ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Georges Labica

Η βία; Ποια βία;


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


ΘΕΩΡΙΑ |
Παρ, 08/06/2018 - 14:12

Προς έναν κουήρ κομμουνισμό: Αυτόνομη συνείδηση, αποταυτοποίηση και σεξουαλική επανάσταση


Όλα όσα θέλω να πω έχουν διαμορφωθεί συλλογικά, με αφετηρία τις εμπειρίες στράτευσής μου και όσα έχω μάθει με τους/τις συντρόφους μου στη Γαλλία και την Ιταλία. Το λέω αυτό γιατί είμαι πεισμένος ότι κάθε παραγωγή γνώσης είναι πάντα και πάνω απ’ όλα συλλογική παραγωγή, που τη μοιραζόμαστε και που είναι πολιτικά τοποθετημένη ακόμα και όταν πιστεύουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Δεν θα μπορούσα να διεκδικήσω οποιαδήποτε προτεραιότητα ως συγγραφέας με την έννοια μιας ατομικής ενικότητας.

Ζούμε σε μια εποχή αντεπανάστασης ως προς τη σεξουαλική απελευθέρωση και άμπωτης των «επαναστατικών» κινημάτων. Το να λέγεσαι επαναστάτης σήμερα σε σχέση με τα ερωτήματα της σεξουαλικής απελευθέρωσης συχνά καταλήγει στο να οδηγείσαι σε μια μορφή ουτοπίας, με όλο τον αρνητικό επιτονισμό που μπορεί να έχει ο όρος. Η εποχή είναι αφιερωμένη στο συγκεκριμένο, στα γεγονότα και στη διαχείριση του «πραγματικού», όχι στην ουτοπία ούτε στην επανάσταση.

Πρέπει άραγε να παραιτηθούμε μπροστά σε αυτή τη ρητορική της «διαχείρισης», αυτή τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, που διαπερνά κάθε πολιτικό λόγο, ακόμα και προοδευτικό, εδώ και τριάντα χρόνια; Πρέπει να παραιτηθούμε μπροστά σε αυτόν τον νέο κοινό νου, τον πολιτικά παραλυτικό, σε αυτόν τον καπιταλιστικό ρεαλισμό, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που διαμόρφωσε ο Μαρκ Φίσερ, που πάντα είναι και ένας ετεροφυλόφιλος ρεαλισμός;

Αυτός ο καπιταλιστικός ρεαλισμός μοιάζει με μια πανταχού παρούσα ατμόσφαιρα που καθορίζει όχι μόνο την παραγωγή της κουλτούρας αλλά και τη ρύθμιση της εργασίας και της εκπαίδευσης δρώντας ως ένα είδος αόρατου φραγμού που πιέζει και τη σκέψη και τη δράση.

Είναι ένα είδος μοιρολατρίας και παραίτησης τόσο διαδεδομένης που κανένας δεν είναι ατομικά υπεύθυνος, καθώς παράγεται συστηματικά και επιδιώκει να εξαλείψει κάθε συνείδηση μιας δυνητικής πλαστικότητας της πραγματικότητας εμποδίζοντας ιδεολογικά κάθε μορφή φαντασίας της εξόδου, μιας κατάστασης έξω από το σύστημα.

Όπως το λένε ο Φρέντερικ Τζέιμσον και ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, σήμερα είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού! Αλλά ούτε και το τέλος της ετεροφυλοφιλίας μπορούμε να φανταστούμε.

Όμως εάν αυτό το είδος ρεαλισμού είναι τόσο πανταχού παρόν και διάφανο, ώστε να μην είμαστε πλέον σε θέση να το δούμε, και αν οι μορφές πολιτικής αντίστασης των κλασικών οργανώσεων της αριστεράς είναι όλο και πιο πολύ χωρίς ελπίδα, γιατί είναι όλο και λιγότερο ικανές να συλλάβουν αυτή την πραγματικότητα και επίσης ολοένα και περισσότερο βολεύονται ήρεμα σε αυτήν, πώς να φανταστούμε διαφορετικές μορφές αγώνα που θα μπορούσαν να σπάσουν τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογική μοιρολατρία, πώς να αντισταθούμε και να αγωνιστούμε ενάντια σε αυτή την παθητική επανάσταση (για να χρησιμοποιήσω έναν γκραμσιανό όρο) που περιβάλλει, ανακυκλώνει, υπάγει, αξιοποιεί και διευθύνει κάθε πλευρά της ζωής μας συμπεριλαμβανομένων των δράσεων και των πρακτικών αντίστασής μας;

