Σκέψεις για το πραξικόπημα στη Χιλή και τη σχέση Αριστεράς και εξουσίας


 

Τραγωδία και μεγαλείο της Χιλιανής Αριστεράς

Όταν στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973 ο Σαλβαδόρ Αλιέντε κλεινόταν στο Προεδρικό Μέγαρο στο Σαντιάγο της Χιλής, επιλέγοντας να υπερασπιστεί μέχρι θανάτου το έργο και το όραμα της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας, εξέφραζε το μεγαλείο αλλά και την τραγωδία της Χιλιανής Αριστεράς.[1] 

Το μεγαλείο βρισκόταν στα τρία χρόνια της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας, στο ριζοσπαστικό πρόγραμμα των εθνικοποιήσεων, της αγροτικής μεταρρύθμισης και της μεγάλης αναδιανομής πλούτου προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, ένα πρόγραμμα που ξέφευγε από τα στενά όρια της αυξημένης κρατικής παρέμβασης και της ενίσχυσης του εκβιομηχάνισης και της υποκατάστασης εισαγωγών και έβαζε στοιχεία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Βρισκόταν, επίσης, στην ικανότητα να διαμορφωθεί μια πλατύτερη ενότητα της Αριστεράς –προς τα αριστερά– και στην κουλτούρα διαλόγου και κοινής δράσης που αναπτύχθηκε, καθώς και στην ισχυρή και πρωτοπόρα δράση της επαναστατικής αριστεράς. Βρισκόταν, τέλος, στη μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση, στην ενεργοποίηση και τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης, στα πρώτα – έστω και δειλά – βήματα προς τον εργατικό έλεγχο, στον πειραματισμό με μορφές λαϊκής εξουσίας που αναδύονταν μέσα από την ίδια την εμπειρία των αγώνων.

Η τραγωδία βρισκόταν στον τρόπο που μέσα σε όλη αυτή την τεράστια προσπάθεια, το βασικό θεσμικό πλαίσιο και η διάρθρωση των κρατικών μηχανισμών παρέμενε ανέπαφο. Ανέπαφοι έμειναν και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί και πάνω από όλα ο στρατός, που την κρίσιμη στιγμή θα πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Άλλωστε, ακόμη και την παραμονή του πραξικοπήματος δεν θα γίνουν αποφασιστικά βήματα προς τον εξοπλισμό του λαού, παρά τις αγωνιώδεις εκκλήσεις της Επαναστατικής Αριστεράς.[2] Αποδείχτηκε ότι το αστικό κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ποτέ ως ένα ουδέτερο εργαλείο, ως ένας ουδέτερος μηχανισμός που αποκτά ταξικό περιεχόμενο ανάλογα με το ποιος κατέχει την πολιτική εξουσία. Το πραξικόπημα δεν το έκανε ένας «εξωτερικός» προς το κράτος παράγοντας, αλλά ο στρατός, ένα τμήμα του σκληρού πυρήνα του.[3]

Η εμπιστοσύνη στις συνταγματικές εγγυήσεις και την μακρόχρονη κοινοβουλευτική παράδοση της Χιλής κατάρρευσε στις 11 Σεπτέμβρη 1973, όταν ο στρατός θα αναλάβει να λειτουργήσει σαν πραγματικό κόμμα της αστικής τάξης και θα πάρει στην εξουσία, οδηγώντας σε ένα άνευ προηγουμένου ματοκύλισμα με χιλιάδες πολιτικές δολοφονίες και «εξαφανίσεις». Οι εργατικές κατακτήσεις θα αναιρεθούν βίαια και η Χιλή θα γίνει το πρώτο κοινωνικό εργαστήρι της νεοφιλελεύθερης παράνοιας στην πιο άγρια εκδοχή της, καθώς τα αμερικανοσπουδαγμένα Chicago Boys, οι φοιτητές του Μίλτον Φρήντμαν, θα σπεύσουν στην πρώτη – θα ακολουθήσουν δυστυχώς πολλές άλλες – εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης «θεραπείας σοκ».[4]

 

Η Χιλή και η συζήτηση για το «δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό»

Όμως, το μεγαλείο και η τραγωδία της Χιλής συμπίπτει και με τη συζήτηση στην Ευρώπη για το «δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό». Μιλάμε για μια ιστορική συγκυρία όπου η επαναστατική δυναμική που είχαν φέρει στο προσκήνιο τα κινήματα του ’68 παρέμενε ενεργή, όπου η επίδραση της Αριστεράς στον «κοινό νου» είχε διευρυνθεί, όπου σε μια σειρά από σχηματισμούς, ιδίως στην Ιταλία και στη Γαλλία, το ερώτημα της εξουσίας, πιο σωστά το ερώτημα της Αριστεράς στην εξουσία έμπαινε με όρους περισσότερο πραγματικούς παρά ποτέ. Ωστόσο, ήταν ταυτόχρονα και μια περίοδος όπου αυτή η συζήτηση ολοένα και περισσότερο άρχισε να διεξάγεται και με όρους δεξιάς μετατόπισης. Η ταλάντευση των μεγάλων κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης απέναντι στα κινήματα του ’68 και η εχθρότητα που επέδειξαν σε κρίσιμες στιγμές απέναντι στην αντικαπιταλιστική δυναμική των στόχων και των αιτημάτων τους ήταν χαρακτηριστική. Σε αυτό το φόντο η ανάδυση του «Ευρωκομμουνισμού»[5] δεν παρέπεμπε μόνο στην προσπάθεια ανανέωσης της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας και στην απομάκρυνση από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της σοβιετικής επιρροής. Αναδεικνυόταν επίσης και ως μια δεξιόστροφη εκδοχή απάντησης στην κρίση στρατηγικής του ευρωπαϊκού κομμουνισμού, μια στροφή προς την ενσωμάτωση του στόχου της εξουσίας σε μια όλο και περισσότερο κοινοβουλευτική εκδοχή, ολοκληρώνοντας μια διαδρομή που ξεκίνησε την επαύριον της Απελευθέρωσης όταν οι κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» φαλκίδευσαν τη κοινωνική και πολιτική δυναμική των Αντιστασιακών κινημάτων και επέτρεψαν την ανασυγκρότηση της αστικής εξουσίας.[6] 

