ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ |
Κυρ, 16/07/2017 - 14:14

Περί χιούμορ


 

Γελάστε, είναι μεταδοτικό

Δεν υπάρχει σχολή χιούμορ. Ούτε υπάρχουν εργαστήρια και ομάδες σεμιναρίων για καλό χιούμορ, ενώ θα συναντήσουμε πάρα πολλά για δημιουργική γραφή, τραγουδοποιία, υποκριτική, φωτογραφία κ.λπ. Όταν αναφερόμαστε στο χιούμορ, συνήθως το ορίζουμε σαν «κτήμα» κάποιου («έχει χιούμορ αυτός/ή») ή ως κάτι πιο αφηρημένο, λέγοντας «αυτός/η έχει αίσθηση του χιούμορ». Αυτή η κτήση ωστόσο ή η «αίσθηση» του χιούμορ, σε πρώτη ματιά, δεν μεταβιβάζεται με κάποιον απτό και συγκεκριμένο τρόπο.

Από μια ωφελιμιστική οπτική, το χιούμορ είναι το καλύτερο «λιπαντικό» των κοινωνικών σχέσεων και συναναστροφών, καθώς μπορεί και σπάει εύκολα και γρήγορα την αμηχανία και την επισημότητα. Είναι δηλαδή ευχάριστα «παραβατικό», ευπρόσδεκτα «μη ορθό», και μας βοηθάει να λυθούμε και να αποδώσουμε καλύτερα σε οποιοδήποτε αρχικά αφιλόξενο περιβάλλον. Κάπως έτσι, μοιάζει περίεργο που μια τόσο σημαντική δεξιότητα δεν διδάσκεται και δεν μεταβιβάζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να μπορεί κάποιος/α να βελτιώσει την αίσθηση του χιούμορ του.

Μπορεί να μην υπάρχει σχολή χιούμορ, όμως σίγουρα υπάρχουν «σχολές» χιούμορ. Σύμφωνα με επίσημους ορισμούς, η αγγλική λέξη χιούμορ (humour) προκύπτει από την αρχαία ελληνική Χυμική Ιατρική, όπου η ισορροπία των τεσσάρων βασικών χυμών (αίμα, φλέγμα, μαύρη και λευκή χολή) του ανθρώπινου σώματος οδηγεί, κατά τον Ιπποκράτη, στην ευφορία και καλοπέραση του ανθρώπου. Άλλοι πάλι, βλέποντας το χιούμορ να αναπτύσσεται πιο γρήγορα σε πολιτισμούς που σχετίζονται με τη θάλασσα (Μεσόγειοι λαοί αλλά και Ιρλανδοί, Άγγλοι), βρίσκουν στη ρίζα του humour την… υγρασία (humidity). Ανεξαρτήτως όμως ετυμολογίας, το χιούμορ, υψηλό ή όχι, αφορά όλους τους ανθρώπους, παραμένει όμως πολυπαραμετρικό και ρυθμιζόμενο από πολλούς παράγοντες: ηλικία, πολιτιστική κληρονομιά, κουλτούρα, εθνικότητα και πολλά ακόμα.

Για παράδειγμα, μια προσφιλής και διαδεδομένη «σχολή» χιούμορ είναι το λεγόμενο slapstick, ένα χιούμορ πιο «φυσικό» και ευρέως διαδεδομένο στις μικρότερες ηλικίες. Οι Τομ και Τζέρι ή το Κογιότ με τον Μπιπ-Μπιπ είναι χαρακτηριστικό τέτοιο χιούμορ, όπου τα παθήματα των ηρώων προκαλούν άμεσο γέλιο (πτώσεις, χτυπήματα, αποτυχημένες φάρσες κ.λπ.). Από την άλλη, η πολιτική σάτιρα είναι μια σχολή χιούμορ αρκετά πιο εξειδικευμένη, που απαιτεί ευρύτερη κατανόηση των πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων τα οποία αποδίδονται χιουμοριστικά.

