ί δικαιωμάτων: Θεσμική κατοχύρωση αντί για συλλογική συλλογική διεκδίκηση;

Περί δικαιωμάτων: Θεσμική κατοχύρωση αντί για συλλογική συλλογική διεκδίκηση;


Ο σύγχρονος τρόπος σκέψης για τα δικαιώματα είναι αναγκαστικά θεσμικός. Μια τέτοια αντίληψη δεν υπαινίσσεται φυσικά ότι τα δικαιώματα οφείλουν την ύπαρξή τους στους κρατικούς θεσμούς· αντιθέτως, δεν υπάρχει κατοχύρωση των δικαιωμάτων χωρίς δημοκρατική οργάνωση των θεσμών και πολιτική πίεση σ’ αυτούς ώστε να εμποδίζονται να τα καταπατούν, όπως τείνουν από τη φύση τους. Η αναφορά στη θεσμικότητα των δικαιωμάτων αφορά τη θεωρητική και έμπρακτη αναγνώριση των ατελέσφορων λογικών όπως η ανάγκη κυβερνητικής αλλαγής προς όφελος των δικαιωμάτων, ο επικοινωνιακός και κατακερματισμένος λόγος των «ειδικών» στα δικαιώματα, αλλά και η απόλυτη αναγωγή των δικαιωμάτων στις οικονομικές συνθήκες.

Σε συνθήκες εδραιωμένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας το κοινωνικό επίπεδο βρίσκεται σε ριζική και πολυεπίπεδη διαπλοκή με τις κρατικές δομές· η δημόσια σφαίρα ακολουθεί κι αυτή κανόνες, οι οποίοι αντανακλούν τη ρύθμιση της ισχύος των θεσμών και των μεταξύ τους σχέσεων. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι διάφορες συγκυρίες προσεγγίζουν την επαναστατική «συντάσσουσα» στιγμή, όπου οι παγιωμένοι συσχετισμοί ανατρέπονται εκ βάθρων, η ρύθμιση των δικαιωμάτων που παράγεται από αυτή τη διαδικασία «συντάξεως» αφορά εντέλει την ακόλουθη, τη «συντεταγμένη» κατάσταση. Για λόγους ειλικρίνειας και οικονομίας, δηλώνεται εξαρχής ως θέση ότι στο παρόν κείμενο τηρούνται αποστάσεις από θεωρήσεις περί διαρκούς αναδιαπραγμάτευσης των πολιτειακών αρχών από μια αμεσοδημοκρατική, ενδεχομένως και χωρίς σταθερά όρια, κοινότητα.

Στον αντίποδα του θεσμικού τρόπου σκέψης για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων βρίσκεται η συμβολική κατοχύρωσή τους με νομοθετήματα. Μολονότι η νομοθετική κατοχύρωση είναι απαραίτητη και προτιμητέα από τη νομοθετική παραβίαση των δικαιωμάτων, η εμμονή των κινηματικών δυνάμεων στις νομοθετικές αλλαγές έχει τα εξής δύο προβλήματα: αφενός φέρει τα μειονεκτήματα της «επανάστασης από τα πάνω», όπου το συνολικό κοινωνικό δυναμικό δεν μπορεί να υποστηρίξει την εδραίωση των αλλαγών, αφετέρου καθιστά ελκυστικό έναν διαρκή παρεμβατισμό της εξουσίας στο όνομα της προστασίας των δικαιωμάτων.

Η ίδια η πολιτική ουσία των δικαιωμάτων συνίσταται στη νομιμοποίηση του ατόμου ή των συνενώσεων που αυτό ιδρύει να αποκρούουν την παρέμβαση του κράτους αλλά και όποιας άλλης πηγής ισχύος από μία συγκεκριμένη σφαίρα του βίου τους. Σε συνολικότερο επίπεδο, οι χώροι ελευθερίας που συγκροτούν τα δικαιώματα αντανακλώνται στην πραγματική δυνατότητα αυτορρύθμισης της κοινωνίας και διαλεκτικής διαμόρφωσης ενός συλλογικού βίου χωρίς τον ετεροκαθορισμό των ταξικών παραγωγικών σχέσεων και την κρατική παρέμβαση. Ακριβώς αυτή η πολιτική ουσία των δικαιωμάτων καθιστά προτιμότερη την εδραίωση των δικαιωμάτων στη μακροχρόνια συλλογική πρακτική παρά στη συμβολική αναγνώριση από το κράτος με νομοθετήματα. Αν ένας σύγχρονος στόχος απορρέει από αυτή την παραδοχή, αυτός είναι η κατοχύρωση ευρύτατων διαδικαστικών δικαιωμάτων (αγωγών-διαδικασιών που δίνουν τη δυνατότητα αναγνώρισης ουσιαστικών δικαιωμάτων) και η διαπαιδαγώγηση του κοινωνού στην πολιτική χρήση αυτών των διαδικαστικών δικαιωμάτων.

