο σημαντικότερος οικονομικός εταίρος της Τουρκίας, άρα οι διμερείς σχέσεις είναι περίπου αδύνατον να τερματιστούν. Εντούτοις αστάθειες, παζάρια, σταματήματα και ξεκινήματα δεν μπορούν αποκλειστούν.  

Υπάρχουν όμως κι άλλα σημάδια προβλημάτων στον ορίζοντα. Ο πληθωρισμός παραμένει πάντα πάνω από το 11%, η ανεργία μένει σταθερά στο πολύ ψηλό 12%, η λίρα πέφτει συνεχώς, χωρίς η υποτίμηση να σημαίνει όμως διαφοροποίηση του λόγου εξαγωγών προς εισαγωγές: οι εισαγωγές παραμένουν περισσότερες, κάτι παράδοξο για μια χώρα στο επίπεδο ανάπτυξης της Τουρκίας, που θα περίμενε κανείς να είναι καθαρά εξαγωγική.

Ίσως πάλι να μην είναι και τόσο παράδοξο: Σταθερό στοιχείο της «ισχυρής Τουρκίας» (όπως και της «ισχυρής Ελλάδας» παλιότερα) είναι ο δανεισμός σε συνάλλαγμα για την ικανοποίηση καταναλωτικών αναγκών. Οι αιτίες διαφέρουν στις δύο περιπτώσεις, όπως και η συγκεκριμένη κατανομή του χρέους: στην περίπτωση της Τουρκίας ο κρατικός δανεισμός παραμένει χαμηλός, αντίθετα ο ιδιωτικός δανεισμός αυξάνει με μάλλον υπερβολικούς ρυθμούς, μια διαδικασία που ενθαρρύνει – ή επιβάλλει– η κυβέρνηση. Ο δανεισμός κατευθύνεται στην κατανάλωση, η κατανάλωση αυξάνει το ΑΕΠ – και αυτό γίνεται με αγορά εισαγόμενων καταναλωτικών (και όχι ας πούμε κεφαλαιουχικών) αγαθών. Στην πραγματικότητα η διαδικασία αυτή έχει όλα τα χαρακτηριστικά φούσκας. Το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας αυξάνεται με ρυθμούς κοντά στο 5% του ΑΕΠ – ένα ανησυχητικό νούμερο. Και αυτά όλα στο φόντο της σοβαρής αύξησης των ανισοτήτων και της φτώχειας που έφερε η κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 22% των νοικοκυριών ζουν κάτω από το επίπεδο φτώχειας, ενώ και τα ποσοστά νεανικής φτώχειας και νεανικής ανεργίας είναι ιδιαίτερα υψηλά.

Παρόλα αυτά το τουρκικό κεφάλαιο διατηρεί μεγάλες επεκτατικές φιλοδοξίες στον βιομηχανικό και τον ενεργειακό κλάδο (και έχει σημαντικότατο ρόλο στον κινεζικό δρόμο του μεταξιού). Στον πρώτο τομέα η Τουρκία επιχειρεί μια διείσδυση στις μουσουλμανικές χώρες της Μέσης Ανατολής και κυρίως της Αφρικής. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Σομαλίας. Η Τουρκία είναι η πρώτη χώρα που συμμετείχε στην ανοικοδόμησή της, της χάρισε μάλιστα και το πρώτο νοσοκομείο, με «μόνο» αντάλλαγμα (εκτός από την προφανή διαφήμιση για τουρκικά προϊόντα), τη συμφωνία για δημιουργία στρατιωτικής βάσης.

Στο ενεργειακό η χώρα φιλοδοξεί να αποτελέσει ενεργειακό κόμβο μεταξύ Μέσης Ανατολής, Ρωσίας και Ευρώπης. Τα σχέδια περιλαμβάνουν τη βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία (λόγω του σχεδιαζόμενου αγωγού Turkish Stream), την πιθανή διέλευση αγωγού για μεταφορά Ισραηλινού αερίου και τη σύσφιξη των σχέσεων με το Κατάρ, τον πρώτο παραγωγό υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στον κόσμο. Η δεύτερη τουρκική βάση είναι ήδη στο Κατάρ (και η τρίτη στο Ιράκ). Δεδομένου τώρα ότι το LNG διανέμεται με πλοία και όχι αγωγούς, η Τουρκία έχει ήδη εξαγγείλει ότι θα κατασκευάσει το δικό της αεροπλανοφόρο, το οποίο σκοπεύει να εξοπλίσει με αμερικανικά F35. Τα υπερφιλόδοξα ενεργειακά και στρατιωτικά αυτό σχέδια έχουν να αντιμετωπίσουν μια τεράστια περιπλοκότητα από αντικρουόμενες συμμαχίες και ανταγωνισμούς. Για παράδειγμα, το Κατάρ είναι αυτή τη στιγμή υπό καθεστώς αποκλεισμού από τις υπόλοιπες χώρες του κόλπου, υπό την ηγεσία Σαουδικής Αραβίας και Αιγύπτου. Για να αρθεί ο αποκλεισμός τίθενται 13 αιτήματα μεταξύ των οποίων ο τερματισμός στήριξης ισλαμιστικών οργανώσεων (αυτό το ζητάει η Σαουδική Αραβία...), ο τερματισμός των σχέσεων με το Ιράν και το κλείσιμο της τουρκικής στρατιωτικής βάσης (αλλά όχι και της αμερικανικής ή της γαλλικής).