Σε αυτή ακριβώς τη συγκυρία είχε σημασία πώς διαβαζόταν η τραγωδία της Χιλιανής Αριστεράς. Δεν διαβαζόταν ως πρόκληση για την ανανέωση της επαναστατικής στρατηγικής, ως πρόκληση να απαντηθεί τι σημαίνει επαναστατική κατάσταση, δυαδική εξουσία και θεσμοί της εργατικής εξουσίας και αντιηγεμονίας, ούτε ως ερώτημα για το πώς μπορεί να επέλθει αυτό που σχηματικά περιγράφεται στους κλασικούς του μαρξισμού «συντριβή του αστικού κράτους». Αντίθετα, διαβάστηκε ως ανάγκη ακόμη μεγαλύτερης προσήλωσης στο κοινοβουλευτικό δρόμο και στην αναζήτηση πολιτικών και κοινωνικών συμβιβασμών με την αστική τάξη. Κορυφαίο παράδειγμα αυτής της μετατόπισης η στάση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, του μεγαλύτερο κομμουνιστικού κόμματος της Δύσης. Ελάχιστες μέρες μετά το πραξικόπημα ο Ενρίκο Μπερλίνγκουερ πρωτοδιατυπώνει το στόχο του Ιστορικού Συμβιβασμού με την Χριστιανοδημοκρατία, με άμεση αναφορά στα γεγονότα της Χιλής ως βασική επιχειρηματολογία.[7] Και για να το κάνει απόλυτα σαφές δηλώνει ότι δεν μιλούν για αριστερή εναλλακτική λύση, αλλά για δημοκρατική εναλλακτική λύση.[8] Και όλα αυτά την ίδια στιγμή που στην Ιταλία ο μεγάλος κύκλος εργατικών και νεολαΐστικων σε όλη την περίοδο από το 1967-68 αντικειμενικά αναδείκνυε στοιχεία κρίσης της αστικής ηγεμονίας. Άνοιξε έτσι ο δρόμος για την ενεργή στήριξη από το ΙΚΚ όχι μόνο των πολιτικών λιτότητας και των πρώτων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αλλά και της αντιτρομοκρατικής υστερίας και της δημιουργίας ενός γενικευμένου αστυνομικού κράτους.[9] Την ίδια περίοδο στη Γαλλία το κάποτε πανίσχυρο μέσα στην Αριστερά Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα εμπλέκεται στις αλλεπάλληλες παλινωδίες σε σχέση με τη συνεργασία με τους σοσιαλιστές που θα οδηγήσει στην διαμόρφωση του περίφημου «Κοινού Προγράμματος», στην εγκατάλειψη εν συνεχεία της συνεργασίας, στην εκλογική αποτυχία του 1977 και τελικά στο θρίαμβο των Σοσιαλιστών το 1981 και την εκκίνηση μιας μακράς πορείας παρακμής του Γαλλικού Κομμουνισμού.[10] Στην Ελλάδα ας θυμηθούμε την ίδια περίοδο τη συνολικότερη υποχώρηση της Αριστεράς προς όφελος της υποτελούς συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ και την πλήρη ενσωμάτωση στη στρατηγική της Αλλαγής. Συνολικά, το αποτέλεσμα σε όλη την Ευρώπη θα είναι να υπονομευτούν οι ριζοσπαστικές δυναμικές του 1968 και μια ολόκληρη φόρτιση αμφισβήτησης του καπιταλισμού, να ενισχυθούν οι σοσιαλδημοκρατικές φωνές και τελικά να προλειανθεί το έδαφος για την αστική αντεπίθεση από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και το νεοφιλελευθερισμό. Και όλα αυτά παρότι αντικειμενικά ο συσχετισμός δύναμης για τα λαϊκά κινήματα στη δεκαετία του 1970 ήταν ευνοϊκός, με ευρύτερα σημάδια ριζοσπαστικοποίησης και της νεολαίας αλλά και του εργατικού κινήματος, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, αμφισβήτηση των μηχανισμών κοινωνικών αναπαραγωγής, δομική κρίση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ήττες του ιμπεριαλισμού, στοιχεία κρίσης ηγεμονίας και διάχυτη απήχηση της αναζήτησης μιας μη καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης. 

Έτσι η όλη προβληματική του «δημοκρατικού δρόμου» σε εκείνη την περίοδο ορίστηκε περισσότερο ως μια πορεία υποχώρησης και απομάκρυνσης από επαναστατική στρατηγική σε συγκυρία που και δυναμικές είχε και δυνατότητες. Ολοκλήρωνε μια σειρά μετατοπίσεις του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος, όπως ήταν η λογική του παραγωγισμού και της με κάθε τρόπο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η ταύτιση του κράτους με έναν ουδέτερο και θετικό μηχανισμό που απλώς δεν επιδεικνύει όλες τις δυνατότητες που έχει εξαιτίας του ασφυκτικού ελέγχου από τα μονοπώλια. Ήταν μετατοπίσεις τις οποίες, στην πραγματικότητα, μοιράζονταν με τη σοβιετική ορθοδοξία της εποχής. Η βούληση για ένα διαφορετικό δρόμο για το σοσιαλισμό, χωρίς την αυταρχική και εκμεταλλευτική μετάλλαξη του «υπαρκτού», μετασχηματίστηκε τελικά σε μια ασαφή φαντασίωση ενός «ομαλού» κοινοβουλευτικού δρόμου για το σοσιαλισμό και τελικά στην υποταγή στη σοσιαλδημοκρατία και την οριστική στρατηγική κρίση του κομμουνιστικού ρεφορμισμού.