Εάν, όπως το υπενθυμίζει ο Κέβιν Φλόιντ, ο φορντισμός πραγμοποίησε τις επιθυμίες μας παράγοντας τις σεξουαλικές μας ταυτότητες, ο νεοφιλελευθερισμός τις έκανε πολλαπλές και διασκορπισμένες αλλά και εξαιρετικά συμβατές με τη σύγχρονη εμπορευματική τάξη πραγμάτων. Ο νεοφιλελευθερισμός, υπό το κάλυμμα ενός κατακερματισμού των ταυτοτήτων, αξιοποιεί τη διαφορά χωρίς καθόλου να καταγγέλλει τις ιεραρχίες του φύλου και της σεξουαλικότητας. Τις επαναφυσικοποιεί διαμέσου της ιδιωτικοποίησής τους.

Μου φαίνεται ότι οι σεξουαλικές πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών σε μεγάλο βαθμό παίχτηκαν πάνω στο πεδίο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της ιδιωτικοποίησης των χώρων και των επιθυμιών. Και σε αυτό ακριβώς το πεδίο είναι σημαντικό να διεξαγάγουμε την αναγκαία ιδεολογική μάχη. Ήδη στη δεκαετία του 1970 τα επαναστατικά κινήματα όπως το FHAR (Ομοφυλόφιλο Μέτωπο Επαναστατικής Δράσης) στη Γαλλία και άλλα παρόμοια στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες ή στις ΗΠΑ έβλεπαν την οικογένεια, το κράτος και την ιδιωτική ιδιοκτησία ως τους θανάσιμους εχθρούς.

Σήμερα, στην εποχή της χρηματιστικοποίησης του καπιταλισμού και της υπαγωγής των επιθυμιών και των σεξουαλικών μας πρακτικών στην κατανάλωση και της ποικιλότητάς μας στην αξιοποίηση της εργασίας, πρέπει να επιτεθούμε σε αυτούς τους τρεις πυλώνες της εκμετάλλευσης. Στην πραγματικότητα, στη νεοφιλελεύθερη εποχή δεν είναι μόνο τα μπράτσα και οι εγκέφαλοί μας που καλούνται να συνεισφέρουν αλλά και το ίδιο το γεγονός της δικής μας (πραγματικής ή υποτιθέμενης) ποικιλότητας, των δικών μας συναισθηματικών επιδράσεων όπως κι αν είναι. Και όταν η συσσώρευση μέσω αποστέρησης της ζωής μας φτάνει να αποσπά αξία ακόμα και από τα όνειρα και τις φαντασιώσεις μας, το ζήτημα μιας αποεπένδυσης, μιας αποταυτοποίησης και μιας αποευαισθητοποίησης σε αυτές τις καπιταλιστικές εγκλήσεις τίθεται ως θεμελιώδες.

Πάνω σε ποιες βάσεις, θεωρητικές και πρακτικές, μπορούμε να σκεφτούμε «νέες μορφές σχέσεων» (για τις οποίες μιλάει ο Φουκώ) που θα είναι ικανές να έρθουν σε ρήξη με την ετεροφυλοφιλία ως θεσμό αλλά και με τη λογική τής καθωσπρέπει ομοκανονιστικότητας και να προτείνουμε έναν επαναστατικό δρόμο που, με αφετηρία τις εμπειρίες των «απορριμμένων» υποκειμένων, των κουήρ και εκτός νορμών που ακόμη αντιστέκονται, να ανοίξουμε τον δρόμο σε έναν κουήρ κομμουνισμό; Είναι κυρίως με τη βοήθεια ορισμένων κατηγοριών που έχουν θεωρητικοποιηθεί από τον Γκράμσι και από τον κουήρ μαρξισμό που θα προσπαθήσω να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα.

Σύμφωνα με τη Λίσα Ντούγκαν, οι ομοκανονιστικές πολιτικές των γκέι και των λεσβιών χαρακτηρίζονται από μια (ενεργητική;) υποστήριξη στην ετεροκανονιστικότητα μέσα από μια συνεπαγόμενη αποπολιτικοποίηση των γκέι και λεσβιακών κοινωνικών σχηματισμών. Η ετεροκανονιστικότητα, έννοια την οποία εισήγαγε ο Μάικλ Γουόρνερ, περιγράφει την ολότητα της κοινωνικής πραγματικότητας όπου «η λογική της σεξουαλικής τάξης πραγμάτων είναι βαθιά ενσωματωμένη σε μια απίστευτα εκτεταμένη γκάμα κοινωνικών θεσμών και είναι ενσωματωμένη στην πιο τυποποιημένη αφήγηση του κόσμου» (Warner 1991: 6). Σύμφωνα με τον Γουόρνερ, η ιεράρχηση των σεξουαλικοτήτων –ετεροφυλοφιλία/ομοφυλοφιλία– διαπερνά την κοινωνία στο σύνολό της.

