ΔΙΕΘΝΗ |
Δευ, 03/07/2017 - 10:16

Πάτησε στο τέζα… και τεεεεέζα


Πολλοί τόλμησαν να ελπίσουν, ελάχιστοι όμως είχαν τολμήσει να πιστέψουν σε ένα αποτέλεσμα - έκπληξη στις εκλογές της 8ης Ιουνίου στη Βρετανία. Μέχρι και λίγα λεπτά πριν κλείσουν οι κάλπες, ακόμα και οι πιο εχθρικοί προς την κυβέρνηση δημοσιογράφοι προέβλεπαν δημοσίως σημαντική ενίσχυση της κυβερνητικής πλειοψηφίας – η νύχτα όμως έμελλε να εξελιχθεί πολύ διαφορετικά. Μια εκλογική αναμέτρηση που καλέστηκε με βεβαιότητα και κύριο σκοπό την ενίσχυση της κυβερνητικής πλειοψηφίας της Τερέζας Μέυ και τη χαριστική βολή στην αριστερή στροφή των Εργατικών υπό την ηγεσία του Τζέρεμυ Κόρμπυν είχε το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα. Και μπορεί ο ένοικος της Downing Street να μην άλλαξε ακόμη, ωστόσο τίποτα στη βρετανική πολιτική σκηνή δεν είναι πια όπως πριν. Με τα λόγια του ίδιου του Κόρμπυν: «Politics is not going back to any box».

Η Τερέζα Μέυ είχε τη δυνατότητα να πετύχει δύο πράγματα σε αυτές τις εκλογές: την κατοχύρωση της πλειοψηφίας μέχρι το 2022, σε ασφαλή απόσταση από την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για το Brexit, αλλά και την περαιτέρω ένταση της κρίσης στους Εργατικούς και την ουσιαστική εξάλειψη οποιασδήποτε λειτουργικής αντιπολίτευσης για το επόμενο διάστημα. Από την αρχή ωστόσο της προεκλογικής εκστρατείας φάνηκε ότι τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο εύκολα. Η παντελής έλλειψη θετικού προτάγματος από τους Συντηρητικούς, καθώς και η εξόφθαλμα αλαζονική άρνηση της Μέυ να συμμετέχει στα τηλεοπτικά ντιμπέιτ ή ακόμα και σε ανοιχτές συγκεντρώσεις, ήρθε σε απόλυτη αντίθεση με την εξώστρεφη και μαζική εκστρατεία των Εργατικών. Η απευθείας επαφή του κόμματος αλλά και του ίδιου του Τζέρεμυ Κόρμπυν με τους ψηφοφόρους, χωρίς τον παραμορφωτικό φακό των κυρίαρχων ΜΜΕ, σε συνδυασμό με την υποβόσκουσα λαϊκή αγανάκτηση από τη μακρόχρονη, σκληρή λιτότητα, λειτούργησε καταλυτικά για την απελευθέρωση μιας σημαντικής δυναμικής ανατροπής του πολιτικού σκηνικού.

Παρότι και τα δύο μεγάλα κόμματα αύξησαν σημαντικά τα ποσοστά τους, η άνοδος των Εργατικών σε επιμέρους περιφέρειες ήταν αρκετή για να αποσπάσει αρκετές έδρες ώστε να στερήσει την αυτοδυναμία από τους Συντηρητικούς. Η ποσοστιαία αύξηση αυτή προήλθε κατά κύριο λόγο από τη σχεδόν πλήρη απορρόφηση των ψήφων του ακροδεξιού, αντι-Ε.Ε. UKIP, το οποίο μοιάζει να εξαφανίζεται από τον πολιτικό χάρτη, έχοντας αφήσει ωστόσο ανεξίτηλο το χνάρι του στην πολιτική σκηνή, κυρίως με την ενσωμάτωση μεγάλου μέρους των θέσεών του από τους Συντηρητικούς. Ωστόσο, αντίθετα με τις περισσότερες προβλέψεις, μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του UKIP, κατά κύριο λόγο από τα χαμηλότερα στρώματα, που αντιμετώπιζε την ψήφο αυτή ως αντισυστημική ψήφο διαμαρτυρίας χωρίς να ασπάζεται το σύνολο των θέσεων του κόμματος, στράφηκε προς τους Εργατικούς, καταρρίπτοντας έτσι έναν από τους βασικότερους ισχυρισμούς των μπλαιρικών: ότι οι «ακροαριστερές» θέσεις του Κόρμπυν δεν μπορούν να έχουν εργατική απεύθυνση.