Αρκεί να θυμηθούμε όλες εκείνες τις παραλλαγές διατυπώσεων για το πώς ο σοσιαλισμός θα έρθει μέσα από τη διεύρυνση της δημοκρατίας,[11] την αύξηση των κατακτήσεων του λαού, τη συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων, διατυπώσεις που αναπαράχθηκαν σε ουκ ολίγα συνέδρια κομμάτων, διακηρύξεις, άρθρα κ.λπ. από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 και μετά. Ας θυμηθούμε, επίσης, όλες εκείνες τις αναλύσεις για το πώς η διεύρυνση του κράτους και των θεσμών του το κάνει εργαλείο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, για το πώς δεν πρέπει να το ταυτίζουμε με τα μονοπώλια κ.λπ. Ας θυμηθούμε τέλος τον τρόπο που η αρχική εμμονή στην ανάγκη να υπάρχουν δημοκρατικές εγγυήσεις εντός του σοσιαλισμού ολοένα και περισσότερο μετατρεπόταν σε μια λογική ότι κατά βάση ο σοσιαλισμός θα ξεκινήσει με την κατάληψη της εκλογικής πλειοψηφίας από τη συνεργασία της Αριστεράς με άλλες προοδευτικές δυνάμεις.[12] 

Με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι η Αριστερά, εν μέσω μιας στρατηγικής κρίσης, έκανε τελικά μια ανάγνωση της εμπειρίας της Χιλής που δεν ανανέωσε το ερώτημα της επαναστατικής στρατηγικής αλλά εγκλωβίστηκε ακόμη περισσότερο σε μια στρατηγική ενσωμάτωσης, σοσιαλδημοκρατοποίησης και τελικά ήττας.

 

Η επικαιρότητα της συζήτησης σήμερα

Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι γιατί να ξαναγυρίσουμε σε αυτή τη συζήτηση; Ο λόγος είναι ότι ύστερα από μια μακρά περίοδο αστικής αντεπίθεσης και αντίστοιχα υποχώρησης και ήττας των λαϊκών κινημάτων σε όλο τον κόσμο, ο συσχετισμός δείχνει κάπως να αλλάζει. Ο ταξικός αντίπαλος εξακολουθεί να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων, όπως φαίνεται και από όλες τις προσπάθειας να απαντηθούν οι σημερινές υφεσιακές τάσεις με μια ακόμη μεγαλύτερη «φυγή προς τα εμπρός» και ακόμη μεγαλύτερο βάθεμα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, ωστόσο σίγουρα δεν βρισκόμαστε πια στα «πέτρινα χρόνια» της περιόδου μετά το 1989 όταν ο καπιταλισμός και ο νεοφιλελευθερισμός παρουσιάζονταν ως αναπόδραστοι μονόδρομοι και ο κύριος όγκος του πολιτικού δυναμικού που αναφερόταν στην Αριστερά επέλεγε δρόμους ιδιώτευσης ή ενσωμάτωσης, την ίδια στιγμή που η εργατική τάξη δεχόταν το ένα χτύπημα μετά το άλλο. Βρισκόμαστε σε μια συγκυρία όπου αλλεπάλληλα κινήματα και των εργαζομένων και της νεολαίας έχουν δείξει τη μαζική επιστροφή του κοινωνικού διεκδικητισμού, όπου η λογική της αμφισβήτησης του καπιταλισμού επανακάμπτει και έχει ιδιαίτερη απήχηση, ειδικά σε κομμάτια νεολαίας, όπου η ικανότητα του νεοφιλελευθερισμού να παρουσιάζεται ως ένα ηγεμονικό πρόταγμα υπονομεύεται και περιορίζεται ριζικά και όπου πραγματικά ρήγματα ανοίγονται, όπου έστω και άνισα και αντιφατικά η κοινωνική δυσαρέσκεια και η απονομιμοποίηση της κυρίαρχης πολιτικής παίρνουν και αριστερόστροφη κατεύθυνση. Σε αυτή τη συγκυρία είναι σαφές ότι το θέμα της ανασύνθεσης της Αριστεράς ως εκείνης της κοινωνικής και πολιτικής δύναμης που μπορεί να αμφισβητήσει τον καπιταλισμό και να θέσει ξανά το ζήτημα της εξουσίας τίθεται με όρους που δεν είναι μόνο ακαδημαϊκοί ή θεωρητικοί. Και σε αυτό το πλαίσιο σίγουρα η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά σίγουρα επίσης επιτρέπει συμπεράσματα, μπορεί να δείξει κρίσιμα σημεία ή κόμβους πάνω στους οποίους πρέπει να σταθούμε.

Προφανώς και το γεγονός ότι πρέπει να ανοίξουμε ξανά τη συζήτηση για το ερώτημα Αριστερά και εξουσία δεν σημαίνει ότι έχουμε και μια έτοιμη απάντηση στα ερώτημα. Αντίθετα, οφείλουμε να έχουμε υπόψη μιας ότι εξακολουθούμε να είμαστε ενός των ορίων μιας συγκυρίας κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος και άρα αναζήτησης μιας επαναστατικής στρατηγικής. Και είναι σαφές ότι η διαδικασία ανασύνθεσης της επαναστατικής στρατηγικής απαιτεί πολύ μεγαλύτερους κοινωνικούς και πολιτικούς όρους, απαιτεί έναν μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό πειραματισμό και σίγουρα δεν είναι υπόθεση εγκεφαλικών συλλήψεων. Δεν μπορεί, όμως, αυτό να μας οδηγήσει σε έναν αγνωστικισμό, που συνήθως οδηγεί στην αναπαραγωγή προηγούμενων λαθών. Ούτε μπορούμε να πούμε ότι μπορούμε να παρακάμψουμε πλήρως το ερώτημα, υποστηρίζοντας ότι σήμερα το μόνο που απαιτείται είναι η αντίσταση στην επίθεση και τίποτε άλλο. Κάτι τέτοιο θα παράβλεπε ότι μέσα στην ιστορία του εργατικού και του επαναστατικού κινήματος και της Αριστεράς σε όλες τις παραλλαγές πάντα υπήρχε μια ορισμένη διαλεκτική ανάμεσα στην άμεση κοινωνική διεκδίκηση και την πάλη ή τον οραματισμό για μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση. Είναι σύμπτωμα της στρατηγικής κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος να μην μπορούμε να συναρθρώσουμε αυτά τα δύο στοιχεία. Και αποτελεί πρόκληση να ξεπεραστεί, ακριβώς γιατί σήμερα ο σκληρός πυρήνας της αστικής ιδεολογικής ηγεμονίας δεν είναι κάποιου τύπου θετική παρουσίαση του καπιταλισμού ως οράματος συλλογικής ευημερίας αλλά πολύ περισσότερο η κυνική επιμονή ότι δεν υπάρχει καμιά εναλλακτική λύση. Η ανασυγκρότηση αυτή της βασικής θέσης ότι μπορεί να υπάρξει εναλλακτική και ανταγωνιστική προς τον καπιταλισμό μορφή κοινωνικής οργάνωσης αποτελεί σήμερα ακρογωνιαίο λίθο οποιασδήποτε προσπάθειας για την επαναθεμελίωσης της αριστερής στρατηγικής.