Μια γκραμσιανή ερμηνεία της ετεροκανονιστικότητας θα μπορούσε να μας δείξει πως η θεμελιώδης για τις καπιταλιστικές κοινωνίες ετεροφυλοφιλία δεν είναι παρά μία από τις πλευρές του «ιδεολογικού μπλοκ» της ηγεμονίας (ένα συνεκτικό ιδεολογικό σύνολο) που δρα μέσα στις κοινωνίες και που είναι οργανικό σε αυτό το οποίο ο Γκράμσι ονομάζει ηγεμονικούς μηχανισμούς (υλική δομή του ιδεολογικού μπλοκ).

Όμως η ετεροκανονιστικότητα ή η ετεροσεξουαλικοποίηση δεν είναι παρά ένα από τα στοιχεία που συμμετέχουν οργανικά στη διαδικασία διαμόρφωσης του ιστορικού μπλοκ των κοινωνιών του ύστερου καπιταλισμού και που διαμορφώνουν το «σύνθετο, αντιφατικό και ασυνταίριαστο σύνολο των υπερδομών» που είναι το ιστορικό μπλοκ. Οι διαστρωματώσεις ως προς την τάξη και ως προς τη φυλή είναι δύο άλλα στοιχεία αυτού του «συνόλου».

Η αποπολιτικοποίηση του ανταγωνισμού των λευκών γκέι και λεσβιακών σχηματισμών δημιουργεί σήμερα συνθήκες για την είσοδό τους στο ετεροκανονιστικό πλαίσιο (ομοκανονιστικότητα), αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο σε μια έγκληση των υποκειμένων τα οποία είναι έτσι κανονικοποιημένα από τα άλλα στοιχεία του ιστορικού μπλοκ, την τάξη και τη φυλή. Με άλλα λόγια, η ιδεολογική σύμφυση της ομοκανονιστικότητας και της ετεροκανονιστικότητας μπορεί επίσης να αποτελέσει αντικείμενο στοχασμού με αφετηρία αφενός το γεγονός ότι τα ομοκανονιστικά υποκείμενα έχουν σε υλικό επίπεδο ταξικά και φυλετικά κοινά συμφέροντα με την ετεροκανονιστική και ρατσιστική ιδεολογία, αφετέρου τις ανάγκες που κατορθώνουν να ικανοποιήσουν σε αυτό το πλαίσιο. Με αυτή την έννοια, η απώλεια της συγκρουσιακότητας πάνω στα ερωτήματα της σεξουαλικότητας επιτρέπει στο ιστορικό μπλοκ να ενσωματώσει τα παρ’ όλα αυτά ομοκανονιστικά υποκείμενα στην ηγεμονία.

Στην τρέχουσα νεοφιλελεύθερη περίοδο, μπορούμε να δούμε αυτά τα φαινόμενα όχι μόνο μέσα στις πολιτικές για τα δικαιώματα και την ιδιότητα του πολίτη που διαλέγουν οι ομοκανονιστικές ομάδες, αλλά ακόμα και στον βαθμό που τα υλικά συμφέροντα αυτών των ομάδων, τα ταξικά και φυλετικά τους συμφέροντα (που εκφράζονται για παράδειγμα στο αίτημα του γάμου), συμπίπτουν με τα ηγεμονικά νεοφιλελεύθερα συμφέροντα της ιδιωτικοποίησης και της χρηματιστικοποίησης των χώρων και των συναισθηματικοτήτων που αναδεικνύουν τις εμπειρίες τις οποίες μοιραζόμαστε, του «κοινού». Ο Κέβιν Φλόυντ παρατηρεί πως στην πραγματικότητα «το κράτος αναζητά με την επέκταση της λογικής του γάμου να ιδιωτικοποιήσει τις μη ετεροφυλόφιλες πρακτικές και γνώσεις που η γκέι απελευθέρωση στις δεκαετίες του 1970 επιδίωκε να κάνει τόσο ριζοσπαστικά δημόσιες ώστε να επιβάλλουν να ξανασκεφτούμε ριζικά την ίδια τη διάκριση ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό» (Floyd 2013: 286). Και επιμένει σε αυτό χαρακτηρίζοντας την ομοκανονιστικότητα ως μια μορφή συσσώρευσης μέσω αποστέρησης[1] του νεοφιλελευθερισμού, κατά το σχήμα του Ντέιβιντ Χάρβεϋ (Harvey 2010), ως «εάν ως κουήρ κόσμο κατανοούμε ένα ορισμένο είδος κουήρ κοινού, έναν ορισμένο κοινωνικό σχηματισμό που είναι προσβάσιμος και δημόσιος, βασισμένος σε υποδομές, όσο εύθραυστες κι αν είναι […] έτσι η νεοφιλελεύθερη διασπορά αυτού του κόσμου μοιάζει την ίδια στιγμή ως ριζικά νέα και ως συμπλήρωμα του τελευταίου μέρους μιας πολύ παλιάς ιστορίας αποστέρησης (Floyd 2013: 284-285). Σε μια συνέντευξη, κάνει επίσης έναν ενδιαφέροντα παραλληλισμό ανάμεσα στον γάμο και την κερδοσκοπία πάνω στα ακίνητα. Έτσι γι’ αυτόν,