Άλλη μια ποιοτικά σημαντική έκπληξη στις κάλπες ήταν η διεύρυνση του εκλογικού σώματος. Η αύξηση της συμμετοχής, παρά τις προβλέψεις για εκλογική κόπωση (πρόκειται άλλωστε για την πέμπτη φορά που στήνονται κάλπες σε μόλις τρία χρόνια), αποδίδεται κυρίαρχα σε κομμάτια της νεολαίας και των χαμηλότερων στρωμάτων που εμπνεύστηκαν από την αλλαγή που πρεσβεύουν οι Εργατικοί του Κόρμπυν και εκτιμάται ότι έκαναν τη διαφορά σε αρκετές περιπτώσεις. Στον αντίποδα, η πλειονότητα των Συντηρητικών στην (ακόμη ευμεγέθη) εργατική αριστοκρατία, αγόμενη κυρίαρχα από ζητήματα όπως η ασφάλεια και η μετανάστευση, αποδείχτηκε πολύ πιο ανθεκτική.[1] Σε κάθε περίπτωση, η σημαντική στρέβλωση του εκλογικού αποτελέσματος σε εθνικό επίπεδο από το εκλογικό σύστημα των 650 μονοεδρικών περιφερειών ευνόησε για μία ακόμa φορά τους Συντηρητικούς, μεταφράζοντας το 43% των Συντηρητικών και το 40% των Εργατικών σε 317 και 262 έδρες αντίστοιχα.[2]

Η απώλεια της κυβερνητικής πλειοψηφίας εν μέσω των διαπραγματεύσεων για το Brexit ανοίγει μια περίοδο πιθανής παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας με εξαιρετικά απρόβλεπτες συνέπειες. Η αγκίστρωση της Τερέζας Μέυ στην εξουσία με τη στήριξη του DUP –της αντίστοιχης «σοβαρής Χρυσής Αυγής» τηρουμένων των αναλογιών– της Βόρειας Ιρλανδίας απειλεί σοβαρά να ταράξει συθέμελα την ίδια την ιδιόρρυθμη βρετανική συνταγματική τάξη.

Η επόμενη μέρα των εκλογών έφερε, για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια, τη Βόρεια Ιρλανδία και τις ιδιαιτερότητές της στο προσκήνιο, καθώς μετά το επίσημο τέλος των συγκρούσεων το 1998 τα φώτα της δημοσιότητας απομακρύνθηκαν από την ξεχασμένη επαρχία. Ο «φτωχός συγγενής» της «κοινότητας των ίσων» που συναποτελούν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Βόρεια Ιρλανδία, κυβερνάται τα τελευταία χρόνια, με σημαντικά διαλείμματα, από μια ιδιαίτερα εύθραυστη, θεσμικά επιβεβλημένη συνεργασία μεταξύ των υπέρμαχων της παραμονής στην Ένωση και των υπέρμαχων της ενοποίησης της Ιρλανδίας. Η τοπική κυβέρνηση αποτελείται απαραίτητα από πολιτικούς εκπροσώπους και των δύο κοινοτήτων, με ισότιμη θεωρητικά θέση και δικαίωμα βέτο τής κάθε κοινότητας σε όλες σχεδόν τις αποφάσεις. Ο βασικός εκπρόσωπος των καθολικών είναι ανέκαθεν το Sinn Féin, πάλαι ποτέ πολιτική πτέρυγα του IRA, ενώ ο βασικός εκπρόσωπος των προτεσταντών τα τελευταία χρόνια είναι το DUP, κόμμα με στενούς δεσμούς με ακροδεξιές, παραστρατιωτικές φιλοβρετανικές οργανώσεις, ορισμένες από τις οποίες παραμένουν ενεργές μέχρι και σήμερα. Ιστορικά, και κατά τη διάρκεια των ταραχών, το DUP αποτελούσε τη δευτερεύουσα, σκληροπυρηνική πτέρυγα του φιλοβρετανικού συστήματος, με πάγια θέση την εναντίωση σε κάθε ειρηνευτική διαδικασία που θα κατέληγε σε παραχωρήσεις στο απέναντι στρατόπεδο. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο, και αφού απέτυχε να μπλοκάρει τη συμφωνία του Μπέλφαστ που οδήγησε τελικά στην κατάπαυση του πυρός, κατάφερε να επικρατήσει έναντι του μετριοπαθέστερου UUP, κατηγορώντας το, ειρωνικά, για υποτέλεια απέναντι στους Βρετανούς Συντηρητικούς· σήμερα αναδεικνύεται σε ρυθμιστικό παράγοντα της πολιτικής σκηνής.