 

Η ανάγκη να προχωρήσουμε περισσότερο

Και εδώ πρέπει να πούμε ότι σε μεγάλο μέρος της σημερινής συζήτηση για την Αριστερά μπορεί κανείς να διαπιστώσει μια εντυπωσιακή ένδεια ως προς τον τρόπο που τίθενται αυτά τα ερωτήματα, ακόμη και σε εκείνους τους χώρους της Αριστεράς που οριοθετούνται αριστερότερα της σοσιαλδημοκρατίας, όπως είναι για παράδειγμα τα κόμματα που βρίσκονται στα όρια του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Το μόνο που βλέπει κανείς είναι γενικόλογες διακηρύξεις για την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, την αλληλεγγύη τη δικαιοσύνη, την «άλλη» Ευρώπη, την ανάγκη των αγώνων. Ακόμη και στις πιο προχωρημένες εκδοχές αυτού του ρεύματος, αυτό που τίθεται είναι ένα γενικό αίτημα μιας «εναλλακτικής πολιτικής λύσης», συχνά αρθρωμένου γύρω από το αίτημα μιας αντινεοφιλελεύθερης κυβερνητικής διαχείρισης ή/και μιας «κυβέρνησης της Αριστεράς». Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι τον τελευταίο χρόνο η λογική της «κυβέρνησης με κέντρο την Αριστερά»[13] (σε αντιδιαστολή με την προηγούμενη θέση περί «προοδευτικής κυβέρνησης με συμμετοχή της Αριστεράς»)[14] παρουσιάζεται μόνο ως περίπου μια στρατηγική τομή.

Μόνο που σε αυτή την τομή δείχνει να απουσιάζει το περιεχόμενο… Και με αυτό εννοούμε ότι ακόμη και στις χειρότερες και δεξιότερες εκδοχές του Ευρωκομμουνισμού υπήρχε πάντα η υπενθύμιση μιας ορισμένης σχέσης, διαδικασίας, διαλεκτικής ανάμεσα στο αίτημα της δημοκρατικής κυβέρνησης, τη συμμετοχή της Αριστεράς στην κυβερνητική διαχείριση και το ζήτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού. Όποια κριτική μπορεί κανείς να ασκήσει σε αυτή τη μηχανιστική λογική σταδίων ή στην εμφανώς αντιφατικά (και εν πολλοίς αλυσιτελή) προσπάθεια να τεκμηριωθεί μια σχέση ανάμεσα στην Εθνική Αντιδικτατορική Δημοκρατική Ενότητα (ΕΑΔΕ) ως στρατηγική του ΚΚΕ εσωτερικού, το δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό και τον επαναστατικό μετασχηματισμό,[15] εντούτοις έχει σημασία ότι ακόμη και έτσι το ζήτημα μιας αναφοράς στον κοινωνικό μετασχηματισμό έμπαινε σαφώς. Σήμερα, αντίθετα, η κυβέρνηση της Αριστεράς τίθεται ως ένας αυτοσκοπός, ως το απόλυτο όριο της Αριστερής στρατηγικής, ως αυτό που εκφράζει όχι μόνο τα άμεσα αλλά και τα στρατηγική συμφέροντα του λαϊκού κινήματος.

Μόνο που αυτό σημαίνει και μια ριζική αποπτώχευση τελικά του στρατηγικού περιεχόμενου της Αριστεράς. Εάν σήμερα περιορίσουμε το στρατηγικό ορίζοντα της Αριστεράς απλώς και μόνο στη διεκδίκηση μεγαλύτερης κοινωνικής δικαιοσύνης, χρηστότερης διαχείρισης του κράτους, καλύτερης λειτουργίας των δημόσιων οργανισμών, μεγαλύτερου οικονομικού ρόλου του δημοσίου, τότε σημαίνει ότι αυτοπεριορίζουμε αυτό το στρατηγικό ορίζοντα στη διεκδίκηση ενός καλύτερου καπιταλισμού και αυτό είναι, αντικειμενικά, πολύ πίσω από το αίτημα και την ιστορική δυνατότητα της υπέρβασης, της ανατροπής του καπιταλισμού. Το πολιτικό, ιδεολογικό και κινηματικό φορτίο της σύγκρουσης και αμφισβήτησης των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης δεν μπορεί να χωρέσει μόνο στην αντιπαράθεση ανάμεσα σε «δημόσιο και ιδιωτικό» και την υπεράσπιση της δημόσιας σφαίρας,[16] ούτε μπορεί να περιοριστεί στην προτροπή για μεγαλύτερη αναδιανομή εισοδήματος. Όχι γιατί δεν είναι άμεσα και επιτακτικά αιτήματα αγώνα για τα οποία οφείλουμε όλοι να συστρατευτούμε, αλλά γιατί δεν αντιστοιχούν στην πραγματική ιστορικότητα της Αριστεράς ως του δυνητικού «πραγματικού κινήματος που αμφισβητεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων».

 

Τα όρια του αντινεοφιλελευθερισμού

Ο πυρήνας αυτής της στρατηγικής μετατόπισης βρίσκεται σε ένα συνδυασμό εντονότατων επιβιώσεων από το παρελθόν του αριστερού ρεφορμισμού (κυρίως σχέση με την αντιμετώπιση του κράτους ως ουδέτερου εργαλείου και των παραγωγικών δυνάμεων ως θετικών και προοδευτικών) με μια εσφαλμένη ταύτιση νεοφιλελευθερισμού και καπιταλισμού, πιο σωστά αντινεοφιλελευθερισμού και αντικαπιταλισμού, που κάνουν αρκετές τάσεις της Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένων και τάσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς. 
Και εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Είναι ένα ζήτημα να πει κανείς ότι σήμερα το άμεσο ζήτημα, ο άμεσος στόχος για το λαϊκό κίνημα είναι να ανατραπεί ο πυρήνας του νεοφιλελευθερισμού και ένα άλλο ζήτημα να υποστηρίξει κανείς ότι κάθε αντινεοφιλελεύθερο αίτημα είναι και αυτόματα αντικαπιταλιστικό ή ότι σήμερα η διεκδίκηση αναδιανομής εισοδήματος και διατήρησης του δημόσιου χαρακτήρα των κοινωνικών αγαθών εξαντλεί την αριστερή στρατηγική.