Φυσικά, όλα αυτά εξελίσσονται. Το χιούμορ μπορεί να μην έχει έναν προφανή τρόπο να καλλιεργηθεί σε έναν άνθρωπο, όμως είναι εμφανής η εξέλιξή του σε συλλογικό επίπεδο: Για παράδειγμα, τα περίφημα ποντιακά ανέκδοτα έχουν πάψει εδώ και καιρό να θεωρούνται δημοφιλή. Από την άλλη, η επέλαση των memes στην ιδιόλεκτο και τους νέους κώδικες του διαδικτύου είναι μια νέα μορφή χιούμορ που σιγά σιγά φαίνεται να επικρατεί. Για κάποιον που δεν έχει εντρυφήσει, το να βλέπει μια ολόκληρη διαδικτυακή κοινότητα να ξεκαρδίζεται βλέποντας μια απροσδιόριστη εικόνα με ένα απροσδιόριστο και αφηρημένο λογοπαίγνιο μπορεί να δημιουργήσει απορία: είναι θέμα μόλις μερικών ημερών ωστόσο για να μπει κάποιος στο «κλίμα» αυτής και οποιασδήποτε άλλης καινούριας μορφής χιούμορ, και να κατανοήσει τους ιδιαίτερους κώδικές της.

Τι εννοούμε όμως κακό χιούμορ; Όπως και στην προσπάθεια ορισμού του καλού χιούμορ, το προσωπικό γούστο παρεμβάλλεται πολλές φορές ως ο σχετικός κριτής. Για παράδειγμα, ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας θα κρίνει πως το χιούμορ του Μάρκου Σεφερλή είναι κρύο, κουρασμένο και χτίζεται μονάχα πάνω σε ξεπερασμένα στερεότυπα. Από την άλλη όμως, ο Σεφερλής μπορεί να γεμίσει ασφυκτικά την αίθουσα μιας παράστασής του με παιδιά δημοτικού και γυμνασίου, ενώ επαναλήψεις των παλαιότερων παραστάσεών του θα βρεθούν αρκετές φορές στην prime time της ελληνικής τηλεόρασης.

Άλλες φορές, ως κακό χιούμορ μπορεί να κριθεί η απόδοση του χιούμορ, δηλαδή η εξωτερίκευσή του από έναν κακό ή άπειρο ερμηνευτή. Και ανάποδα όμως, ένα ανέκδοτο εντελώς μέτριο και ανούσιο, μπορεί να απογειωθεί αν παρουσιαστεί από κάποιον που χειρίζεται καλά τον κωμικό λόγο.

Αυτό όμως που δεν μπορεί να «κρυφτεί» πίσω από την απόδοση ή τον τρόπο που θα παρουσιαστεί, είναι το «υλικό» του χιούμορ και οι βασικές του προθέσεις. Υπό αυτήν την έννοια και ανεξαρτήτως ορισμών, πραγματικά κακό χιούμορ συναντά κανείς σήμερα όταν παρακολουθεί τηλεοπτικά σόου ή διαδικτυακά meme που εκπορεύονται από το ακραίο κέντρο και την παραδοσιακή δεξιά. Όχι τυχαία, καθώς είναι ίσως η πρώτη φορά, εξαιτίας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που αυτοί οι χώροι δεν ήταν δέκτες πολιτικής σάτιρας αλλά αναγκάστηκαν να γίνουν παραγωγοί. Όμως, όπως είπαμε, δεν υπάρχει σχολή χιούμορ. Το αποτέλεσμα αντί για γέλιο, προκαλεί αμηχανία.

 

Ότι να ’ναι

Πρόσφατα, στην εκπομπή Rodeo στον αγαπητό σταθμό ΣΚΑΪ, οι συντελεστές (Περρής, Νέγκα, Βελλή) αποφάσισαν να κάνουν πολιτική σάτιρα για το μνημείο της ΠΟΣΠΕΡΤ (με αφορμή τους αγώνες των εργαζομένων την περίοδο του «μαύρου»). Επέλεξαν λοιπόν εκεί να εμφανίσουν ένα μνημείο Survivor, για τον «αγώνα των τηλεθεατών να παρακολουθούν επί πέντε μήνες το σόου», ο Περρής να σταθεί μπροστά σε ένα κατασκεύασμα σε στάση προσοχής και η Βελλή να συμπληρώσει: «Παρακαλούμε να διορισθούν στο δημόσιο όλοι οι συγγενείς και φίλοι των τηλεθεατών…». Αναμφίβολα, επρόκειτο για την κορυφαία σαρκαστική στιγμή της εκπομπής, καθώς αμέσως μετά το επεισόδιο ολοκληρώθηκε.