Ο στόχος αυτός βρίσκεται στον αντίποδα μιας τρέχουσας και διαρκώς διευρυνόμενης τάσης: του lobbying για τον επηρεασμό των κέντρων λήψης αποφάσεων, όπως εκφράζεται από την αναγνώριση, στην πραγματικότητα επιβολή, των ΜΚΟ ως εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών. Δεν θα εξεταστούν εδώ άλλες όψεις της λειτουργίας των ΜΚΟ, όπως η υποκατάσταση του κράτους πρόνοιας, η σκληρή εκμετάλλευση των εργαζομένων υπό το πρόσχημα της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού και η χρηματοδοτική εξάρτηση από το κράτος και το κεφάλαιο· οφείλουμε όμως να αντιδιαστείλουμε τη λογική της ευαισθητοποίησης περιορισμένων ακροατηρίων και τη θεματικότητα της δράσης, που εμφανίζεται ως συμπληρωματική της κρατικής δράσης και ποτέ δεν διεισδύει στη σφαίρα της ευθύνης του κράτους και των λειτουργών του, με τον μαχόμενο ακτιβισμό που σε προηγούμενες δεκαετίες επέδειξαν ομάδες-πρόγονοι των σημερινών ΜΚΟ και από τον οποίο καλό είναι να διδαχτούμε.

Ο βαθύτερος λόγος όμως που καθιστά τον σύγχρονο τρόπο σκέψης για τα δικαιώματα αναγκαστικά θεσμικό είναι ότι η προάσπιση των δικαιωμάτων πηγαίνει χέρι χέρι με τη διασφάλιση της απονομής ευθυνών στους αληθινούς υπαίτιους σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων, με την προκείμενη παραδοχή ότι πρώτοι φορείς κινδύνου για τα δικαιώματα είναι οι ίδιοι οι φύλακές τους. Εδώ η χάραξη αριστερής ριζοσπαστικής πολιτικής φαίνεται να αντιμετωπίζει δυσκολίες: μολονότι, από ταξική σκοπιά, όποιος αναλαμβάνει θέσεις και αξιώματα στο όνομα του λαού και στο πλαίσιο της πολιτικής του οργάνωσης οφείλει να είναι διαρκώς ελεγχόμενος και υπόλογος, ωστόσο στο πεδίο της πολιτικής πράξης επικρατούν δύο αντίρροπες οπτικές.

Συνήθως και στο πλαίσιο μιας αντίληψης του δημόσιου λειτουργού ως κατά βάση εργαζομένου αποφεύγεται η συγκρότηση μιας μάχιμης πολιτικής για τους μηχανισμούς και τους τρόπους απονομής ευθύνης, από φόβο ότι θα χρησιμοποιηθεί από τον πολιτικό αντίπαλο ως όχημα καταπίεσης του εργαζομένου. Έτσι η ευθύνη καταλήγει να απονέμεται είτε στην κεφαλή της εξουσίας (κυβέρνηση, υπουργούς), που φαίνεται να καταπιέζει εξίσου αυτόν που πράγματι καταπιέζει κι εκείνον ο οποίος ανήκει στον μηχανισμό που έχει αναλάβει να καταπιέσει τον πρώτο, είτε σε όσους ανήκουν σε ευθέως κατασταλτικούς κρατικούς μηχανισμούς (αστυνομία) είτε σε «κάποιους» επίορκους, ή σε ένα αόρατο «βαθύ κράτος». Οι αντιλήψεις αυτές υποτιμούν σε περιγραφικό μεν επίπεδο τη διάρθρωση του σύγχρονου κράτους και τον τρόπο παραγωγής πολιτικής από την εξουσία, σε αξιακό δε επίπεδο τη δύναμη και το χρέος του δημόσιου λειτουργού να εκπροσωπεί τον λαό αντιστεκόμενος όπου χρειάζεται έναντι των ανωτέρω κλιμακίων.   