Παρά το αιματοκύλισμα που απαιτήθηκε για τη διατήρηση της Ένωσης, η ζωή στη Βόρεια Ιρλανδία ελάχιστα θυμίζει αυτή στο υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο. Η παρατεταμένη εμπόλεμη κατάσταση, αλλά και η πλήρης αδιαφορία της βρετανικής κυβέρνησης για την περιοχή, στην οποία άλλωστε τα πανεθνικά πολιτικά κόμματα δεν εμπλέκονται, έχουν οδηγήσει την οικονομία και το βιοτικό επίπεδο σε παρατεταμένη στασιμότητα. Ταυτόχρονα, λόγω και του έντονου ρόλου της θρησκείας στην πολιτική ζωή που προκύπτει από τη συνεχή σύγκρουση Προτεσταντών και Καθολικών, τόσο το νομοθετικό πλαίσιο όσο και η κοινή γνώμη δεν έχουν ακολουθήσει την πρόοδο στα κοινωνικά ζητήματα στην υπόλοιπη χώρα. Η έκτρωση παραμένει αυστηρά απαγορευμένη πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ενώ οι ομοφοβικές επιθέσεις παραμένουν κομμάτι της καθημερινότητας. Τέτοια ζητήματα, άλλωστε, είναι εύκολο να παραμένουν δευτερεύοντα σε μια χώρα όπου οι φράχτες και τα συρματοπλέγματα μεταξύ των καθολικών και των προτεσταντικών γειτονιών παραμένουν άθικτα.

Σε αυτό το κλίμα, στο DUP βρίσκουν ανεμπόδιστο χώρο έκφρασης απόψεις προ πολλού εξορισμένες από το πεδίο του mainstream πολιτικού λόγου στην υπόλοιπη χώρα, όπως ο χαρακτηρισμός της ομοφυλοφιλίας ως ασθένειας, η άρνηση της κλιματικής αλλαγής, ή ακόμα και η άρνηση της σφαιρικότητας της γης. Το DUP, με τη στενή σύνδεσή του με μια μικρή, σκληροπυρηνική προτεσταντική εκκλησία, αποτελεί τον βασικό, αλλά όχι μοναδικό, φραγμό σε οποιαδήποτε αλλαγή στο πολιτικό επίπεδο. Το γεγονός αυτό αποτελεί και μία από τις βασικές αιτίες της θύελλας αντιδράσεων που έχει ξεσηκώσει η συμφωνία για τη στήριξη της νέας κυβέρνησης Μέυ – παρόλο που η πιθανότητα οι ακραίες θέσεις του κόμματος να μεταφραστούν σε θέσεις της κεντρικής κυβέρνησης είναι πρακτικά ανύπαρκτη, η νομιμοποίηση αυτών των απόψεων είναι για πολλούς αδιανόητη και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την φύση μιας κοινωνίας που παρά τις ανισότητές της έχει καταφέρει να αποτελεί μία από τις προοδευτικότερες του πλανήτη όσον αφορά κοινωνικά ζητήματα. Παράλληλα, ενδεικτικό για τον ψευδεπίγραφο χαρακτήρα της προοδευτικότητας των Συντηρητικών είναι πως η συμφωνία με το DUP, που επέτρεψε στην κυβέρνηση να γαντζωθεί στην εξουσία, ψηφίστηκε και από τους 19 Συντηρητικούς βουλευτές που ανήκουν στην LGBTQ κοινότητα, μια αντίφαση η οποία δεν περνάει απρόσεκτη από τη βρετανική κοινωνία.