Σε έναν άλλο τομέα, η Τουρκία είναι αγροτική υπερδύναμη. Έχει διατροφική αυτάρκεια και είναι καθαρός εξαγωγέας αγροτικών προϊόντων. Τα χαρακτηριστικά της αγροτιάς, δηλαδή λίγες μεγάλες ιδιοκτησίες, πολλές μικρές, μεγάλο ποσοστό αγροτικού πληθυσμού, σχετικά χαμηλή εκμηχάνιση, σημαίνουν και χαμηλή παραγωγικότητα. Η διαφορά στην παραγωγικότητα με τις πολύ πιο παραγωγικές ευρωπαϊκές οικονομίες μπορούσε να εξομαλύνεται τόσο από την πτώση της λίρας όσο και από τη πολιτική δασμών και επιδοτήσεων της χώρας, πολιτική που ταυτόχρονα διατηρούσε την ποσότητα της παραγωγής από τη μια και από την άλλη διατηρούσε σταθερές συμμαχίες με αγροτικά στρώματα.  Όμως η κυβέρνηση, όντας φιλελεύθερη, άνοιξε την αγροτική αγορά στον διεθνή ανταγωνισμό. Αυτό σημαίνει ότι πολλοί μη ανταγωνιστικοί κλάδοι θα πρέπει να αναδιαρθρωθούν, δηλαδή η «φτωχομεσαία αγροτιά», που  έλεγαν παλιά οι κομμουνιστές, θα πρέπει να μετατραπεί σε λούμπεν αστικά στρώματα εσωτερικής μετανάστευσης. Κλάδοι όπως το κρέας, τα βερίκοκα, ο καπνός, το τσάι, τα φουντούκια κινδυνεύουν να εξαφανιστούν ή να υποστούν σημαντικές μειώσεις, με στόχο την ειδίκευση της παραγωγής, τις μεγάλες εκμηχανισμένες εκμεταλλεύσεις κ.λπ. (Η πολιτική εκτόπισης Κούρδων από τα χωριά τους στα εύφορα νοτιοανατολικά μπορεί να ιδωθεί και υπό ένα τέτοιο πρίσμα και όχι μόνο ως τμήμα του πολέμου με το ΡΚΚ.)

Η συγκυρία είναι επομένως ιδιαίτερα πιεστική για το AKP, αφού τα τουρκικής εθνότητας αγροτικά στρώματα είναι βασικό εκλογικό του στήριγμα. Και όμως, ο νεοφιλελεύθερος εκσυγχρονισμός του Ερντογάν θα έχει ως τελικό αποτέλεσμα την εξαφάνισή τους: Σύμφωνα με τον ΟΗΕ   ο αγροτικός πληθυσμός τα τελευταία 10 χρόνια έχει μειωθεί από το 30.98% του συνόλου του πληθυσμού στο 25.64%. Βέβαια αυτό το τελευταίο ποσοστό μεταφράζεται ακόμα σε 20 εκατομμύρια ψηφοφόρους, οι οποίοι «ανήκαν» μέχρι τώρα στο ΑΚΡ. Αν μετά τα αστικά στρώματα και τη νεολαία των πόλεων χαθούν και αυτοί, το εκλογικό σκηνικό της χώρας θα γνωρίσει τεράστιες ανατροπές. Η πρεμούρα να μεταβληθεί το πολίτευμα σε προεδρική «δημοκρατία» με όλες τις εξουσίες στα χέρια του Ερντογάν, (και) τέτοιες εξελίξεις προσπαθεί να προλάβει. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα τα καταφέρει: στο περσινό συνταγματικό δημοψήφισμα, η καμπάνια του υπέρ του «Ναι» κέρδισε μόλις 51,4% των ψήφων παρά τη διεξαγωγή του με τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, διακεκριμένους αντίπαλους φυλακισμένους, τη συμμαχία με τους εθνικιστές, εκτεταμένη νοθεία και με τα μέσα ενημέρωσης φιμωμένα.

Η πολιτική αντίδραση σε τέτοιες «δυσάρεστες» εξελίξεις είναι η σκλήρυνση του συντηρητικού, ακροδεξιού και ξενοφοβικού λόγου της κυβέρνησης και η τελική σύμπηξη συμμαχίας με το καθαρόαιμα εθνικιστικό Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP). Το αν μια τέτοια στροφή είναι αρκετή για να καλύψει την αγροτική δυσαρέσκεια θα φανεί. Από την πλευρά της γενικότερης οικονομίας όμως οι παράπλευρες αντιφάσεις που δημιουργούνται είναι δύσκολο να ελεγχθούν. Οι πολιτικές αναταραχές μπορεί να έχουν αρνητικές επιδράσεις στην εισροή ξένων κεφαλαίων στη χώρα. Όμως όπως είπαμε ήδη οι ξένες επενδύσεις έχουν γενικά πέσει το τελευταίο διάστημα. Το 2017 υπήρξε μείωση κατά 17% των ξένων επενδύσεων. Και η μείωση των εισροών ξένου κεφαλαίου σημαίνει επιδείνωση της θέσης του τουρκικού κεφαλαίου. 

Τέλος δεν έχουν ακόμα αρχίσει να γίνονται εμφανείς οι πιθανές οικονομικές συνέπειες της εισβολής στο Αφρίν, ειδικά εάν, όπως φαίνεται αυτή τη στιγμή, η επέμβαση αυτή κρατήσει πολύ.

[Το τσάι, που αναφέρθηκε πιο πάνω, έχει μια πολύ ιδιαίτερη σημασία για την τουρκική ιστορία και κουλτούρα. Το 1923 ο Ατατούρκ αποφάσισε ότι ο καφές, ως τότε το κύριο αφέψημα των Τούρκων, είναι πολύ ακριβός επειδή εισάγεται. Επειδή όμως ούτε το τσάι καλλιεργείτο στη χώρα, εκδόθηκε διάταγμα που έλεγε ότι πρέπει να αρχίσει η καλλιέργεια τσαγιού στη χώρα και οι Τούρκοι να πίνουν τσάι και να κόψουν τον καφέ. Κατόπιν τούτου, σήμερα πλέον οι Τούρκοι είναι πρώτοι σε κατά κεφαλήν κατανάλωση τσαγιού στον κόσμο – και το πανταχού παρόν «παραδοσιακό» τσάι είναι μια πρόσφατα κατασκευασμένη εθνική παράδοση. Το ίδιο το τούρκικο τσάι, που κυρίως καλλιεργείται γύρω από το χωριό του Ερντογάν στον Πόντο, είναι πιθανώς το χειρότερο ποιοτικά τσάι του κόσμου. Και οι νεοφιλελεύθεροι λένε ότι δεν είναι καν φτηνό. Η σύγκρουση της κληρονομιάς του Ατατούρκ με τον νεοφιλελευθερισμό του Ερντογάν για την τύχη του τσαγιού αναμένεται με ενδιαφέρον...]