 

«Ο γκέι γάμος […] είναι μια εντελώς σύγχρονη μορφή κερδοσκοπίας με τα ακίνητα: […] ένας “κλειστός” τρόπος ζωής, μια υπόσχεση που λειτουργεί σύμφωνα με μια λογική κερδοσκοπίας […] και η ύπαρξη υποκειμένων που είναι πάντοτε-ήδη φυλετικοποιημένα αποτελεί τμήμα των λοιπών συνθηκών μιας τέτοιας μορφής ζωής, δεδομένου ότι καθορίζεται από τον αποκλεισμό τους. Ο γκέι γάμος δίνει δικαίωμα σε κάτι παραπάνω από τον ιδιωτικό χώρο: είναι ένα δικαίωμα να καταδιώξεις οποιονδήποτε απειλεί αυτή την ιδιοκτησία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το δικαίωμα να έχεις σεκιουριτάδες για να εξαλείφουν τις “απειλές” (πάντα φυλετικοποιημένες) ενάντια στην ιδιοκτησία και την ασφάλεια. Εφεξής εξιδανικευμένο σε διεθνές επίπεδο, το καλό γκέι υποκείμενο και τα δικαιώματά του στην ιδιοκτησία σερφάρουν πάνω σε ένα κύμα κερδοσκοπίας σε σχέση με τα ακίνητα, περιφράξεων, αποστέρησης, κλεισμένα σε έναν απροσπέλαστο χώρο και εξαρτώμενα από τον αποκλεισμό (ή και την κάθειρξη) των φυλετικοποιημένων εισβολέων.» (Floyd 2014)

 

Η ενθάρρυνση του να γίνει κανείς αξιοσέβαστος και κανονικός για να αποκτήσει πρόσβαση στα ετερόφυλα πλεονεκτήματα που αποδίδει το κράτος δημιουργεί τις συνθήκες για πολιτιστική απαλλοτρίωση των κοινωνικών και συναισθηματικών πρακτικών και των χώρων που οι γκέι και λεσβιακοί σχηματισμοί έχουν ιστορικά δημιουργήσει και επινοήσει, μεταξύ άλλων, και εξαιτίας της ιδιαίτερης θέσης τους στις κοινωνικές σχέσεις.

Οι πολιτικές για την «ισότητα των δικαιωμάτων», ως μια αφηρημένη και καθολική αξία, είναι τα ιδεολογικά και πολιτικά στοιχεία που εγγράφονται και περιπλέκονται μέσα στην ίδια τη διαδικασία της ηγεμονοποίησης του ιστορικού μπλοκ των νεοφιλελεύθερων κοινωνιών.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ετεροκανονιστικοί σχηματισμοί που είναι ιδεολογικά και πολιτικά ηγεμονικοί εργάζονται για να διατηρήσουν την ηγεμονία τους ενάντια στους κουήρ σχηματισμούς και ενάντια στις μη λευκές υποτελείς ομάδες. Αντίθετα, οι υποτελείς σχηματισμοί, κουήρ και/ή μη λευκοί, είναι απομονωμένοι και εξατομικευμένοι εξαιτίας των ίδιων των νεοφιλελεύθερων πολιτικών (Drucker 2011).