Την ίδια περίοδο, στην «ομόσταυλη» εκπομπή Ότι να ’ναι, ένας παρουσιαστής κυκλοφορεί στους δρόμους της Αθήνας κάνοντας ερωτήσεις του τύπου «πόσα εκατομμύρια έχει ένα δισεκατομμύριο» και στην πορεία συλλέγει διάφορα «μαργαριτάρια» ανυποψίαστων περαστικών για να φτιάξει ένα κατατοπιστικό μοντάζ για το «πόσο αμόρφωτοι είναι όλοι οι Έλληνες». Στην ίδια εκπομπή, παρεμβάλλονται διάφορα μουσικά σκετσάκια αμφίβολης αισθητικής, «σατιρίζοντας» τη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ ή την ΠΟΣΠΕΡΤ.

Οι εκπομπές αυτές σαφώς δίνουν ένα πολιτικό στίγμα. Ο «χαζός» λαός που ψηφίζει ότι να ’ναι, οι ασύδοτοι συνδικαλιστές που προασπίζονται ανούσια πράγματα, οι διάφοροι που «εμποδίζουν την ανάπτυξη». Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν έστω στα λόγια αντιμνημονιακός, τότε έμπαινε και η πολιτική του στο ίδιο στόχαστρο. Από τη στιγμή που υπέγραψε κυριολεκτικά Μνημόνια για Πάντα, η σάτιρα στοχεύει κυρίως στα αγγλικά του Τσίπρα, το πάχος του Καμμένου και το μαλλί της Αναγνωστοπούλου. Αν όμως το πολιτικό στίγμα των εκπομπών είναι σαφές, η αδυναμία τους να παράξουν έστω στοιχειώδη ευθυμία (πόσο μάλλον γέλιο) είναι πρωτοφανής. 

(Το γεγονός επίσης ότι ανασύρουν και οι δύο διάφορα στερεότυπα της «γλάστρας» ή της «ξανθιάς» –κι ας είναι οι γυναίκες μελαχρινές– για να δώσουν κωμικό τόνο στα σόου είναι μια σοβαρή συζήτηση που πρέπει να γίνει άλλη φορά.)

Το φαινόμενο αυτό (ας το αποκαλέσουμε φαινόμενο μέτριου έως ανύπαρκτου γέλιου) εμφανίζεται και σε παλαιότερες εκπομπές: Το ΟΛΑ του Θέμου Αναστασιάδη βασίζεται μονάχα στα αποσπάσματα της ελληνικής trash tv ενώ κατά τα άλλα δεν βλέπεται. Οι πάλαι πότε ευχάριστοι Ράδιο Αρβύλα φαίνεται να αναπαράγουν παραλλαγές του ίδιου αστείου, ξανά και ξανά, με ανεβασμένες βέβαια τις αντιπολιτευτικές στροφές τους. Όμως η ομάδα που έμελλε να συνεχίσει την κωμική παράδοση του ΑΜΑΝ μοιάζει περισσότερο από ποτέ κουρασμένη και ξεπερασμένη, βασιζόμενη μονάχα στην περσόνα του Αντώνη Κανάκη (η καλή στιγμή της συνάντησης Τσίπρα-Ομπάμα μοιάζει με εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα).

Αν κάτι ενώνει όλες τις παραπάνω εκπομπές (και σε μεγάλο βαθμό συγκροτούσε και τις παραστάσεις του Λαζόπουλου), είναι το χτίσιμο τους πάνω σε δυο βασικούς άξονες: Ο ένας είναι το «ανθολόγιο» από μαργαριτάρια της ελληνικής trash tv. Όμως πόσα ακόμα αστεία πλάνα να δούμε από το Survivor, την Πάνια και τον Φουρθιώτη; Πόσο ακόμα θα είναι όντως αστεία τα αμήχανα σεξουαλικά υπονοούμενα της Μενεγάκη, που μοιάζουν να σταμάτησαν (ή να άρχισαν) με την περίφημη συζήτηση για τον λούτσο; Ο άλλος άξονας είναι φυσικά, η αντιπολιτευτική τους διάθεση. Σε μια εποχή μάλιστα τεταμένου πολιτικού κλίματος και έντονης πόλωσης, οποιοδήποτε χιούμορ μπορεί να θεωρηθεί καλό αρκεί να βρίζει την κυβέρνηση. Και κάπου εδώ έρχεται μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Η περίπτωση του Αρκά, ή αλλιώς, η περίπτωση του χαμένου χιούμορ.