Άλλη μια ένσταση για την προσέγγιση του DUP στην κυβέρνηση έχει να κάνει με το σκοτεινό οικονομικό παρελθόν του. Οι σχέσεις του κόμματος με τη διαφθορά έχουν πολλάκις απασχολήσει τη δημοσιότητα και αποτέλεσαν καταλύτη για την κατάρρευση της τοπικής κυβέρνησης της Βόρειας Ιρλανδίας τον περασμένο Μάρτιο, ενώ σημαντικά ποσά άγνωστης προέλευσης διοχετεύθηκαν μέσω του κόμματος στην εκστρατεία υπέρ του Brexit πριν από το δημοψήφισμα. Από την άλλη, οι θέσεις του DUP στα οικονομικά ζητήματα απέχουν, διακηρυκτικά τουλάχιστον, σημαντικά από των Συντηρητικών. Το κόμμα πολλές φορές έχει καταφερθεί κατά της ακραίας λιτότητας, ενώ παλιότερα είχε φανεί διατεθειμένο να στηρίξει μια κυβέρνηση μειοψηφίας των Εργατικών – σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση, όπου ρητά διατυπωμένος στόχος είναι η αποτροπή μιας κυβέρνησης Κόρμπυν. Το 1 δισ. λίρες που το κόμμα εξασφάλισε ως επιπλέον χρηματοδότηση για την ανακούφιση –διακηρυκτικά και πάλι– των επιπτώσεων της λιτότητας στη Βόρεια Ιρλανδία έχει παρομοιαστεί με δωροδοκία και έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων, καθώς με βάση τη συνήθη κατανομή της χρηματοδότησης, μια τέτοια αύξηση θα έπρεπε να συνοδεύεται από 34 επιπλέον δισ. δημοσίων δαπανών για την υπόλοιπη χώρα. Τη μεγαλύτερη ωστόσο ανησυχία προκαλούν οι πιθανές επιπτώσεις αυτής της συνεργασίας στην ειρηνευτική διαδικασία.

Η ουσιαστική εξάρτηση της κυβέρνησης στο Λονδίνο από ένα βορειοϊρλανδικό κόμμα αναιρεί κάθε ψευδαίσθηση ουδετερότητας της κυβέρνησης ως εγγυήτριας δύναμης. Το DUP ανοιχτά έχει χρησιμοποιήσει την αυξημένη επιρροή του ώστε να πιέσει το Sinn Féin να συμφωνήσει στους όρους του για την επανασύσταση της τοπικής κυβέρνησης, καθώς η εναλλακτική είναι ο άνευ αντισταθμίσματος πλήρης έλεγχος της επαρχίας από το Λονδίνο, με de facto δικαίωμα βέτο του DUP σε οποιαδήποτε απόφαση. Η διαφαινόμενη άρνηση του Sinn Féin να υποκύψει στον εκβιασμό απειλεί ευθέως πλέον να δυναμιτίσει την κατάσταση.

Η Βόρεια Ιρλανδία δεν είναι η μόνη περιοχή της χώρας που αντιμετωπίζει μια πρωτόγνωρη κατάσταση μετά τις εκλογές. Η αισθητή υποχώρηση του SNP στη Σκωτία, που έχασε 25 από τις 56 έδρες του προς τους Εργατικούς και τους Συντηρητικούς, ανέτρεψε πλήρως τα πολιτικά δεδομένα. Ο προοδευτικός κόσμος της Σκωτίας βρίσκεται μουδιασμένος, καθώς το συλλογικό ηθικό πλεονέκτημα της αντίστασης στη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας και την προέλαση του Συντηρητικού Κόμματος εξανεμίστηκε, με τους 12 νέους βουλευτές των Συντηρητικών να αποτελούν ουσιαστικά τον λόγο παραμονής της Τερέζας Μέυ στην εξουσία. Το SNP, κόντρα στις αρχικές εκτιμήσεις του, πλήρωσε ακριβά την πρόθεσή του να επισπεύσει ένα νέο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία, καθώς μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος εμφανίζεται απρόθυμο να ανοίξει εκ νέου το ερώτημα – η συντονισμένη εκστρατεία τρομοκρατίας Εργατικών και Συντηρητικών, που αμφότεροι επικεντρώθηκαν συντριπτικά κατά την προεκλογική εκστρατεία στο ζήτημα της ανεξαρτησίας εις βάρος οποιουδήποτε άλλου θέματος αποδείχθηκε πιο αποτελεσματική από το αναμενόμενο.