 

Κουρδικό

«Εμείς θα πολλαπλασιάσουμε τους απογόνους μας. Λένε για οικογενειακό προγραμματισμό, έλεγχο γεννήσεων. Δεν είναι για τις πιστές οικογένειες αυτά. Κανείς δεν μπορεί να παρέμβει στο έργο του θεού. Και το καθήκον εδώ είναι πρωταρχικά των γυναικών». Αυτά τα εξόχως προοδευτικά και φεμινιστικά (με τα οποία, να σημειώσουμε, είναι γεμάτα τα κηρύγματα των ρασοφόρων, Τούρκων και Ελλήνων), αυτά λοιπόν είναι η επίσημη ρητορεία της τουρκικής κυβέρνησης διά στόματος Ερντογάν για το γυναικείο ζήτημα, μια ρητορεία που επισήμως ονομάζεται «Τουλάχιστον τρία παιδιά σε κάθε νοικοκυριό». Ο λόγος για τέτοιου τύπου μέτρα δεν είναι ο θρησκευτικός ζήλος αλλά το στρατηγικότερο από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τουρκικός καπιταλισμός, το δημογραφικό. Πράγματι, μπορεί η κυβέρνηση να θέλει μια Τουρκία μεγαλύτερη και από την Κίνα, αλλά φαίνεται ότι ο πληθυσμός της χώρας δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει τα 95 εκατομμύρια κατοίκους το 2050 από τα 80 εκατομμύρια σήμερα, ενώ ο δείκτης γεννητικότητας έπεσε για πρώτη φορά κάτω από τα 2.1 παιδιά ανά γυναίκα το 2016.

Τις συνέπειες των παραπάνω κανονικά θα περιμέναμε να τα δούμε σε μια με δυο γενιές, σε 40 με 50 περίπου χρόνια – αν μιλάγαμε για μια ευρωπαϊκή χώρα. Όμως, η Τουρκία διαπερνιέται από πολύ πιο βαθιές αντιθέσεις. Έτσι, ο δείκτης γεννητικότητας στην αναπτυγμένη δύση (λ.χ. στη Σμύρνη, την Αδριανούπολη ή τις καλές περιοχές της Κωνσταντινούπολης) είναι κάτω του 1.5. Στις νοτιοανατολικές επαρχίες, όμως, εκεί που ζουν Κούρδοι (και τα 3 εκατομμύρια προσφύγων από τη Συρία), ο δείκτης είναι 3.5. Ακόμα περισσότερο προβληματικό είναι το γεγονός ότι μεταξύ του 2001 και του 2015 (επί Ερντογάν δηλαδή) έχουν μειωθεί οι γάμοι κατά 30% στην Κωνσταντινούπολη, κατά 40% στην Άγκυρα. Σε μια χώρα που όχι μόνο δεν υφίσταται η έννοια του συμφώνου συμβίωσης, του εκτός γάμου παιδιού, της μονογονεϊκής οικογένειας κ.λπ., αλλά και καμιά κοινωνική πρόνοια λόγω της ακραίας διάλυσης του κράτους, αυτό σημαίνει ότι η γεννητικότητα στο άμεσο μέλλον θα μειωθεί ακόμα περισσότερο.

Μακροπρόθεσμα αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία θα έχει σχετικά σύντομα να περιθάλψει έναν γερασμένο πληθυσμό χωρίς όμως να έχει το υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα που απαιτείται για αυτόν τον σκοπό (όπως οι δυτικές χώρες οι οποίες βρίσκονται ήδη σε αυτό το στάδιο γήρανσης). Από την πλευρά του κεφαλαίου αυτό μεταφράζεται στο γεγονός ότι υπάρχει ένα παράθυρο ευκαιρίας της τάξης των 20-30 χρόνων μέσα στο οποίο πρέπει να ολοκληρωθούν τυχόν στρατιωτικές περιπέτειες εκτός συνόρων, αφού ο στρατός εφέδρων τότε αναγκαστικά θα μειωθεί. Ακόμα χειρότερα, σε 20 με 30 χρόνια, με βάση τη σημερινή γεννητικότητα, θα είναι περισσότεροι οι Κούρδοι στον τουρκικό στρατό παρά οι Τούρκοι.

Μάλιστα είναι πολύ δύσκολο το τουρκικό κράτος να κάνει κάτι για να αντιστρέψει την τάση αυτή, αφού είναι το ίδιο το κράτος που κρατά στη φτώχεια και την υπανάπτυξη τους κουρδικούς πληθυσμούς· όμως είναι γνωστή η σύνδεση της μόρφωσης και της εισόδου στην αγορά εργασίας των γυναικών με τη μείωση των γεννήσεων. Ο ίδιος μηχανισμός που με τον συνδυασμό φτώχειας, θρησκείας και ψήφου έφερε τον Ερντογάν στην εξουσία, θα φέρει το κουρδικό κόμμα στην τουρκική βουλή, αν όχι στις επόμενες, τότε στις μεθεπόμενες εκλογές, παρά το παρανοϊκό όριο του 10% για την είσοδο σε αυτήν. Με άλλα λόγια, το ίδιο το κράτος είναι παγιδευμένο να δίνει στους κουρδικούς (αλλά και προσφυγικούς) πληθυσμούς τα μελλοντικά όπλα τους, τη σχετική τους δηλαδή αύξηση ως προς τους εθνικά Τούρκους. 