Έτσι, όπως σωστά το λέει ο Γκράμσι, οι υποτελείς ομάδες εργάζονται επίμονα για να κατασκευάσουν τη δική τους ηγεμονία γιατί είναι πάντοτε εντός της ηγεμονίας των κυρίαρχων. Οι διεκδικήσεις και οι πολιτικές δεν μπορούν παρά να είναι αποσπασματικές, μη δομημένες, κάποιες φορές αντιφατικές γιατί παίζουν τον ρόλο του στο εσωτερικό της ηγεμονίας στην οποία αντιτίθενται.[2] Όπως επίσης λέει ο Γκράμσι:

 

«Χωρίς αμφιβολία, στην ιστορική δραστηριότητα αυτών των ομάδων, υπάρχει μια τάση προς την ενοποίηση, έστω και σε προσωρινά επίπεδα, όμως αυτή η τάση συνεχώς διακόπτεται από την πρωτοβουλία των κυρίαρχων ομάδων και δεν μπορεί να καταδειχτεί παρά μόνο μετά την επίτευξη του ιστορικού κύκλου εάν αυτός δεν καταλήξει σε επιτυχία. Οι υποτελείς τάξεις υφίστανται διαρκώς την πρωτοβουλία των κυρίαρχων ομάδων ακόμα και όταν εξεγείρονται και ξεσηκώνονται: Μόνο η “μόνιμη” νίκη διαρρηγνύει, και όχι αμέσως, την υποταγή.» (Q 25 §2, 2283)

 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για τον Γκράμσι ο αγώνας για την ηγεμονία συνιστά πάντα μια ασταθή ισορροπία σχέσεων ισχύος. Οι υποτελείς ομάδες που αγωνίζονται για να γίνουν ηγεμονικές απαντούν στην ηγεμονία των κυρίαρχων ομάδων μέσω της κατασκευής της προσίδιας αυτονομίας τους. Από εκεί προκύπτει η ιδέα να παραχθεί μια στρατηγική που να ξεκινά από τα ιστορικά συμφέροντα, τις ανάγκες και τις υποτελείς πρακτικές που ήδη υπάρχουν.

Αυτή η γκραμσιανή ιδέα, σύμφωνα με την οποία μια ηγεμονική στρατηγική των υποτελών πρέπει να θεμελιώνεται πάνω σε μια προσπάθεια να επανεπεξεργαστούμε τις υποτελείς κουλτούρες είναι ως εάν να αναμένει την αλτουσεριανή ιδέα ενός κομμουνισμού που θα είναι ήδη εδώ στα διάκενα του καπιταλισμού. Εάν στον Γκράμσι η μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία πρέπει να κατασκευαστεί ξεκινώντας από την κατακερματισμένη ιστορία των υποτελών τους οποίους πρέπει να αναγνωρίσουμε αλλά επίσης και να καθοδηγήσουμε προς μια πιο συνεκτική πολιτική συνείδηση, στον Αλτουσέρ ο κομμουνισμός είναι μια τάση που υπάρχει ήδη με συγκεκριμένο τρόπο στα διάκενα της καπιταλιστικής κοινωνίας» και ιδιαίτερα στους (Althusser 1998: 285).

Όπως σημειώνει στην ίδια προοπτική ο φιλόσοφος Παναγιώτης Σωτήρης σε σχέση με την τωρινή κατάσταση των αγώνων για τη χειραφέτηση:

 

«Η ιδέα μιας στρατηγικής για τη συγκρότηση ενός νέου “ιστορικού μπλοκ” σημαίνει ότι μπορούμε να επεξεργαστούμε ένα εναλλακτικό μοντέλο παραγωγής, σε μια κατεύθυνση που δεν θα είναι ούτε εμπορευματική ούτε καθοδηγούμενη από το κέρδος. Αυτό απαιτεί κατά κάποιον τρόπο να ξεκινήσουμε από τα “ίχνη του κομμουνισμού” στα τωρινά κινήματα και στις κοινωνικές αντιστάσεις ενάντια στη βία του κεφαλαίου και τις αγορές». (Sotiris 2014)

 

Το να ξαναβρούμε αυτά τα «ίχνη του κομμουνισμού» σημαίνει λοιπόν για τους κουήρ σχηματισμούς να επαναπολιτικοποιήσουν τη σεξουαλική συγκρουσιακότητα, τον αγώνα ενάντια στην ετεροκανονιστικότητα, στηριζόμενοι στην αξιοποίηση και τη χρησιμοποίηση των «κουήρ κοινών», των συναισθηματικών επιδράσεων και των μορφών αλληλεγγύης που ταυτόχρονα υπάρχουν στα διάκενα της καπιταλιστικής κοινωνίας αλλά και που συγκροτούνται επίσης ως η εξωτερικότητα στη λογική της. Η πολιτικοποίηση του σεξουαλικού ανταγωνισμού θα λειτουργούσε ενάντια στο ιστορικό μπλοκ του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και θα συγκροτούσε μια αυθεντική χειραφετική στρατηγική προοπτική.