Παράλληλα και με αυθόρμητο τρόπο γίνονται δεκτά ή ανεκτά συστήματα «αυτοδιαχείρισης» κλάδων ή κρατικών λειτουργιών, στο πλαίσιο των οποίων διοίκηση και έλεγχος ανατίθενται στους ελεγχόμενους· η αμεσοδημοκρατική επίφαση κρύβει συντεχνιακή λογική και πρακτική που αποκλείει στην πραγματικότητα τον λαό από τον έλεγχο αυτού που ασκεί εξουσία στο όνομά του, αδυνατίζει συνεπώς τη λαϊκή νομιμοποίηση και κυριαρχία. Η συγκρότηση των πειθαρχικών συμβουλίων από συνδικαλιστές του κλάδου και η αυτοδιοίκηση των δικαστηρίων είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Για όποιον ομνύει στη λαϊκή κυριαρχία, η ανεξαρτησία έχει πάντοτε όριο τη δημοκρατική νομιμοποίηση, οι δε διαδικασίες απονομής ευθύνης δεν μπορεί είναι interna corporis. Η ευκολία μάλιστα με την οποία ο συνδικαλισμός, ταχθείς στην υπεράσπιση δικαιωμάτων, μπορεί να μετατραπεί σε συνομιλητή της εξουσίας οριακά βολικότερο και από τη φυσική ιεραρχία (χαρακτηριστικό το παράδειγμα εκδοχών του συνδικαλισμού των δικαστών) αναδεικνύει ως ακόμα κρισιμότερο το ερώτημα των θεσμών, των διαδικασιών και της πολιτικής πρακτικής που θα διευκολύνουν τη διαρκή εισχώρηση του λαϊκού παράγοντα στις λειτουργίες και τις εξουσίες του κράτους. Είναι βέβαιο ότι η λαϊκή αντιπροσωπία οφείλει να έχει λόγο και εποπτεία σε κάθε ελεγκτική διαδικασία, ενώ τα όργανα επιτελέσεως ελεγκτικών διαδικασιών πρέπει να στελεχώνονται με μεικτές συνθέσεις (εκπροσώπους, κληρωτούς) και τέτοιο τρόπο, ώστε να μεγιστοποιείται η δημοκρατική νομιμοποίηση, χωρίς όμως να δημιουργούνται νέοι θύλακοι εξουσίας. 

Στον αντίποδα της θεσμικής αντίληψης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δήθεν ουσιοκρατική –στην πραγματικότητα ιδεολογική– αντίληψη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δυσκολεύεται εντέλει να αποφύγει τη χρήση του ποινικού δικαίου ως όπλου για την επίλυση κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων. Από τη φύση του το ποινικό δίκαιο αφήνει βαθιά χνάρια στη λειτουργία της δημοκρατίας. Η επιβολή ποινής αποτελεί υπερεξουσία, όποιος κι αν είναι αυτός που την έχει στα χέρια του. Η κατά σύστημα χρήση του δημιουργεί εθισμό στον εφαρμοστή, στον πολιτικό και στον πολίτη, αφού με αναμφισβήτητο τρόπο δείχνει ότι «κάτι γίνεται» για το όποιο πρόβλημα – απαντώντας ήδη στην κοινωνική συνθετότητα διά της κατηγοριοποίησης προβλημάτων «χρηζόντων αποφασιστικής λύσης». Έτσι, δεν είναι εντέλει η μεγάλη ηθικοπολιτική βαρύτητα διαφόρων αρνητικών φαινομένων που «καλεί τη δημοκρατική κοινωνία» στην έκφραση της μέγιστης ηθικής απαξίας (της ποινικής)· αντιθέτως η διάγνωση του εγκλήματος και η επιβολή ποινής αποτελούν τη συνειδητή επιλογή της έκφρασης ηθικής απαξίας ως τρόπου αντιμετώπισης των μεγάλων ζητημάτων, που με ψύχραιμη και λογική ματιά το ποινικό δίκαιο είναι απολύτως ανεπαρκές να αντιμετωπίσει.