Και έτσι ερχόμαστε στον κυριότερο κόμπο για το τουρκικό κεφάλαιο, το Κουρδικό. Το γεγονός είναι ότι το τζίνι του κουρδικού έθνους έχει προ πολλού βγει από το μπουκάλι. Και αυτό παρά την τεράστια πολεμική επιχείρηση που συνεχίζεται με διαλείμματα από το 1984, την υπόθεση Οτσαλάν, την τεράστια αναγκαστική μεταφορά εκατομμυρίων και την εκκένωση τουλάχιστον 3.000 χωριών, την εκτέλεση τουλάχιστον 40.000 Κούρδων, τα πολλά στρατηγικά λάθη που έχουν κάνει οι Κούρδοι και την αναγκαστική έλλειψη σταθερών συμμάχων που διακρίνει την περίπτωσή τους. Τα 30 ως 40 εκατομμύρια Κούρδων είναι μοιρασμένα σε 4 χώρες (στην Τουρκία περίπου οι μισοί) με διαφορετικά χαρακτηριστικά σε κάθε μια. Για παράδειγμα, στο Ιράκ έχουν διατηρηθεί πολύ ισχυρά τα προκαπιταλιστικά φυλετικά χαρακτηριστικά. Και στο Ιράν η κουρδική μειονότητα είναι σε καθεστώς καταπίεσης, παρά τις γλωσσικές και εθνολογικές συγγένειες με τους Πέρσες: τα κουρδικά είναι μια δυτική Ιρανική γλώσσα και ο καταστατικός μύθος της κουρδικής καταγωγής είναι ότι είναι απευθείας απόγονοι των αρχαίων Μήδων.

Παρόλες τις διαφορές μεταξύ τους, τα κουρδικά φύλα είναι σαφές ότι καλύπτουν έναν γεωγραφικά ενιαίο χώρο, ότι η δημιουργία ενός κουρδικού κρατικού μορφώματος σε μία μόνο από τις τέσσερις αυτές χώρες είναι πρακτικά αδύνατον να περιοριστεί μόνο σε αυτήν και ότι επίσης είναι αδύνατον το ζήτημα αυτό να μείνει στρατηγικά ανεπίλυτο. Το μακροπρόθεσμο λοιπόν πρόβλημα για τον τουρκικό σχηματισμό είναι ότι, με βάση ότι ο κουρδικός εθνικισμός είναι ένα τετελεσμένο, δεν υπάρχει καμιά περίπτωση πραγματικής επίλυσης του προβλήματός τους χωρίς απώλεια τούρκικου εδάφους. Ακόμα και η περίπτωση παραχώρησης αυτονομίας στις νοτιοανατολικές επαρχίες της Τουρκίας είναι προφανές ότι λόγω γειτονίας με αντίστοιχες αυτόνομες περιοχές της Συρίας και του Ιράκ, κάποια στιγμή θα οδηγήσει σε αλυτρωτισμούς και κάποια μορφή κουρδικού κράτους.

Αν όμως το πρόβλημα αυτό είναι μακροπρόθεσμο, βραχυπρόθεσμα επιδρά στην άσκηση πολιτικής με πολλούς τρόπους. Πρώτα με την ίδια την εσωτερική κατάσταση πολέμου και έκτακτης ανάγκης στα νοτιοανατολικά. Μετά, με τη διαρκή ανάγκη ιμπεριαλιστικής επέμβασης στις γειτονικές χώρες με κουρδικό στοιχείο και, τέλος, προκαλώντας την επείγουσα ανάγκη στην τουρκική άρχουσα τάξη να δημιουργήσει τετελεσμένα πριν το κουρδικό φτάσει σε σημείο το οποίο δεν θα μπορεί πλέον να ελέγξει.

 

Ο πόλεμος στη Συρία

Πολύ περισσότερο από σύγκρουση για το μέλλον του Άσαντ ή των δυνάμεων του ISIS, η Συρία είναι ένα παιχνίδι για μεγάλα παιδιά – και η Τουρκία ως τώρα δεν έχει δείξει ότι μπορεί να το παίξει. Τα διακυβεύματα αφορούν τη μορφή της Μέσης Ανατολής, τη θέση των ΗΠΑ και της Ρωσίας, τη σύγκρουση στο Ισραήλ και την άνοδο του Ιράν ως εκπροσώπου του σιιτικού Ισλάμ, κυριότερου εχθρού του Ισραήλ και αντιπάλου της Σαουδικής Αραβίας, μαζί φυσικά με το Κουρδικό.

Η εισβολή στο Αφρίν ήταν μια κίνηση με πολλαπλούς αποδέκτες. Ο προφανής είναι οι Κούρδοι της Συρίας και το οιονεί κρατικό μόρφωμα που έχει δημιουργηθεί στη βορειοανατολική Συρία, η Ροτζάβα ή Νότιο Κουρδιστάν. Η Τουρκία επιτίθεται στο Αφρίν, που είναι ένας μικρός απομονωμένος θύλακος στα δυτικά της κουρδικής περιοχής, προκειμένου να κατοχυρώσει εύκολα κέρδη (ή έτσι πίστευε...) πριν δει τι θα κάνει με την πολύ πιο δύσκολη περίπτωση της Ιεράπολης, που είναι ανατολικότερα, στις δυτικές όχθες του Ευφράτη και με πυκνή αμερικανική παρουσία. 