Η επικοινωνιακή αναβάπτιση των Σκωτσέζων Συντηρητικών, που προβάλλουν ένα πολύ πιο προοδευτικό προφίλ από την αγγλική τους πτέρυγα, πέτυχε να τραβήξει σημαντικό αριθμό ψηφοφόρων που ξεπέρασαν την «ντροπή» της ψήφου προκειμένου να δηλώσουν την αντίθεσή τους στην ανεξαρτησία. Ταυτόχρονα, οι λυσσαλέα πολέμιοι του Κόρμπυν Σκωτσέζοι Εργατικοί, που βρίσκονταν σε τροχιά πλήρους αποσύνθεσης έχοντας εκφυλιστεί σε σκιά των Συντηρητικών, σώθηκαν την τελευταία στιγμή ακριβώς εξαιτίας του φαινομένου Κόρμπυν, που απέσπασε σημαντικό αριθμό αριστερών ψηφοφόρων από το SNP. Έχοντας εν μερει αντιληφθεί την αλλαγή του κλίματος, το SNP ήταν το μόνο από τα μεγάλα κόμματα που οργάνωσε την εκστρατεία του γύρω από άμεσα επίδικα υποβαθμίζοντας το ζήτημα της ανεξαρτησίας, ενώ τις τελευταίες μέρες πριν από τις εκλογές η πρωθυπουργός Νίκολα Στέρτζιον παρουσίασε το SNP ως τον μοναδικό πραγματικό σύμμαχο του Κόρμπυν στη Σκωτία – χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Η μόνη βεβαιότητα για την επόμενη μέρα στη Σκωτία είναι ότι το ερώτημα της ανεξαρτησίας μπαίνει προς το παρόν στον πάγο, όπως απρόθυμα ανακοίνωσε η ίδια η Στέρτζιον. Με τους Συντηρητικούς σε τροχιά ανόδου και το προοδευτικό κομμάτι της κοινωνίας πιο διαιρεμένο και αμήχανο από ποτέ, χωρίς κάποιον πολιτικό φορέα έτοιμο να στεγάσει ένα μαζικό, πιο αριστερόστροφο δυναμικό, το κύμα αισιοδοξίας που σαρώνει την Αγγλία ελάχιστα έχει καταφέρει να περάσει τα σύνορα.