Με αυτή την έννοια, μια κουήρ αντικαπιταλιστική πολιτική, που θα εργαζόταν για τη συγκρότηση ενός νέου ιστορικού μπλοκ,[3] θα έπρεπε να επικεντρωθεί στην αξιοποίηση των κοινών εμπειριών, στις συναισθηματικότητες και στην παρουσία των υποτελών σεξουαλικοτήτων στον δημόσιο χώρο, επανοικειοποιούμενη τους δρόμους, τους χώρους όπου οι άνθρωποι αναζητούν συντρόφους, αλλά επίσης και τους αυτοδιαχειριζόμενους πολιτικούς χώρους, αποσπώντας τους από την ετεροσεξουαλικότητα. Δεν πρόκειται απλώς για τη διεκδίκηση μεγαλύτερης ορατότητας, αλλά και για τη διαμόρφωση σημείων στήριξης απέναντι στις στρατηγικές της νεοφιλελεύθερης ιδιωτικοποίησης, που σημαίνει επίσης και συντονισμό για παράδειγμα με τους αγώνες των μεταναστών κατά του δομικού ρατσισμού του κράτους, ο οποίος στηρίζεται επίσης στην κερδοσκοπία των ακινήτων και στη δημιουργία χώρων φυλετικού απαρτχάιντ υποστηριζόμενων από την αστυνομική καταστολή. Εάν, για παράδειγμα, στη δεκαετία του 1970, το FHAR είχε με τρόπο διαυγή αναγνωρίσει στην αστυνομική καταστολή έναν από τους ηγεμονικούς μηχανισμούς ενάντια στους οποίους πολεμούσε και τους οποίους ήθελε να ανατρέψει,[4] οι σύγχρονες πολιτικές διεκδίκησης καταστολής της ομοφοβίας, τις οποίες αρθρώνουν οι ομοκανονιστικοί σχηματισμοί, εργάζονται στην αντίθετη κατεύθυνση, της ενίσχυσης των κρατικών μηχανισμών. Οι διεκδικήσεις για τον γάμο και την τεκνοθεσία ενισχύουν επίσης τις δυναμικές της ιδιωτικοποίησης των χώρων και των συναισθημάτων, βοηθώντας έτσι την ενίσχυση του ιστορικού μπλοκ που χρησιμοποιεί τις ίδιες πολιτικές της ιδιωτικοποίησης της περικύκλωσης και του εγκλεισμού των μη λευκών πληθυσμών.

Με ανάλογο τρόπο, το επιχείρημα που συχνά επικαλούνται για τη χρησιμότητα του «εξισωτικού» γάμου ως στρατηγικής (αντίστασης;) για την κανονικοποίηση των μη λευκών γκέι ή λεσβιών υποκειμένων δύσκολα μπορεί να σταθεί απέναντι στην κριτική ότι τίθεται ουσιαστικά διαμέσου μιας ιεραρχίας ανάμεσα σε υποκείμενα «άξια» να έχουν πρόσβαση στην αναγνώριση από το κράτος και τα άλλα.

Αυτό εγγράφεται σε μια λογική «επιλεγμένης» μετανάστευσης και κάνει πολύ πιο δύσκολο το καθήκον να στοχαστούμε πάνω στις πολιτικές που λαμβάνουν υπόψη τη μετανάστευση ως ένα συστημικό φαινόμενο που παράγεται από τις σχέσεις ισχύος του καπιταλισμού, από την άνιση και συνδυασμένη ανάπτυξη του σύγχρονου καπιταλισμού. Πίσω από αυτή τη δικαιολόγηση του «εξισωτικού» γάμου ως κάτι που πολεμάει τον «ρατσισμό» κρύβεται η πολιτική «κοιτάμε κατά περίπτωση» την οποία αγαπούν οι φιλελεύθεροι σχηματισμοί. Για μη λευκά υποκείμενα που είναι μη κανονιστικά σεξουαλικά αυτό αντιπροσωπεύει επίσης τη δημιουργία μιας ιεραρχίας ανάμεσα σε εκείνους και εκείνες που αναγνωρίζονται ως γκέι ή λεσβιακά υποκείμενα και τους άλλους που δεν θα ήθελαν ή δεν θα μπορούσαν να επιβεβαιωθούν πολιτικά σε σχέση με τη διχοτομία ετεροφυλόφιλος/ομοφυλόφιλος.[5]