Επίσης -αν και ανομολόγητος- στόχος είναι και τα επιτεύγματα της Ροτζάβα στη δημοκρατία, τα δικαιώματα των γυναικών κ.λπ. Γιατί όποια κριτική και αν κάνει κανείς στο καθεστώς στα εδάφη των Κούρδων («ποια δημοκρατία, τα πάντα τα ελέγχει το YPG» και άλλα τέτοια που λένε τα φερέφωνα των Τούρκων στρατηγών), είναι αναμφισβήτητο ότι η Ροτζάβα, εν μέσω ενός πραγματικά λυσσασμένου πολέμου παραμένει το πιο δημοκρατικό και σεβόμενο τις μειονότητες από τα καθεστώτα της περιοχής.

Είναι προφανές επίσης ότι σημαντικός (αν όχι ο σημαντικότερος) στόχος είναι ο εσωτερικός εχθρός. Η αύξηση των ανισοτήτων, οι παράταιρες οικονομικές πολιτικές εις βάρος των λαϊκών τάξεων, η αύξηση του αυταρχισμού κόβουν τάξεις-εκλογικά στηρίγματα από το ΑΚΡ και μειώνουν τις πιθανότητες του Ερντογάν να κρατήσει την εξουσία τα επόμενα χρόνια. Η υστερική αύξηση του εθνικισμού, σε οπαδούς και αντιπάλους του Ερντογάν, σημαίνει τη σταθεροποίησή του τελευταίου στην  εξουσία λόγω «εθνικής έκτακτης κατάστασης». 

Ο κερδισμένος πάντως για την ώρα από αυτήν την εισβολή σε ξένη επικράτεια, είναι μάλλον η Ρωσία: η όλη επιχείρηση φαίνεται σε αυτό το πρώιμο στάδιο σχεδόν σαν να ήταν ένα μακιαβελικό σχέδιο των Ρώσων. Πράγματι, οι τελευταίοι έχοντας ήδη συγκεκριμένα κέρδη και επί του εδάφους (στρατιωτικές βάσεις και έλεγχος του εναέριου χώρου στη Συρία) και στο διπλωματικό (ντε φάκτο διαμεσολαβητής για την επίλυση του Συριακού, οργανωτής «συνεδρίων» με συμμετοχή Ιράν και Τουρκίας για το ζήτημα κ.λπ.), φαίνεται ότι «έσπρωξαν» τον Ερντογάν στην εισβολή (που δεν ήθελε και πολύ), αποσύροντας τον έλεγχο του εναέριου χώρου και δίνοντάς του έτσι άδεια. Με αυτόν τον τρόπο όμως:

– Οι σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ φτάνουν σε πρωτοφανή ένταση. Οι Αμερικάνοι δυσκολεύονται να αφήσουν τους μόνους αξιόπιστους στρατιωτικούς συμμάχους που έχουν στη Συρία χωρίς στήριξη (η Τουρκία μόνο αξιόπιστη δεν είναι, αφού έχει μια εντελώς δική ιμπεριαλιστική ατζέντα). Έτσι, στον φετινό προϋπολογισμό των ΗΠΑ υπάρχει ένα κονδύλι 500 εκατομμυρίων δολαρίων που αφορά τον εξοπλισμό των Κούρδων, ενώ και η περιοχή του Μανμπίτζ είναι δύσκολο να εκκενωθεί από Αμερικανούς, όπως έχουν ζητήσει οι Τούρκοι προκειμένου να εισβάλλουν και σε αυτήν. Επομένως οι Ρώσοι κερδίζουν βάθεμα στην κρίση των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων ΗΠΑ και Τουρκίας, έχοντας μάλιστα συσφίξει τις σχέσεις τους με τη δεύτερη.

– Οι Κούρδοι τιμωρούνται για το ότι αρνήθηκαν τις ρωσικές προτάσεις να αναγνωρίσουν τον Άσαντ, με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφάλειας, επιλέγοντας αντίθετα να συμμαχήσουν σταθερά με τις ΗΠΑ.

– Η δύσκολη κατάσταση των Κούρδων πιθανόν να τους αναγκάσει να δεχτούν εν τέλει τη βοήθεια του Άσαντ, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο  απόσπασης της Ροτζάβα και διάσπασης της Συρίας. Ταυτόχρονα, το ενδεχόμενο η Τουρκία να βρει έτσι μια δικαιολογία για να υποχωρήσει ισχυριζόμενη ότι κέρδισε (αφού το Αφρίν θα είναι τμήμα της Συρίας και όχι του Κουρδιστάν), θα σημαίνει ταυτόχρονα ότι θα υποχρεωθεί να αναγνωρίσει και τον Άσαντ ως νόμιμο ηγέτη της χώρας, θάβοντας έτσι ακόμα πιο βαθιά τις φιλοδοξίες του Ερντογάν για αλλαγή καθεστώτος.

Η κατάσταση είναι θετική μόνο για τους ρωσικούς σχεδιασμούς. Όσο για τις Κουρδικές φιλοδοξίες, ο ΥΠΕΞ της Μόσχας τα λέει αρκετά καθαρά: «Το να παίζουν [οι ΗΠΑ] παιχνίδια με το κουρδικό ζήτημα στο πλαίσιο μιας κοντόφθαλμης προσέγγισης των δικών τους γεωπολιτικών στόχων με τη μία μόνο πλευρά της περιοχής, είναι ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι. Μπορεί να δημιουργήσει μπελάδες σε άλλες χώρες, όπου ζουν κουρδικοί πληθυσμοί. Πρέπει να σκεφτούμε πώς θα διασφαλίσουμε ίσα δικαιώματα για τους Κούρδους στα σημερινά σύνορα των χωρών που βρίσκονται, παρά να προκαλούμε αναταραχή σε όλη την περιοχή, όπως έγινε τον προηγούμενο αιώνα, από τους δυτικούς εταίρους μας.» (σσ: Κούρδοι, χάσατε...)