 

(Πολύ) χαμηλές πτήσεις

Ο Αρκάς, πιστός στην ανωνυμία του, μεγάλωσε γενιές και γενιές με έναν ιδιαίτερο τύπο καυστικού και σατιρικού χιούμορ. Η συμβολή του στο συλλογικό μέσο όρο χιούμορ (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) είναι μάλιστα καθοριστική. Η πολιτική ταυτότητα του Αρκά δεν απασχόλησε ποτέ στο ελάχιστο το πλατύ του κοινό. Η δουλειά του μιλούσε από μόνη της. Ο Αρκάς, με το εξαιρετικά λεπτό ειρωνικό του νυστέρι, αποδόμησε συστηματικά πολλές «ιερές αγελάδες» της ελληνικής παράδοσης. Η οικογένεια, η πατριαρχία, η macho αρρενωπότητα, ο σωφρονισμός, η εκκλησία και η ορθοδοξία, κάθε λογής εξουσία βρέθηκαν στο στόχαστρο του ευφυή κομίστα και αυτός (ή αυτοί ή αυτή) τους άλλαξε τα φώτα. Εύλογα, ένα τέτοιο περιεχόμενο συνδέθηκε κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) με πιο προοδευτικά έντυπα (Βαβέλ, Ε κ.λπ.) και επίσης εύλογα πολλά από τα καρέ του κοσμούσαν προκηρύξεις και φυλλάδια του προοδευτικού/αριστερού χώρου.

Σήμερα ο Αρκάς εμφανίζεται να συνεργάζεται με το Πρώτο Θέμα, τα διαδικτυακά του σκίτσα έχουν περάσει στην καθαρή αγκιτάτσια υπέρ συγκεντρώσεων των Παραιτηθείτε ή του Μετώπου της Λογικής (χωρίς καν να επιδιώκουν να είναι αστεία), ενώ οι τελευταίες ολοκληρωμένες δουλειές του χαρακτηρίζονται από την πλήρη απουσία οποιουδήποτε χιούμορ, ούτε καν ως αντιγραφή του παλαιότερου. Οι «Μήνες» είναι ένα μνημείο ανουσιότητας, που το μόνο επαναλαμβανόμενο γκαγκ αφορά το… ύψος του Φεβρουαρίου. Ο «Προφήτης» είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνει το σχήμα του «αφελούς» λαουτζίκου που την πάτησε (τώρα την πάτησε, πρώτη φορά) που στην πραγματικότητα δεν διαφέρει πολύ από την ρητορική των «ψεκασμένων» (αν αντί για τη βιβλική φιγούρα του προφήτη ήταν ένα ομιλούν ψεκαστήρι/μπεκ, τα αστεία θα ταίριαζαν το ίδιο).

Οι φήμες που θέλουν τον Αρκά να είναι στην πραγματικότητα μια ομάδα καλλιτεχνών (της οποίας τα ηνία ανέλαβε κάποιος άλλος) ή που θέλουν τον Αρκά μονάχα να σχεδιάζει και άλλον να γράφει δεν έχουν κανένα νόημα. Σημασία έχει μονάχα το αποτέλεσμα της δουλειάς που φέρει την υπογραφή του, η οποία δουλειά έχει γνωρίσει μια εντυπωσιακή μεταμόρφωση: η μεταμόρφωση δεν αφορά το νεόκοπο πολιτικό στίγμα των σκίτσων του, αφορά το κακό χιούμορ που αυτά κουβαλούν.

 

Να γελάσει και λίγο το χειλάκι μας

Όλα αυτά φυσικά δεν είναι απλά μια κακή φουρνιά παραγωγών σάτιρας. Η σάτιρα άλλωστε έχει τις ρίζες της πάνω στη διακωμώδηση των «μεγάλων», των «από πάνω», της «εξουσίας» και του συντηρητισμού. Από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη μέχρι με τους κωμικούς θιάσους του Μεσαίωνα, η σάτιρα, αναγκασμένη πολλές φορές να είναι διακριτική και υπόγεια (αναπτύσσοντας τους συμβολισμούς και τις μετωνυμίες), ουδέποτε είχε στο στόχαστρο τον αδύναμο. Δεν αναπτύχθηκε δηλαδή για να εξιστορεί κωμικά «πόσο κουτορνίθια είμαστε σαν λαός», αλλά ως μια μαζική μορφή διασκέδασης για τους «από κάτω» και όχι για τους κρατούντες.