Όπως υποστηρίζει ο Παναγιώτης Σωτήρης (2014), αυτό που έχουμε ανάγκη σήμερα είναι να βγούμε από την οπτική της απλής αντίστασης ως αντίδρασης για να πάμε στην κατεύθυνση στρατηγικών ηγεμονοποίησης διαμέσου της οικοδόμησης ενός άλλου ιστορικού μπλοκ, που να φέρνει έναν ανανεωμένο ριζοσπαστισμό. Αυτό το νέο ιστορικό μπλοκ θα είναι σε θέση να αρθρώσει μορφές ανταγωνισμού που θα επιτρέψουν τον πειραματισμό με νέες «υπερδομές» που ακόμα κι αν είναι «σύνθετες, αντιφατικές και παράφωνες», όπως μας θυμίζει ο Γκράμσι, μπορούν να διαμορφώσουν ένα «σύνολο», ένα νέο ιστορικό μπλοκ. Όμως αυτό το νέο μπλοκ δεν μπορεί να γίνει παρά διαλεκτικά μέσα από έναν αναγκαίο μετασχηματισμό του «συνόλου των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής». Όπως υπογραμμίζει ο Σωτήρης:

 

«Ο Λένιν και ο Γκράμσι, και οι δύο στοχάστηκαν ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια διαδικασία μετασχηματισμού χωρίς έναν τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό πειραματισμό τόσο πριν όσο και μετά την επανάσταση. Μόνο αυτός θα εγγυηθεί ότι μπορούμε ήδη στο πλαίσιο των αγώνων να έχουμε την εμπειρία της ανάδυσης νέων κοινωνικών μορφών και νέων τρόπων για να οργανώσουμε την παραγωγή και την κοινωνική ζωή.» (Sotiris 2014)

 

Επομένως, πρέπει πάνω σε αυτές τις βάσεις να στοχαστούμε, με αφετηρία τις ανάγκες μας και τις εμπειρίες μας, για την παραγωγή μιας νέας συνείδησης, ικανής να αντισταθεί στην ιδεολογία του νεοφιλελεύθερου ρεαλισμού. Ικανής επίσης να προτείνει έναν δρόμο προς την αποσάθρωση αυτού του αισθήματος πολιτικής αδυναμίας, αυτού του ηδονιστικού κυνισμού για να ανοίξουμε ορίζοντες πέρα από την ετεροφυλοφιλία.

Μια τέτοια επαναστατική διαδικασία είναι την ίδια στιγμή και μια διαδικασία που διαμορφώνει γνώση. Είναι μια γνώση συσσωρευμένη από τα άτομα μέσα από τα κοινωνικά κινήματα, τις εμπειρίες των αγώνων, των στρατευμένων δράσεων, της οργάνωσης, της συλλογικής και στρατευμένης παραγωγής της ίδιας αυτής της γνώσης. Το πλαίσιο αυτών των αγώνων, αυτών των δράσεων, αυτής της στράτευσης είναι το πλαίσιο εντός του οποίου μαθαίνουμε να κάνουμε πράγματα. Να δημιουργούμε αλληλέγγυες πρακτικές εκεί όπου κάνουμε συναντήσεις, όπου χτίζουμε φιλίες, όπου παράγουμε αμοιβαιότητα κι αλληλοβοήθεια, όπου οι μορφές του εφευρετικού έρωτα μπορούν να αναδυθούν, όπου ήδη πειραματιζόμαστε, ακόμα και αποσπασματικά και σε θραύσματα, με τις «νέες μορφές σχέσεων». Είναι με αφετηρία αυτές τις πρακτικές που μπορούμε να επεξεργαστούμε τις αληθινές στρατηγικές χειραφέτησης, να κάνουμε αυτές τις πρακτικές φιλοσοφία, δηλαδή να αναγνωρίσουμε σε αυτές τις ίδιες τις πρακτικές μια δυνητικότητα επαναστατική εν τω γίγνεσθαι έτσι ώστε στον χώρο μιας δράσης, μιας σύσκεψης, μιας συνέλευσης ή ενός αυτόνομου μπλοκ να προσδώσουμε τη δύναμη και τη φαντασία για να καταστρέψουμε, ή τουλάχιστον να πλήξουμε, τον ετεφυλόφιλο/καπιταλιστικό ρεαλισμό.

 

μετάφραση: Παναγιώτης Σωτήρης

 

* Το κείμενο αποτέλεσε την παρουσίαση του γράφοντα στο συνέδριο Penser l’émancipation που έγινε στο Παρίσι 13-16 Σεπτεμβρίου 2017.