Τέλος να συμπληρώσουμε ότι ο ρόλος που έπαιξε η Τουρκία στην είσοδο του Ιράν στη Συρία ήταν σημαντικότατος. Η υπόθεση Ζαρράμπ, που αναφέραμε πιο πάνω, σήμανε τη χρηματοδότηση των Ιρανών και έτσι τη δυνατότητά τους να επεκταθούν στρατιωτικά στη Συρία, φτάνοντας πιο κοντά στα ανατολικά σύνορα του Ισραήλ. Δεν είναι καθαρά τα μακροπρόθεσμα οφέλη της Τουρκίας από αυτές τις κινήσεις (εκτός από την «κατανόηση» του Ιράν για την αντιμετώπιση των Κούρδων), αλλά είναι σαφές ότι έτσι διαταράσσονται ακόμα περισσότερο οι σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ και Τουρκίας – ΗΠΑ.

 

Καταρρέει η Τουρκία;

Αν πιστέψουμε διάφορα ακροδεξιά παϊσιο-σάιτ, το τέλος της Τουρκίας έρχεται, ο μαρμαρωμένος βασιλιάς όπου να ’ναι σηκώνεται και σε κανά δυό τέρμινα η Πόλη θα είναι πρωτεύουσα της Ελλάδας. Ευτυχώς για μας τα πράγματα δεν είναι έτσι· αντίθετα, είναι βέβαιο ότι η χώρα θα συνεχίσει να είναι εκεί που είναι και σήμερα.

Από την άλλη, όμως, είναι γεγονός ότι μπροστά στην Τουρκία (δηλαδή μπροστά στις άρχουσες μερίδες του κεφαλαίου της χώρας) βρίσκονται μια σειρά από βραχυπρόθεσμες αλλά και στρατηγικές προκλήσεις που διακυβεύουν την ανοδική πορεία της τα τελευταία χρόνια. 

Πρώτα απ’ όλα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης. Παρά τη γρήγορη οικονομική άνοδο των τελευταίων ετών (ή μάλλον εξαιτίας της), τη βιομηχανική επέκταση, την αγροτική επάρκεια, είδαμε ότι εκτός από τη ραγδαία αύξηση των ανισοτήτων υπάρχουν και μια σειρά από τομείς που θα πρέπει λιγότερο ή περισσότερο σύντομα να εκκαθαριστούν, όπως ο κατασκευαστικός που έχει χαρακτηριστικά φούσκας. Επίσης, προβληματικός είναι ο δανεισμός του ιδιωτικού τομέα και το πολύ υψηλό ποσοστό της εισαγόμενης κατανάλωσης στο ΑΕΠ. Τέτοιες εξελίξεις μπορούν να επιταχυνθούν ή να πυροδοτηθούν από τη διεθνή κατάσταση που βρίθει ασταθειών, ή από αστοχίες στην τουρκική πολιτική εκτός συνόρων. Ένας πρόσθετος παράγοντας αστάθειας είναι η εξέλιξη της δίκης Ατίλλα στις ΗΠΑ και η ενδεχόμενη επιβολή προστίμων (ή/και απαγγελία κατηγοριών κατά περισσότερων Τούρκων αξιωματούχων).

Η ιμπεριαλιστική υπερεπέκταση του τούρκικου κεφαλαίου είναι επίσης ένα ερώτημα. Οι εξαγωγές κεφαλαίου δικαιολογούνται όταν τα κέρδη που θα φέρουν είναι μεγαλύτερα από την απαιτούμενη επένδυση. Η Τουρκία αυτή τη στιγμή επιχειρεί να επεκταθεί στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική στον κατασκευαστικό και τον εξαγωγικό τομέα. Ο δεύτερος αντιμετωπίζει ανταγωνισμό από τις αποανατολικές ανερχόμενες βιομηχανικές δυνάμεις, οι οποίες μπορούν να είναι πιο φτηνές. Ο πρώτος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στην πολιτική: η διαμάχη για το Κατάρ μπορεί να στοιχίσει την επέκταση των τούρκικων κατασκευαστικών. Τέλος, η στρατιωτική μεγαλομανία, εκτός από το ότι φέρνει μνήμες οθωμανικού τύπου, κάτι το ιδιαίτερα κακό για την εικόνα της Τουρκίας στους ντόπιους πληθυσμούς άρα και για την επέκταση της βιομηχανικής της παραγωγής, είναι επίσης ένα ιδιαίτερα ακριβό σπορ. Όλα αυτά μπορεί να σημαίνουν ότι τα επενδυόμενα κεφάλαια δεν θα επιστρέψουν την επιθυμητή κερδοφορία, κάτι που θα πυροδοτήσει κρισιακές-εκκαθαριστικές διαδικασίες.

Επίσης, δεν είναι βέβαιο τι εξέλιξη θα έχουν οι ίδιες οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία. Αν, για παράδειγμα, κρατήσουν πολύ, το οικονομικό και πολιτικό κόστος θα είναι μεγάλο. Ως προς το πολιτικό, είναι πιθανό σε τέτοια περίπτωση να ανοίξει στην Τουρκία μια περίοδος αστάθειας, εφόσον λήξει η εποχή του ΑΚΡ. Αν υποτεθεί ένα τέτοιο σενάριο (και πάντως είναι νωρίς για να το υποθέσουμε) η πολιτική αναταραχή είναι πολύ πιθανό να πυροδοτήσει και οικονομική με απρόβλεπτες συνέπειες. 

Αλλά το μεγάλο ζήτημα είναι οι στρατηγικές αδυναμίες της χώρας. Το δημογραφικό, το κουρδικό, η ένταξη της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας (σχέσεις με Ε.Ε., ΗΠΑ, Ρωσία, Ισραήλ κ.ο.κ.)  είναι μερικά από αυτά. Στην πραγματικότητα η χώρα βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι: μια αρκετά μακρά περίοδος σχετικής σταθερότητας και οικονομικής άνθησης φαίνεται να φτάνει στο τέλος της και οι κυρίαρχες τάξεις βιάζονται να κεφαλαιοποιήσουν προς όφελός τους τα κέρδη, ανεβαίνοντας κατηγορία στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, πριν να είναι αργά.