Ο λόγος είναι ότι σε αυτή την κατεύθυνση ελλοχεύουν μια σειρά από πολιτικά και αναλυτικά λάθη. Πρώτον, ταυτίζοντας νεοφιλελευθερισμό και καπιταλισμό συσκοτίζεται όλο το ερώτημα της ανασύνθεσης μιας αντικαπιταλιστικής στρατηγικής, αφού ακόμη και παραλλαγές μιας προηγούμενης καπιταλιστικής διαχείρισης παρουσιάζονται ως περίπου επαναστατικές. Δεύτερον, κατεβαίνει ο πήχης σε σχέση με τις πολιτικές συμμαχίες, ιδίως με κομμάτια της σοσιαλδημοκρατίας, εφόσον η απλή αντίθεση στο νεοφιλελευθερισμό ταυτίζεται με τη ρήξη με τον καπιταλισμό. Τρίτον, δημιουργούνται πραγματικές αυταπάτες σε σχέση με τη δυναμική μιας αντινεοφιλελεύθερης κυβέρνησης ή της κυβέρνησης ενός αντινεοφιλελεύθερου μετώπου, στο βαθμό που θεωρείται ότι η εκφορά ενός μίνιμουμ πλαισίου αρκεί για την εκκίνηση μιας διαδικασίας μετασχηματισμού.

Παράλληλα, σε όλη αυτή τη λογική αναπτύσσονται και αυταπάτες και λανθασμένες αντιλήψεις σε σχέση με το τι είναι και η οικονομία και το κράτος.

Ως προς την οικονομία βασική απόκλιση στο σημερινό λόγο της αντινεοφιλελεύθερης αριστεράς είναι η αντίληψη ότι πλάι στο ληστρικό, αντιπαραγωγικό «καπιταλισμό-καζίνο» το όραμά μας μπορεί να είναι ένας καλός καπιταλισμός της παραγωγικής ανάπτυξης της ορθολογικής διαχείρισης του πλούτου, της έμφασης στις επενδύσεις, της «Ελλάδας που παράγει». Μια τέτοια θεώρηση παραβλέπει ότι ο πυρήνας του καπιταλισμού είναι οι εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις και ότι «παραγωγικές» και «αντιπαραγωγικές» κερδοσκοπικές δραστηριότητες εν τέλει αποτελούν δύο πλευρές της ίδιας διαδικασίας κοινωνικής αναπαραγωγής. Αλλά ακόμη και εάν φύγουμε από αυτό το περισσότερο αφηρημένο επίπεδο, οφείλουμε να θυμηθούμε ότι ακόμη και όταν αρθρώθηκε μια διαφορετική εκδοχή αστικής διαχείρισης, με αναδιανομή εισοδήματος ή αναγνώριση κοινωνικών κατακτήσεων, αυτό έγινε ακριβώς επειδή υπήρχε η απειλή του εργατικού κινήματος και η απειλή μιας Αριστεράς που έθετε το αίτημα μιας συνολικής αμφισβήτησης του καπιταλισμού, έστω και στην στρεβλή εκδοχή του «υπαρκτού». Δεν θα είναι η επίκληση ενός «καλύτερου» καπιταλισμού αλλά η συνολική αμφισβήτηση της αστικής ηγεμονίας που μπορεί να ανοίξει το δρόμο για μείζονες αναδιπλώσεις από τη μεριά των αστικών επιτελείων.[17]

Αυταπάτες, όμως, αναπαράγονται και σε σχέση με το ρόλο του κράτους. Όλο το ιστορικό οπλοστάσιο της ρεφορμιστικής Αριστεράς σε σχέση με το κράτος ως εργαλείο προόδου και ανάπτυξης παραμένουν ενεργές, παραβλέποντας ακριβώς ότι το κράτος κάθε άλλο παρά ουδέτερο εργαλείο είναι. Αντίθετα, μέσα στη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών αποτυπώνεται, συμπυκνώνεται η ίδια η υλικότητα των αστικών στρατηγικών. Άλλωστε, ουδέποτε ο νεοφιλελευθερισμός σήμαινε «λιγότερο κράτος»· σήμαινε τροποποίηση της λειτουργίας του κράτους. Η εμπειρία της παρουσίας της Αριστεράς στην κυβέρνηση τις τελευταίες τρεις δεκαετίες αποδεικνύει ακριβώς πώς και όταν η Αριστερά παίρνει την κυβερνητική εξουσία, τελικά αντί να ηγεμονεύσει ηγεμονεύεται από την κυρίαρχη στρατηγική όπως αυτή αρθρώνεται και ως κρατική στρατηγική. Από το ΠΑΣΟΚ και τους Γάλλους Σοσιαλιστές στις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέχρι τη γαλλική «πληθυντική Αριστερά» στη δεκαετία του 1990 –που άνοιξε το δρόμο και για την οριστική απομείωση του Γαλλικού ΚΚ – και την τελευταία κυβέρνηση Πρόντι η εμπειρία δείχνει ότι όποιες και εάν ήταν οι αρχικές προθέσεις, τελικά η κυβερνητική διαχείριση σημαίνει ότι η Αριστερά αναλαμβάνει να υλοποιήσει όχι το πρόγραμμά της, αλλά την εκδοχή αστικής στρατηγικής που είναι ηγεμονική μέσα στη συγκυρία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ιταλική Κομμουνιστική Επανίδρυση, ενώ διεκδίκησε την «εκπροσώπηση των κινημάτων» μέσα στην κυβέρνηση, βρέθηκε να διαχειρίζεται μια άγρια εκδοχή νεοφιλελευθερισμού και τη συμμετοχή της Ιταλίας στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.[18] Και ας μην βιαστεί κανείς να πει ότι σε όλες τις περιπτώσεις «φταίνε οι Σοσιαλδημοκράτες» γιατί αποτελεί έναν υπερβολική εύκολο εντοπισμό ενόχου· φταίει η αυταπάτη ότι κάποιος μπορεί να διαχειριστεί το κράτος κατά το δοκούν…