Τα ισχυρά σοκ που έχει δεχτεί η βρετανική κοινωνία το τελευταίο διάστημα δεν περιορίζονται στενά στην πολιτική. Οι διαδοχικές τρομοκρατικές επιθέσεις στο Μάντσεστερ και το Λονδίνο δεν οδήγησαν σε μια στρατιωτικοποίηση της καθημερινότητας τύπου Γαλλίας, πυροδότησαν ωστόσο μια έντονη συζήτηση γύρω από το ζήτημα της ασφάλειας, συζήτηση που, επηρεασμένη από το συνολικότερο κλίμα, σύντομα στράφηκε στις αιματηρές περικοπές που η λιτότητα των Συντηρητικών έχει επιφέρει και στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Η άνευ προηγουμένου τραγωδία της πυρκαγιάς στον πύργο Γκρένφελ, με 79 νεκρούς και την εκτίμηση ότι ο συνολικός αριθμός θα ανέβει σημαντικά, ήρθε να επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους ακόμα και των πιο μαχητικών πολέμιων της λιτότητας. Ο πύργος, ένα από τα λίγα κτίρια εργατικών κατοικιών στην περιοχή του Λονδίνου με το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα, δεν διέθετε σύστημα πυρασφάλειας και είχε επενδυθεί εξωτερικά –για αισθητικούς λόγους– με εύφλεκτα –για οικονομικούς λόγους– υλικά. Οι ένοικοι του κτιρίου είχαν επανειλημμένα οργανωθεί και κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, χωρίς ποτέ να εισακουστούν, ενώ μάλιστα είχαν απειληθεί με μηνύσεις από το (ελεγχόμενο από τους Συντηρητικούς) δημοτικό συμβούλιο. Η τραγωδία αναδείχτηκε πολύ γρήγορα σε κραυγαλέο σύμβολο της ανισότητας και της στυγνής αδιαφορίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης για τις ίδιες τις ζωές των «από κάτω», στην καρδιά μιας από τις πιο πλούσιες (αλλά και άνισες) μητροπόλεις του πλανήτη. Η πολιτική διάσταση του γεγονότος έγινε πολύ γρήγορα ξεκάθαρη, με την αποδοκιμασία της Τερέζας Μέυ όταν επισκέφθηκε την περιοχή, υπό δρακόντια μέτρα ασφαλείας και σε ασφαλή απόσταση από τους κατοίκους, αλλά και με την οργάνωση διαδοχικών συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας. Η ατμόσφαιρα στο Λονδίνο μύρισε αναμφίβολα μπαρούτι και μπορεί οι φόβοι των Συντηρητικών για μια γενικευμένη ανάφλεξη να μην επαληθεύθηκαν, η οργή και η αποφασιστικότητα όμως των στρωμάτων που «ξέχασε» η ανάπτυξη και συνέθλιψε η λιτότητα κάθε άλλο παρά υποχωρεί.

Το αίτημα της παραίτησης της κυβέρνησης, αλλά και η ρεαλιστική προοπτική κατάρρευσής της, έχει δώσει ώθηση σε ένα νέο κύμα κινητοποιήσεων, με κόμβο μέχρι στιγμής μια επιτυχημένη, πολύωρη μεγάλη συγκέντρωση και πορεία την 1η Ιουλίου στο Λονδίνο με δεκάδες ομιλητές/τριες και κεντρικό σύνθημα «Not one day more». Ταυτόχρονα, ο Τζέρεμυ Κόρμπυν, ενισχυμένος και από τις δημοσκοπήσεις, που δείχνουν πλέον βέβαιη την επικράτησή του σε τυχόν νέες εκλογές, διατηρεί το κόμμα του σε εκλογική ετοιμότητα και συνεχίζει την πολιτική του εκστρατεία, δηλώνοντας αποφασισμένος να κυβερνήσει άμεσα. Η κυβέρνηση μπορεί να πέρασε τον πρώτο σημαντικό σκόπελο της προγραμματικής ψήφου εμπιστοσύνης, ωστόσο η κίνηση των Εργατικών να θέσουν σε ψηφοφορία την πρόταση ξεπαγώματος των μισθών στο δημόσιο, αναγκάζοντας ουσιαστικά την κυβέρνηση να την καταψηφίσει, έχει προκαλέσει ήδη σοβαρούς τριγμούς στο εσωτερικό των Συντηρητικών και καθολική κατακραυγή στην κοινωνία, αναδεικνύοντας την κενότητα των δηλώσεων στήριξης της κυβέρνησης στους «ήρωες του δημοσίου», όπως αποκαλούνται οι κατηγορίες εργαζομένων που έχουν εμπλακεί το τελευταίο διάστημα στη διαχείριση των απανωτών κρίσεων, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την απήχηση του κεντρικού συνθήματος των Εργατικών μετεκλογικά: «η λιτότητα δεν είναι αναγκαιότητα, είναι επιλογή».