Το πρόβλημα είναι ότι η άνοδος αυτή δεν είναι τόσο καθαρή όσο η ίδια η χώρα φιλοδοξεί να το παραστήσει. Για παράδειγμα, στην κατάταξη με βάση το ονομαστικό ΑΕΠ, η χώρα παραμένει συστηματικά στις θέσεις 18 ως 17 τα τελευταία 20 χρόνια, αφού με ίδιους ή και καλύτερους όρους αυξήθηκε το ΑΕΠ άλλων αναπτυσσόμενων χωρών σε παραπλήσιο στάδιο ανάπτυξης (λ.χ. η Ινδονησία ξεπέρασε την Τουρκία τα τελευταία 10 χρόνια). Χωρίς να μπούμε σε τεχνικές λεπτομέρειες, μια παρόμοια εικόνα εμφανίζεται αν λάβουμε υπ’ όψη το ΑΕΠ με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (PPP). Σε αυτή την κατάταξη η Τουρκία είναι μεν 12η στον κόσμο, αλλά όχι μόνο η Ινδονησία την ξεπερνάει πλέον κατά αρκετές θέσεις, αλλά αναμένεται να τη φτάσουν μέσα στις επόμενες δεκαετίες χώρες του επιπέδου του Βιετνάμ. Το ίδιο ισχύει και για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το οποίο βρίσκεται περίπου στον μέσο διεθνή όρο, δηλαδή μάλλον χαμηλά. Ακόμα χειρότερα, δεν φαίνεται ότι είναι δυνατό η χώρα να προχωρήσει πολύ γρήγορα από εδώ και πέρα. Η κατάσταση της εκπαίδευσης και της υγείας είναι ιδιαίτερα κακές, με τις εκκαθαρίσεις μετά το πραξικόπημα να επιβαρύνουν ιδιαίτερα την πρώτη, ενώ η δεύτερη είναι πλήρως ιδιωτικοποιημένη. Αλλά και στον παγκόσμιο καταμερισμό οι θέσεις που θα μπορούσε να καταλάβει η χώρα έχουν ήδη πολύ πιο πιθανούς διεκδικητές. Εάν μιλάμε για ανερχόμενες βιομηχανικές δυνάμεις που θα πάρουν σταδιακά τη θέση της Κίνας, τότε η Ινδική υποήπειρος, η Ινδονησία ή το Βιετνάμ, είναι καλύτερα πλασαρισμένες. Εάν πάλι μιλάμε για υπηρεσίες, τότε φυσικά οι ήδη αναπτυγμένες οικονομίες δεν έχουν κανένα λόγο να αφήσουν νέους παίκτες να μπουν στον χορό. Και η ενέργεια είναι ένα παιχνίδι στο οποίο η Τουρκία δεν παίζει μόνη της, άρα το αποτέλεσμα δεν είναι προφανές.

Τα ανοίγματά της στις γειτονικές χώρες, τμήμα μιας στρατηγικής μετατροπής σε περιφερειακή ηγεμονική δύναμη, ανοίγματα που αντιστοιχούσαν στην πολιτική «κανένας γείτονας με προβλήματα» της δεκαετίας ’00, αυτή τη στιγμή έχουν μετατραπεί σε μια πολιτική «κανένας γείτονας χωρίς προβλήματα». Η προσπάθεια στρατιωτικής επίλυσης του Κουρδικού έχει μετατραπεί σε έναν τακτικό εφιάλτη, με την εμπλοκή στη Συρία και τον εναγκαλισμό των ισλαμιστών, μια κίνηση που, κατά πάσα πιθανότητα, η Τουρκία θα την πληρώσει ακριβά, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση στο Αφρίν. Ταυτόχρονα, η στρατηγική έλλειψη πρώτων υλών και ενέργειας οξύνει το (ήδη οξύ από μόνο του) Κυπριακό, ειδικά από τη στιγμή που όντως φαίνεται να υπάρχουν κοιτάσματα στην περιοχή.  

Τα παιχνίδια ισχύος, που είναι κι ένα χαρακτηριστικό του τρόπου άσκησης εξουσίας του Ερντογάν, αυτή τη στιγμή φαίνονται να είναι πολλά και ανοιχτά ταυτόχρονα και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ βρίσκονται σε δύσκολο σημείο, σχεδόν εχθρικό, λόγω απόκλισης στο Συριακό και το γεγονός ότι οι Αμερικάνοι χρειάζονται (για την ώρα) τους Κούρδους. Η κατάσταση οξύνεται από την ασάφεια στους στόχους των ΗΠΑ, τόσο στο Συριακό όσο και στις σχέσεις με την Τουρκία. Η κατάσταση επομένως γίνεται ακόμα πιο θολή, ακόμα πιο ασταθής, σε ένα ζήτημα που μόνο ως ύψιστης σημασίας μπορεί να χαρακτηριστεί για το ΝΑΤΟ, τη στιγμή μάλιστα που το τελευταίο θέλει να επεκταθεί στα Βαλκάνια. Η θέση της Τουρκίας στο ζήτημα, μετά και την παραγγελία των ρωσικών S400 είναι περίπλοκη και δυνητικά μπορεί να προκαλέσει λάθη και αναφλέξεις.