Είναι επίσης χαρακτηριστικό το πώς όλες αυτές οι αυταπάτες αποτυπώνονται και σε μια άλλη βασική απόκλιση του αριστερού κυβερνητισμού που είναι ο αριστερός ευρωπαϊσμός.[19] Όταν μέρα τη μέρα αποδεικνύεται όλο και περισσότερο το πώς η διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης αποτέλεσε βασικό μοχλό για την εμπέδωση του υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού και την αναίρεση κατακτήσεων, όταν το «όχι στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση» – ανεξάρτητα από τα αναλυτικά προβλήματα που έχει η έννοια της «παγκοσμιοποίησης» – συμπύκνωσε τα προηγούμενα χρόνια την αντίθεση ριζοσπαστικοποιημένων τμημάτων στον καπιταλισμό, όταν το Ευρωσύνταγμα και η Ευρωσυνθήκη αποδεικνύουν το πραγματικό πρόσωπο της ΕΕ, όταν η εκποίηση της Ολυμπιακής μεθοδεύεται μέσω «αποφάσεων» της ΕΕ, την ίδια στιγμή, με καταναγκαστικό σχεδόν τρόπο, βλέπουμε τους εκπροσώπους του Αριστερού κυβερνητισμού να είναι οι πιο ένθερμοι προπαγανδιστές του ευρωπαϊσμού.

Με αυτή την έννοια είναι επιτακτικό να ξαναμπούν στο τραπέζι κρίσιμες οριοθετήσεις για να ανοίξει με πραγματικούς όρους και όχι ως αναπαραγωγή ήδη δοκιμασμένων λαθών η συζήτηση για την Αριστερή στρατηγική. Ακόμη και εάν σήμερα οι άμεσοι στόχοι είναι η αναδιανομή εισοδήματος, η πλήρης απασχόληση, η υπεράσπιση των δημόσιων επιχειρήσεων, δεν μπορούμε παρά να υπογραμμίσουμε ότι ο πυρήνας μιας αντικαπιταλιστικής στρατηγικής που βρίσκεται αλλού. Στο ριζικό μετασχηματισμό της παραγωγικής βάσης, τον κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, την αμφισβήτηση του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας. Στην επαναστατικοποίηση των ιδεολογικών μηχανισμών και συνολικά των μηχανισμών κοινωνικής αναπαραγωγής. Στην πραγματική αναμέτρηση με το ερώτημα της συντριβής του αστικού κράτους και ιδίως των κατασταλτικών μηχανισμών. Στην ολόπλευρη ρήξη με τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς. Στον πειραματισμό με νέες μορφές δημοκρατίας που να υπερβαίνουν τον κοινοβουλευτισμό, την εξατομίκευση του ατόμου-πολίτη, τη λογική της ανάθεσης και να κάνουν πράξη την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Σημαίνουν τα παραπάνω ότι εγκαταλείπουμε τον προβληματισμό που συνόδευσε την εμφάνιση του αιτήματος για το «δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό»;[20] Όχι, εξακολουθούμε να προσυπογράφουμε την οροθέτηση του δικού μας επαναστατικού οράματος απέναντι στην πραγματικότητα του «υπαρκτού», εξακολουθούμε να αρνούμαστε την ταύτιση του σοσιαλισμού με τον αυταρχισμό και την καταστολή των εργατικών αγώνων, εξακολουθούμε να βλέπουμε τη σοσιαλιστική οικοδόμηση ως ξεδίπλωμα αγώνων και όχι ως «κοινωνική μηχανική». Μόνο που ταυτόχρονα βλέπουμε τα όρια της ταύτισης του δημοκρατικού δρόμου με τον ειρηνικό κοινοβουλευτικό δρόμο. Ο σύγχρονος «δημοκρατικός δρόμος για το σοσιαλισμό» δεν μπορεί να σημαίνει ούτε κοινοβουλευτικές αυταπάτες» ούτε «αριστερό κυβερνητισμό», αλλά την πιο πλατιά δημοκρατία στους κόλπους του λαού, τη συγκρότηση της λαϊκής συμμαχίας, το ξεδίπλωμα των αντιθέσεων, την αντίληψη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού ως κλιμάκωσης της ταξικής πάλης.

Υπάρχει βέβαια και η εύλογη αντίρρηση ότι ακόμη και αυτά αποτελούν μια συζήτηση για ένα μέλλον, που δυστυχώς ακόμη αργεί, και επομένως αυτό που προέχει είναι να παραμερίσουμε τυχόν τέτοιες διαφωνίες και να ριχτούμε στην άμεση πολιτική δράση. Φοβούμαστε πως μια τέτοια εκτίμηση παραβλέπει τα πραγματικά όρια συνέπειες που έχει η μετατόπιση της Αριστεράς σε μια λογική αριστερής κυβέρνησης και εναλλακτικής πολιτικής λύσης, πως υποτιμά τις συνέπειες που αυτές οι στρατηγικές μετατοπίσεις έχουν σήμερα στην άρθρωση της αριστερής πολιτικής.

Σήμερα οι απόψεις που υποστηρίζουν τη δυνατότητα μιας εναλλακτικής αριστερής διακυβέρνησης επιτείνουν αυταπάτες σε σχέση με τα όρια της κυβερνητικής διαχείρισης από τη μεριά της Αριστεράς. Κατατείνουν σε πρόωρες υποχωρήσεις και ενδοτικές γραμμές μέσα στα κινήματα στο όνομα της κοινοβουλευτικής ενίσχυσης που θα οδηγήσει σε λύσεις. Καταλήγουν σε μια ατέρμονη παραγωγή προτάσεων επί προτάσεων, στο όνομα της επίδειξης «εναλλακτικού κυβερνητικού λόγου», προτάσεις που είναι πιο πίσω και πιο δεξιά από τις θέσεις των ίδιων των κινημάτων. Προωθούν συμμαχίες και συμπράξεις με τμήματα των ανώτερων βαθμίδων του κρατικού μηχανισμού που κυρίως τη στρατηγική της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Ενσωματώνουν μια λογική στρογγυλέματος των αιχμών, έτσι ώστε να παρουσιάζεται η Αριστερά ως «υπεύθυνη» δύναμη. Πάνω από όλα, οδηγούν την Αριστερά, σε μια συγκυρία όπου το κομβικό στοιχείο είναι να υπάρξουν επιτέλους μαζικοί ανυποχώρητοι και νικηφόροι αγώνες και να υπάρξουν πραγματικά ρήγματα στην κυρίαρχη πολιτική που θα επιτρέψουν στις λαϊκές δυνάμεις να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους στη συλλογική δράση, στο να θεωρεί ότι το βασικό δεν είναι να υπάρχουν μαζικοί αγώνες, αλλά πρωτίστως να δοθεί η μάχη της ψήφου.