Τα πράγματα και στους Εργατικούς, ωστόσο, που άλλωστε παρά την αριστερή στροφή τους παραμένουν το κόμμα του Τόνυ Μπλαιρ, δεν είναι αποκλειστικά ρόδινα, παρά τη συνεχιζόμενη εισροή μελών-υποστηρικτών του Κόρμπυν και της αριστερής πτέρυγας. Την επομένη των εκλογών, σωρεία στελεχών της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος έσπευσαν να αποκηρύξουν την παλιότερη στάση τους, επαινώντας τον Κόρμπυν και τις ικανότητές του και καταθέτοντας διαπιστευτήρια κομματικότητας, στο όνομα μιας επερχόμενης ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας. Είναι δεδομένο όμως ότι ένας κομματικός μηχανισμός με τόσο βαθιές ρίζες διαπλοκής με την αστική τάξη όσο αυτός των Εργατικών δεν παραδίνεται τόσο απλά. Η δεξιά πτέρυγα βρίσκεται σε καταφανή αμηχανία καθώς, με την εκτόξευση της δημοφιλίας του Τζέρεμυ Κόρμπυν και το κόμμα μια ανάσα από την εξουσία, η ευκαιρία για μια μαζική και νομιμοποιημένη δεξιά διάσπαση φαίνεται να έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Ωστόσο, μόλις την επόμενη μέρα της ψήφου εμπιστοσύνης φρόντισε να υπενθυμίσει και στους πιο αφελείς τον πραγματικό της ρόλο και έσπασε τη μετεκλογική εσωκομματική εκεχειρία, οργανώνοντας άλλη μια ανταρσία κατά του Κόρμπυν, με την κατάθεση στη βουλή μιας πρότασης για παραμονή της Βρετανίας στην κοινή αγορά μετά την έξοδο από την Ε.Ε., πρόταση που αντιτίθεται ευθέως στο προεκλογικό πρόγραμμα των Εργατικών. Και μπορεί το συγκεκριμένο γεγονός να πέρασε σχετικά αναίμακτα, με τον υποβιβασμό τριών πρωτοκλασάτων στελεχών του κόμματος και χωρίς να αμφισβητηθεί στην πραγματικότητα η θέση του επικεφαλής, ωστόσο πρόκειται για μια πρώτη υπενθύμιση του ασυμβίβαστου της αδιαμφισβήτητα συστημικής ως τώρα ταυτότητας των Εργατικών με τον ριζοσπαστικό ρόλο που σήμερα φιλοδοξούν να επιτελέσουν. Η προοπτική κατάκτησης της εξουσίας μπορεί βραχυπρόθεσμα να λειτουργεί ως συγκολλητικός ιστός για το κόμμα, μεσοπρόθεσμα ωστόσο, αν και εφόσον η αριστερή πτέρυγα δεν συρθεί σ’ έναν ταπεινωτικό συμβιβασμό όπως πολλάκις έχει συμβεί ιστορικά, το στρατηγικό χάσμα θα οδηγήσει κατά πάσα πιθανότητα σε εκκαθάριση του «ηττημένου», οικειοθελώς ή μη.

Εντούτοις, η αριστερή πτέρυγα αντιμετωπίζει τα φαινόμενα αυτά με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και αισιοδοξία από ποτέ. Οι προβλέψεις των ΜΜΕ για επανεμφάνιση μπλαιρικών στελεχών στο ηγετικό επιτελείο δεν έγιναν πραγματικότητα, οι υποστηρικτές του Κόρμπυν κατακτούν αυξημένο αριθμό θέσεων στον κομματικό μηχανισμό και ενισχύουν την ηγεμονία τους στη βάση, ενώ, με το εκλογικό αποτέλεσμα να καταστρέφει το βασικό μιντιακό και εσωκομματικό επιχείρημα ότι ο Κόρμπυν λόγω των «μειοψηφικών και ακροαριστερών» θέσεών του είναι «μη εκλόγιμος», όλο και πιο συχνά ακούγεται σε πανηγυρικό τόνο η τολμηρή εκτίμηση: «ο μπλαιρισμός πέθανε».[3]