Φυσικά, υπήρχε και η ανάποδη εκδοχή. Στις αυλές των βασιλιάδων υπήρχαν πάντα γελωτοποιοί και διασκεδαστές, οι οποίοι είχαν στόχο να διασκεδάσουν τις ευγενείς τάξεις πολλές φορές κοροϊδεύοντας τους χειμαζόμενους υπηκόους. Ενίοτε οι ευγενείς διασκέδαζαν με τα παθήματα των ταπεινών και του πόπολου, όμως όσοι παριστάμενοι δεν ανήκαν σε αυτή την υψηλή κάστα γελούσαν μονάχα από φόβο. Ακόμα και το πού και γιατί γελάς είναι ενίοτε πολιτική πράξη. Όπως φυσικά και το τι επιλέγεις να διακωμωδήσεις. Ακόμα και στις τάξεις του νεοφασισμού και της Χρυσής Αυγής μπορεί να συναντήσει κανείς «απόπειρες χιούμορ», που συνήθως ξεκινούν με φράσεις όπως «πάει ένας λάθρο/μαύρος/πούστης/πακιστανός ή μια ξανθιά/λούγκρα/αναρχοάπλυτη σε ένα μπαρ…».

Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ προφανώς είναι και θα πρέπει να είναι αντικείμενο σάτιρας. Άλλωστε είναι η πιο κυνικά μνημονιακή κυβέρνηση, ένας τίτλος που σχεδόν όλοι οι προκάτοχοι διεκδίκησαν για τον εαυτό τους. Όμως η σάτιρα που εκπορεύεται από τους πρώην κρατούντες, από ένα πολιτικό φάσμα που μέχρι πρότινος είχε αλλεργία στο χιούμορ και τη σατιρική κριτική, προκαλεί περισσότερη αμηχανία παρά ιλαρότητα. Καταφέρνει δηλαδή να γίνει η ίδια αντικείμενο σάτιρας, καθώς κανένας δεν ξεχνά (ούτε ο λαός που δεν ξέρει να πει μπροστά σε μια κάμερα πόσα εκατομμύρια έχει ένα δισεκατομμύριο) ότι πρόκειται φυσικά για οργανικό κομμάτι των «από πάνω», ότι ήταν οι μόλις χθεσινοί αδίστακτοι «από πάνω» που επιτίθενται σήμερα στην κυβέρνηση όχι για να απορρίψουν τις αντιλαϊκές πολιτικές της αλλά για να επανέλθουν στα κυβερνητικά αξιώματα.

Κάπως έτσι, με αυτόν τον φοβερό εσωτερικό σπαραγμό (να εφαρμόζει ο εχθρός σου καλύτερα από σένα όλες τις μνημονιακές σου ονειρώξεις), οι θίασοι του ακραίου κέντρου και της νεοφιλελεύθερης δεξιάς γίνονται ανέκδοτο προσπαθώντας να πουν ένα ανέκδοτο.

 

Υ.Γ.: Για την ιδιαίτερη περίπτωση της Ελληνοφρένειας θα επανέλθουμε σε επόμενο άρθρο

 

 

πηγή: alfavita

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
24/07/2017 - 22:26

Κόντρα στο κυρίαρχο, εμπορευματοποιημένο πρότυπο του «πακέτου διακοπών», προτάσσουμε την αυτοοργάνωση, την συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την αυτομόρφωση.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
24/07/2017 - 11:36

Είναι τουλάχιστον κοροϊδία να κόπτονται για τα «δικαιώματα» όσοι ψηφίζουν και εφαρμόζουν τους νόμους των μνημονίων.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
12/07/2017 - 23:58

Μια νέα κοπέλα βρίσκεται στις φυλακές γιατί πίστεψε πως η αθωότητά της αρκεί.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
11/07/2017 - 09:50

Η μερική ταυτοποίηση των δύο δειγμάτων ΔΕΝ θα μπορούσε να αποτελέσει αυτοτελές τεκμήριο ενοχής της Ηριάννας Β. Λ.