Απέναντι σε όλα αυτά δεν μπορούν παρά οι αφετηρίες να είναι ριζικά διαφορετικές. Επιμονή στην αντίληψη της Αριστεράς, μέσα στη συγκυρία, ως πρώτα και κύρια δύναμη της πιο μαχητικής κοινωνικής και πολιτικής αντιπολίτευσης, ως δύναμης σύγκρουσης με το σύστημα και όχι ως εναλλακτικής κυβερνητικής λύσης. Επιμονή στην αντικαπιταλιστική προοπτική και κατάδειξη ότι πραγματική διέξοδος για τους εργαζομένους βρίσκεται στην αναζήτηση μιας κοινωνικής οργάνωσης ριζικά ανταγωνιστικής προς τον καπιταλισμό. Επιμονή στη ρήξη με τον ιμπεριαλισμό και τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου ως αναγκαία συνθήκη οποιασδήποτε διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Επιμονή στον επαναστατικό δρόμο, επαναθεμελίωση της αναγκαιότητας αλλά και δυνατότητας ανατροπής του σημερινού κοινωνικού συστήματος. Εμπιστοσύνη στις μάζες, στην ικανότητά τους με τους δικούς τους αγώνες να αλλάζουν την πραγματικότητα, «να ανοίγουν τις μεγάλες λεωφόρους για να περάσει ο ελεύθερος άνθρωπος και να φτιάξει μια καλύτερη κοινωνία»[21] όπως έλεγε και ο Σαλβαντόρ Αλλιέντε στον τελευταίο διάγγελμά μέσα από το βομβαρδισμένο προεδρικό μέγαρο στο Σαντιάγο της Χιλής…

 

Μια πρώτη μορφή του κειμένου παρουσιάστηκε σε εκδήλωση που διοργάνωσε στις 19/9/2008 η Διεθνιστική Εργατική Αριστερά (ΔΕΑ) στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων. Εισηγητές στην ίδια εκδήλωση ήταν επίσης οι Παναγιώτης Λαφαζάνης και Αντώνης Νταβανέλος. Η γόνιμη συζήτηση που ακολούθησε βοήθησε ιδιαίτερα την ολοκλήρωση του κειμένου.

 

[1] Για την εμπειρία της Χιλής τα επιτεύγματα και τις αντιφάσεις της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας βλ. το συλλογικό τόμο Χιλή, η ταξική αναμέτρηση, Αθήνα, Βέργος, 1974. Βλ. επίσης Ε. Ρόμπλες, Η Χιλή του Αλλιέντε. Ένας νέος δρόμος για το σοσιαλισμό; Αθήνα, Ράππα, 1972.

[2] Για τη δράση της Χιλιανής επαναστατικής αριστεράς βλ. τη συλλογή κειμένων Η Αντίσταση στη Χιλή. Ντοκουμέντα του M.I.R., Αθήνα, Εξάντας, 1975.

[3] Για μια ανάλυση του πραξικοπήματος στη Χιλή, γραμμένη αμέσως μετά τα γεγονότα, βλ. Ralph Miliband «The Coup in Chile» (1973) στη συλλογή κειμένων Class Power and State Power, London, Verso 1983.

[4] Για τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που πρωτοεφαρμόστηκαν στη Χιλή βλ. την αναλυτική παρουσίαση σε Naomi Klein, The Shock Doctrine. The Rise of Disaster Capitalism, London, Penguin.

[5] Για μια ιστορική παρουσίαση της εξέλιξης του Ευρωκομμουνιστικού Ρεύματος βλ. Φ. Κλαουντίν, Ευρωκομμουνισμός και Σοσιαλισμός, Αθήνα, Μπουκουμάνης, 1978. Για μια υπεράσπιση των βασικών στρατηγικών του πλευρών βλ. Σ. Καρίλιο, Ευρωκομμουνισμός και Κράτος, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1977. Για μια κριτική βλ. Γ. Μηλιός και Δ. Ψαρράς, «Η θεωρία του Ευρωκομμουνισμού. Ανανέωση (ή) (και) συνέχεια», Αγώνας, τ. 11, 1980.

[6] Βλ. σχετικά Φ. Κλαουντίν, Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, Αθήνα, Γράμματα, 1981.

[7] Βλ. σχετικά Ε. Μπερλίνγκουερ, «Σκέψεις πάνω στην Ιταλία μετά τα γεγονότα της Χιλής», σε Ενρίκο Μπερλίνγκουερ, Ο Ιστορικός Συμβιβασμός, Αθήνα, Θεμέλιο, 1977.

[8] Όπ.π. σελ. 128.

[9] Για τη μετάλλαξη του ΙΚΚ βλ. Tobias Abse, «Judging the PCI», New Left Review, τ. 185, 1985.

[10] Για τις παλινωδίες, τα όρια και τη στρατηγική κρίση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στη δεκαετία του 1970 βλ. Louis Althusser, 22ème Congrés, Paris Maspero, 1977· του ιδίου Τι πρέπει να αλλάξει στο Κομμουνιστικό Κόμμα, Αθήνα, Αγώνας, 1978. Επίσης Olivier Duhamel και Henri Weber (επιμ.), Changer le PC? Débats sur le gallocommunisme, Paris, Presses Universitaires de France, 1979. Για το περιεχόμενο του Κοινού Προγράμματος βλ. «Για μια δημοκρατική διακυβέρνηση», Κοινό Πρόγραμμα των γάλλων σοσιαλιστών, κομμουνιστών και ριζοσπαστών της Αριστεράς, Αθήνα, Αρμός, 1972.

[11] «[Ο] σοσιαλισμός μπορεί να επικρατήσει, στις μέρες μας, μόνο μέσα από την ανάπτυξη και την πλήρη πραγμάτωση της δημοκρατία», Κοινή δήλωση του Ιταλικού και Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Κομμουνιστική θεωρία και πολιτική, τ. 5, 1975.