Οι εκλογές της 8ης Ιουνίου, που καλέστηκαν με στόχο να οχυρώσουν την πανίσχυρη αντίδραση και να αποτελέσουν την οριστική ταφόπλακα για τη βρετανική εργατική τάξη, ίσως να αποτέλεσαν τελικά τον πρώτο σταθμό σε μια μακροχρόνια διαδικασία αφύπνισης και ριζοσπαστικοποίησης των λαϊκών στρωμάτων. Ο Τζέρεμυ Κόρμπυν, ένας 63χρονος παλαίμαχος συνδικαλιστής, που βρέθηκε σχεδόν από ατύχημα επικεφαλής του μεγαλύτερου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στην Ευρώπη, και αποτέλεσε τον καταλύτη για μια ραγδαία και εντυπωσιακή πορεία ανάκαμψης του κόμματος και ανάσχεσης της επέλασης του νεοφιλελευθερισμού, κόντρα σε πανίσχυρους αντιπάλους και αντίθετα με τις προβλέψεις ακόμα και των πιο αισιόδοξων συμμάχων του, έχει κάθε λόγο να αισθάνεται δικαιωμένος. Το εκλογικό αποτέλεσμα κατέρριψε την κυρίαρχη αφήγηση δεκαετιών, που ήθελε κάθε παρέκκλιση από τον νεοφιλελευθερισμό να είναι απωθητική στον λαό, ενώ η μετατροπή του Τζέρεμυ Κόρμπυν σε σύμβολο ελπίδας, με το όνομά του να γίνεται αυθόρμητα σύνθημα από τη βαθιά εργατική κερκίδα της Λίβερπουλ μέχρι τα ακριβά μουσικά φεστιβάλ της προοδευτικής νεολαίας της μεσαίας τάξης, έδωσε ένα ηχηρό χαστούκι στο κατεστημένο και αμφισβήτησε για πρώτη φορά ευθέως τη δύναμη των κυρίαρχων ΜΜΕ να ορίζουν το πεδίο της πολιτικής. Ο κοινωνικός κανιβαλισμός, ως επικρατούσα αντίληψη, έχει δεχτεί ισχυρό χτύπημα, καθώς όλο και περισσότερο εμπεδώνεται εκ νέου η προ πολλού ξεχασμένη πραγματικότητα: ότι σε μια κοινωνία τόσο πλούσια αλλά και τόσο άνιση όσο η βρετανική ο αντίπαλος δεν μπορεί να βρίσκεται από δίπλα αλλά από πάνω.

Η κυβέρνηση της Μέυ παρά την αστάθειά της θέλει ακόμα πολλή προσπάθεια για να πέσει, ενώ στην πράξη οποιαδήποτε πραγματική απόπειρα άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής θα συναντήσει αναμφίβολα λυσσαλέες αντιδράσεις, εν μέσω μάλιστα των διαπραγματεύσεων εξόδου από την Ε.Ε. που επικαθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη διαμόρφωση της μορφής της βρετανικής κοινωνίας και οικονομίας για τις επόμενες δεκαετίες. Οι τελευταίοι μήνες ωστόσο έχουν δείξει ότι το κοινωνικό υποκείμενο μιας διαδικασίας ανατροπής παραμένει ζωντανό στη Βρετανία, σε πείσμα του θατσερισμού, του μπλαιρισμού και των άλλων παραλλαγών του νεοφιλελευθερισμού που υπολόγισαν χωρίς τον λαϊκό παράγοντα και δεν μακροημέρευσαν αρκετά για να αποκτήσουν το δικό τους όνομα. Το αντίστοιχο πολιτικό υποκείμενο στην ολότητά του σίγουρα δεν έχει βρεθεί ακόμη. Ωστόσο, ίσως για πρώτη φορά μετά την ήττα της απεργίας των μεταλλωρύχων το 1985, η πολιτική των από κάτω στη Βρετανία αποκτάει και πάλι πραγματικό ενδιαφέρον.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
24/07/2017 - 22:26

Κόντρα στο κυρίαρχο, εμπορευματοποιημένο πρότυπο του «πακέτου διακοπών», προτάσσουμε την αυτοοργάνωση, την συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την αυτομόρφωση.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
24/07/2017 - 11:36

Είναι τουλάχιστον κοροϊδία να κόπτονται για τα «δικαιώματα» όσοι ψηφίζουν και εφαρμόζουν τους νόμους των μνημονίων.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
12/07/2017 - 23:58

Μια νέα κοπέλα βρίσκεται στις φυλακές γιατί πίστεψε πως η αθωότητά της αρκεί.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
11/07/2017 - 09:50

Η μερική ταυτοποίηση των δύο δειγμάτων ΔΕΝ θα μπορούσε να αποτελέσει αυτοτελές τεκμήριο ενοχής της Ηριάννας Β. Λ.