Η στάση στο ζήτημα του αερίου της Κύπρου θα δυσκολέψει κάπως τις σχέσεις και με την Ε.Ε. και με τις ΗΠΑ, αν δεν βρεθεί σύντομα κάποιου τύπου συμβιβασμός (κάτι το μάλλον απίθανο). Οι κινήσεις στο ευρωπαϊκό πεδίο είναι ιδιαίτερα περίπλοκες λόγω των αμοιβαίων εκβιασμών που μπορούν να κάνουν οι δύο πλευρές. Η Τουρκία έχει στο χέρι της το ζήτημα των προσφύγων και τις αγορές στρατιωτικού και άλλου εξοπλισμού, ενώ η Ε.Ε. είναι ο κυριότερος δανειστής της Τουρκίας, άρα αυτός που έχει σημαντική μόχλευση στην οικονομία της χώρας (αν και το «όπλο» αυτό δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει εύκολα, αφού η άμεση απάντηση θα ήταν η πλήρης απελευθέρωση προσφυγικών ροών, ένα εφιαλτικό για τις όλο και πιο ακροδεξιές κυβερνήσεις της Ε.Ε. σενάριο).

Η σύγκλιση με τη Ρωσία δεν επαρκεί για να καλύψει στρατηγικά τη σχέση με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε., αν μη τι άλλο λόγω οικονομικού μεγέθους: η Ρωσία δεν είναι αρκετά μεγάλη (οικονομικά τουλάχιστον) για να καλύψει τις ανάγκες της Τουρκίας. Επιπλέον τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα δεν είναι αναγκαστικό να ταυτίζονται: μπορεί να τις ενώνει για παράδειγμα ο αγωγός αερίου Turk stream, αλλά στρατηγικά στη Συρία είναι στην πραγματικότητα από διαφορετικές πλευρές, δεδομένης της ανάγκης της Ρωσίας να ελέγχει αυτή (και όχι η Τουρκία) την κατάσταση στη χώρα και γενικά στη Μέση Ανατολή, στο έδαφος της υποχώρησης των ΗΠΑ από την περιοχή. Η συγκυριακή σύγκλιση με το Ιράν είναι ακριβώς αυτό, συγκυριακή, εφόσον οι δύο χώρες είναι στρατηγικά αντίπαλες στη διεκδίκηση χώρου επιρροής στον μουσουλμανικό κόσμο, κάτι που φαίνεται σαφέστατα και στην ίδια τη Συρία.

Το ότι η κατάσταση είναι δύσκολη φαίνεται και από τη στροφή στο ιδεολογικό προς την εννοιολόγηση της χώρας ως περικυκλωμένης από εχθρούς. Οι Τούρκοι πιστεύουν ότι η Δύση προσπαθεί να διαλύσει τη χώρα, όπως έκανε και με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επίσης έχουν εχθρική διάθεση απέναντι στους «σταυροφόρους» της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ (που είναι αντικειμενικά οι κυριότεροι σύμμαχοι του κεφαλαίου της). Η Τουρκία προσπαθεί σε αυτή τη φάση να μετατρέψει τις στρατηγικές της αδυναμίες σε τακτικά πλεονεκτήματα, διεκδικώντας έτσι τετελεσμένα τα οποία θα μπορεί να τα παζαρέψει στο μέλλον. Το προηγούμενο της Κύπρου, το οποίο τόσα χρόνια μετά βρίσκεται σε κατάσταση που μπορεί να το χρησιμοποιεί προς όφελός της (και εις βάρος των λαών της περιοχής φυσικά) είναι σαφές ότι λειτουργεί ως παράδειγμα.

Το τουρκικό κεφάλαιο αντιμετωπίζει μια σειρά από προκλήσεις τις οποίες δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίσει επιθετικά, χωρίς αυτό να σημαίνει φυσικά ότι θα επιτύχει κιόλας. Εντούτοις δεν μπορούν να αποκλειστούν και τυχοδιωκτικές κινήσεις, λόγω και της ιδιαίτερα ασταθούς διεθνούς κατάστασης που αφήνει «γκρίζες ζώνες» για τον πρώτο που θα προλάβει να τις καλύψει. Με βάση τα παραπάνω όχι μόνο εξηγείται η αύξηση της διεκδικητικότητας της άρχουσας τάξης έναντι (και) της Ελλάδας, αλλά μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε και κλιμάκωσή της ανάλογα με τη συγκυρία, τις εξελίξεις με τον εσωτερικό εχθρό ή τις διεθνείς σχέσεις. Η κυβερνητική πολιτική στο ζήτημα, δηλαδή η προετοιμασία της Ελλάδας για να γίνει το ανατολικό σύνορο του ΝΑΤΟ και ο καλύτερος φίλος του Ισραήλ, τώρα που... φεύγει η Τουρκία (και ταυτόχρονα ούτε καν μια λεκτική καταδίκη της επέμβασης στο Αφρίν δεν ακούγεται από επίσημα χείλη!), μόνο καλά δεν προοιωνίζεται για τον λαό μας.

Η κατάσταση απαιτεί και αυξημένη επιφυλακή και πίεση για απεμπλοκή από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Γιατί όλοι ξέρουμε τι λέει η ιστορική πείρα για εκείνο το βάτραχο που πήγε να παίξει στον λασπόλακκο με τα βουβάλια...

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΙΣΤΟΡΙΑ, Μάης ‘68|
11/05/2018 - 09:21

Από το φοιτητικό κίνημα οι εργάτες «δανείζονται» το πρότυπο της συνέλευσης σε αντίθεση προς την απλή ανάθεση στη συνδικαλιστική ηγεσία.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
25/04/2018 - 17:04

Οι τραυματίες επιλέξαμε να κινηθούμε νομικά ενάντια σε όσους εμπλέκονται  στο περιστατικό.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
14/04/2018 - 01:20

Στεκόμαστε αλληλέγγυοι στον αγώνα που δίνει ο Β. Δημάκης.

ΔΙΕΘΝΗ|
13/04/2018 - 14:01

Χρειαζόμαστε άμεσα ένα κίνημα κατά του πολέμου απαιτώντας να σταματήσει εδώ και τώρα η ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Συρία.