[12] Και δεν είναι τυχαίο ότι την αντίληψη της πλατιάς ενότητας κομμουνιστικών και σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων στον αγώνα για ειρήνη και δημοκρατία μπορούσαν να προσυπογράφουν και τα «ευρωκομμουνιστικά» δυτικά ΚΚ και τα φιλοσοβιετικά και τα κόμματα εξουσίας των λαϊκών δημοκρατιών. Βλ. σχετικά «Για την Ειρήνη, την ασφάλεια, τη συνεργασία και την κοινωνική πρόοδο στην Ευρώπη», Ντοκουμέντο που ψηφίστηκε από τη διάσκεψη των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων της Ευρώπης, Βερολίνο, 29-30/06/1976, σε Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τ. 7, 1976.

[13] «Να αγωνισθούμε για μια νέα κυβέρνηση ενός Μεγάλου Συνασπισμού με επίκεντρο τις δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς» Αλέκος Αλαβάνος, «Ομιλία στο 5ο Συνέδριο του Συνασπισμού», 7/02/2008 http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=8935.

[14] Στο 2ο Συνέδριο του ΣΥΝ ο στόχος που οριζόταν ρητά ήταν «η ριζική αλλαγή συσχετισμών, την πολύμορφη άνθηση της κοινωνικής πρωτοβουλίας και τη συγκρότηση ενός πλατιού προοδευτικού, κοινωνικού και πολιτικού συνασπισμού με προοπτική εξουσίας, ικανού να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη της λαϊκής πλειοψηφίας σε ένα πρόγραμμα προοδευτικού εκσυγχρονισμού της χώρας» Πολιτική απόφαση του 2ου Συνέδριο του Συνασπισμού http://www.syn.gr/downloads/apofasi2ou.pdf.

[15] Βλ. για παράδειγμα Λ. Κύρκος, «Η επαναστατική μεταβολή στην Ελλάδα», Κομμουνιστική θεωρία και πολιτική, τ. 2. 1975, του ιδίου «Εθνική Αντιδημοκρατική Δημοκρατική Ενότητα και Δημοκρατική Συνεργασία», Κομμουνιστική θεωρία και πολιτική, τ. 8, 1976, Κ. Φιλίνης, «Ο δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό και η ΕΑΔΕ. Ως συμπύκνωση αυτής της αντιφατικής σύλληψης της αριστερής στρατηγικής, που ωστόσο διατηρούσε σαφή την αναφορά στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό βλ. ΚΚΕ εσωτερικού, Για ένα ελληνικό δρόμο προς τη δημοκρατική αναγέννηση και το σοσιαλισμό, [πρόγραμμα που ψηφίστηκε στο 1ο (9ο-) Συνέδριο του ΚΚΕ εσωτερικού], 1976.

[16] Βλ. Για παράδειγμα την περιγραφή των βασικών στόχων μιας σύγχρονης αριστερής πολιτικής από τον Αλ. Τσίπρα: «α) [Σ]ε μια επιθετική πολιτική συνεχούς διεύρυνσης των δημοσίων αγαθών, απέναντι στην κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πολιτική που προσπαθεί συνεχώς να τα συρρικνώσει. β) [Σ]ε μια συνολική ανασύνταξη των θεσμικών και πολιτικών ορίων μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και της ιδιωτικής οικονομίας. γ) [Σ]ε ένα νέο θεσμικό καταστατικό χάρτη της χώρας, όπου θα ρυθμιστούν εκ νέου και στις νέες συνθήκες της καπιταλιστικής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οι σχέσεις κράτους και κεφαλαίου, οι σχέσεις πολιτικής εξουσίας και Μέσων Ενημέρωσης. Όπου θα επαναπροσδιοριστούν τα ατομικά δικαιώματα απέναντι στην καταστολή. Όπου θα κατοχυρωθούν τα κοινωνικά και ασφαλιστικά δικαιώματα απέναντι στην απορύθμιση του Κοινωνικού Κράτους.» Αλ. Τσίπρας, «Ομιλία στο 5ο Συνέδριο του Συνασπισμού»,http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=8951.

[17] Για μια ανάδειξη των αντιφάσεων μέρους της παραδοσιακής κριτικής της Αριστεράς στον «καπιταλισμό-καζίνο» και την υπερδιόγκωση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας βλ. M. Heinrich, “Χρηματική θεωρία της αξίας, χρήμα και πίστη», Θέσεις, τ. 82, 2003.

[18] Για τις αντιφάσεις του αριστερού κυβερνητισμού σε παλαιότερες και πρόσφατες παραλλαγές του βλ. Χ. Λάσκος, Ευκ. Τσακαλώτος και Χρ. Παπαδόπουλος, «Η Αριστερά και η Διακυβέρνηση». Εποχή, 25/11/2007.

[19] Βλ. για παράδειγμα τις κατευθύνσεις του Προγραμματικού Συνεδρίου του Συνασπισμού, 2003, http://www.syn.gr/downloads/program2003.pdf.

[20] Για την πιο προχωρημένη ίσως διατύπωση αυτού του στόχου βλ. Ν. Πουλαντζάς, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα, Θεμέλιο, 1984.

[21] Βλ. το κείμενο του τελευταίου διαγγέλματος του Αλλιέντε σε http://www.analitica.com/bitblio/sallende/ultimas.asp

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
02/08/2017 - 09:50

Ουδέποτε η διοίκηση του ΟΚΑΝΑ εξήγησε τους λόγους της παύσης ή ακολούθησε διαδικασίες διαφάνειας και αξιοκρατίας.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
20/07/2017 - 14:38

Εμείς δεν τσιμπάμε στο στημένο καυγά μνημονιακής «κεντροαριστεράς» και «κεντροδεξιάς»

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
18/07/2017 - 16:12

Το μήνυμα είναι σαφές: Οι φτωχοί και οι αγωνιζόμενοι «μέσα» - οι πλούσιοι, οι καταπιεστές και τα μαντρόσκυλά τους «έξω».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
12/07/2017 - 23:58

Μια νέα κοπέλα βρίσκεται στις φυλακές γιατί πίστεψε πως η αθωότητά της αρκεί.