 

Βιβλιογραφία

 

Althusser, Louis, 1998, La Solitude de Machiavel, Παρίσι: PUF.

Drucker, Peter, 2011, «The fracturing of LGBT identities under neoliberal capitalism», στο Historical Materialism 19(4).

Duggan, Lisa, 2003, The Twilight of Equality? Neoliberalism, Cultural Politics, and the Attack on Democracy, Βοστόνη: Beacon Press.

Floyd, Kevin, 2013, La réifcation du désir. Vers un marxisme queer, Παρίσι: Éditions Amsterdam.

Floyd, Kevin, 2014, «Marxisme et théories queer : divergences et convergences. Entretien avec Kevin Floyd», Contretemps, 24.5.2014.

Harvey, David, 2010, Le nouvel impérialisme, Παρίσι: Les prairies ordinaires.

Khiari, Sadri, 2009, La contre-révolution coloniale en France : de De Gaulle à Sarkozy, Παρίσι: La Fabrique.

Rebucini, Gianfranco, 2012, «“ Mariage pour tous ” et émancipation sexuelle. Pour une autre stratégie politique», Contretemps, 3.12.2012.

Rebucini, Gianfranco, 2013 «Homonationalisme et impérialisme sexuel : politiques néolibérales de l'hégémonie», Raisons politiques 49.

Sedwick, Eve K., 1990, Epistemology of the Closet, Μπέρκλεϋ: University of California Press.

Sotiris, Panagiotis, 2014, «Gramsci et la stratégie de la gauche contemporaine : le “ bloc historique ” comme concept stratégique», Période, 29.9.2014.

Warner, Michal, 1991, «Introduction : Fear of a queer planet», Social Text 29.

 

 

 

 

 

 

[1] Σε ένα προηγούμενο άρθρο προσπάθησα επίσης να αναλύσω τις μορφές του ομοεθνικισμού και του σεξουαλικού ιμπεριαλισμού μαζί με την έννοια της συσσώρευσης μέσω αποστέρησης (Rebucini 2013).

[2] Στην ίδια προοπτική για τον Σάντρι Κιάρι (Khiari 2009) οι μη λευκοί εμποδίζονται να κάνουν τη δική τους πολιτική μέσα στο «λευκό πολιτικό πεδίο» μέχρι τη στιγμή όπου αποφασίζουν να οργανωθούν για να κατασκευάσουν και να παραγάγουν το δικό τους αυτόνομο πολιτικό πεδίο.

[3] Βλ. ως προς αυτό την παρουσίαση του Παναγιώτη Σωτήρη στο διεθνές συνέδριο της επιθεώρησης Historical Materialism στην οποία αναλύει το ιστορικό μπλοκ του Γκράμσι ως μια στρατηγική έννοια (Sotiris 2014).

[4] Έχω ήδη εξηγήσει αυτό το επιχείρημα σε ένα άρθρο στην επιθεώρηση Contretemps: Rebucini 2012.

[5] Η Ηβ Σέτζουικ υπενθυμίζει στο βιβλίο της Epistemology of the Closet πως αυτή η διχοτομία ομο/ετερο διαπερνά απ’ άκρη σ’ ακρη τη γνώση των δυτικών κοινωνιών και πως θα ήταν μάταιο να επιτεθούμε στην ετεροσεξουαλικοποίηση αυτών των κοινωνιών χωρίς να αφοσιωθούμε στην αντιμετώπιση μιας τέτοιας δομούσας διαίρεσης (Sedgwick 1990).

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
11/07/2018 - 16:44

Η κυβέρνηση με σαφέστατο δόγμα αποτροπής αφίξεων παρουσιάζεται ως δήθεν δυναμική υπερασπίστρια των προσφύγων και των μεταναστών.

ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ|
01/07/2018 - 20:00

Σήμερα πέθανε ο Θανάσης. Ο φίλος μας, ο σύντροφός μας. Στα 33 του, Κυριακή 1η Ιουλίου.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
11/06/2018 - 14:36

Στην περίπτωση του Κουφοντίνα ακολουθούνται απαράδεκτες μεθοδεύσεις φαλκίδευσης του νόμου από αυτούς που είναι εντολοδόχοι της διαφύλαξής του.

ΘΕΩΡΙΑ|
05/06/2018 - 11:44

Ο Αλτουσέρ επιχειρεί να τεκμηριώσει ότι η φιλοσοφία δεν είναι μια πρακτική που αφορά απλώς τους ακαδημαϊκούς φιλοσόφους αλλά όλους τους ανθρώπους.