Μια συνολικότερη δικαιωματική αντίληψη για το ποινικό δίκαιο είναι ένα ερώτημα που εκφεύγει του παρόντος άρθρου. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε, αν υπάρχει (νομιμοποιημένα) ποινικό δίκαιο, όταν χάνεται και ο παραμικρός κατ’ όνομα στόχος σωφρονισμού και ζητούμε ωμή τιμωρία του διεφθαρμένου τον οποίο εξέβαλε το σύστημα που παράγει την διαφθορά, ή την αποβολή από την επίσημη πολιτική σκηνή ενός πολιτικού κόμματος διά του εγκλεισμού των ηγετών του. Τούτο δε σημαίνει φυσικά ότι δεν υπάρχουν αδικήματα χρήζοντα ποινικής απαξίας και ότι δεν πρέπει να τιμωρούνται· επειδή όμως το ποινικό δίκαιο επιβάλλεται στο γυμνό άτομο που κατηγορείται, είναι απολύτως ακατάλληλο όταν χρησιμοποιείται ως μόνο ή πρώτο μέσο για την αντιμετώπιση ζητημάτων που γεννήθηκαν και διογκώθηκαν σε κρατικούς θυλάκους ή υπό τα ανεκτικά όμματα αυτών. Εντέλει, μια μη ιδεολογική αντίληψη για τα δικαιώματα οφείλει να είναι ανεξαιρέτως συντηρητική στη χρήση και διεύρυνση των ποινικών μέσων, να προκρίνει δε ανοιχτές διαδικασίες ευρύτατης συμμετοχής για την αναζήτηση των αιτίων φαινομένων όπως η διαφθορά ή η παρακρατική δράση, στις οποίες ο τρόπος τελικής απονομής ευθυνών θα είναι ζητούμενο αιτιολογημένης κρίσης και δεν θα καλεί απευθείας τη δικαιοσύνη να λύσει τις ανεπάρκειες των άλλων λειτουργιών και του σύνολου του πολιτικού συστήματος.

Σε μια σύγχρονη οπτική για τα δικαιώματα κομβικό ρόλο διαδραματίζει η πολιτική και θεσμική αναγνώριση της διαφορετικότητας, ως προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των εν γένει δικαιωμάτων από άτομα που ανήκουν σε κοινότητες κάθε μορφής (εθνικές, θρησκευτικές ή άλλως συγκροτούμενες). Αυτονομία σε τομείς πολιτικής, ειδική εκπροσώπηση στη λήψη αποφάσεων ή και ανοχή σε διαφορετικές πρακτικές και ήθη, πάντοτε στο πλαίσιο τήρησης της βασικής ισότητας, θα είναι πολύ συχνά απαραίτητες από δημοκρατική σκοπιά. Εξίσου σημαντική είναι και η ασφάλεια, υπό την έννοια της προστασίας ευάλωτων ομάδων από την οργανωμένη εγκληματικότητα και της πολυεπίπεδης δράσης για την αντιμετώπιση των εγκληματικών δικτύων (trafficking, διακίνηση ναρκωτικών), χωρίς αυτόματη έμφαση στην ποινικοποίηση και τις βαριές ποινές.

Η μάχη για τα δικαιώματα είναι κατεξοχήν μάχη για την αυτονομία της κοινωνίας από το κράτος, για τον περιορισμό των απαγορεύσεων και για τη διαρκή πίεση των θεσμών να περιστέλλουν την δράση τους και να μην καταπατούν τα δικαιώματα στο όνομα της προστασίας των δικαιωμάτων. Επειδή η δημόσια σφαίρα διαμεσολαβείται από τους κανόνες που έχουν θέσει οι κυρίαρχες τάξεις και ομάδες του συστήματος που απομονώνουν τα προβλήματα, κατακερματίζουν τις καταπιεζόμενες ομάδες, ξεπλένουν τους υπαίτιους και συσκοτίζουν τις αιτίες, η μάχη για τα δικαιώματα απαιτεί στρατηγική, ανεξαρτησία από τους θεσμούς, αυτοτέλεια από άμεσες πολιτικές σκοπιμότητες παντός είδους, επιμονή στη λογοδοσία των θεσμών και πάνω απ’ όλα αμέριστη και έμπρακτη αλληλεγγύη σε όποιον γίνεται θύμα της καταπίεσης και της αδικίας. Σε αυτή τη διαδικασία οι κοινωνικές δυνάμεις μπορούν να αναδείξουν μια νέα ταυτότητα πολίτη, συλλογική, ανεξάρτητη, που να εκφράζει τη διαφορετικότητα και, μέσα από την εγγενώς αγωνιστική στάση, να προάγει την δημοκρατική λειτουργία των θεσμών από τα κάτω και χωρίς να εξαρτάται από το ποιος καταλαμβάνει την κορυφή της εξουσίας.  

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
04/09/2017 - 18:35

Εισήγηση του Σάββα Μιχαήλ στην εκδήλωση με τίτλο «Η σύγχρονη τέχνη στην εποχή της κρίσης: με αφορμή την Documenta 14».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
02/08/2017 - 09:50

Ουδέποτε η διοίκηση του ΟΚΑΝΑ εξήγησε τους λόγους της παύσης ή ακολούθησε διαδικασίες διαφάνειας και αξιοκρατίας.