ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς... (σημειώσεις για ένα εναλλακτικό παραγωγικό πρότυπο)

Τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς... (σημειώσεις για ένα εναλλακτικό παραγωγικό πρότυπο)


ήμερα στην Ελλάδα δεν βιώνουμε απλώς την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών. Ζούμε την κρίση ενός ολόκληρου «αναπτυξιακού παραδείγματος» που στηρίχτηκε στην πρόσδεση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, την επέκταση στα Βαλκάνια, τα υπερκοστολογημένα έργα, την επισφάλεια, τη διαμόρφωση «μεσαίων στρωμάτων» προσκολλημένων στον «εκσυγχρονισμό», το χαμηλό μισθολογικό κόστος και την υπερεκμετάλλευση της μεταναστευτικής εργασίας, την αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, την τροφοδότηση του καταναλωτικού ευδαιμονισμού από το φτηνό δανεισμό και τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές.

Η απάντηση των αστικών δυνάμεων είναι η συλλογική ενοχή («μαζί τα φάγαμε») και η τεράστια υποτίμηση της εργατικής δύναμης, για να γίνουμε χώρα φτηνού εργατικού δυναμικού προσανατολισμένη στις εξαγωγές, παραβλέποντας ότι ανάπτυξη μέσω εξαγωγών και χαμηλού κόστους εργασίας, σε περιβάλλον άρσης των προστατευτικών μηχανισμών, συνεπάγεται βίαιη επιδείνωση των όρων εργασίας, των κοινωνικών συνθηκών και του περιβάλλοντος.

Οι ορθές οριοθετήσεις, όπως είναι η παύση πληρωμών στο χρέος, η έξοδος από το ευρώ, η εθνικοποίηση των τραπεζών και η αναδιανομή εισοδήματος, δεν αρκούν. Απέναντι στην ιδεολογική τρομοκρατία ότι αυτά σημαίνουν καταστροφή, πρέπει να πούμε ότι «υπάρχει ζωή μετά το ευρώ» δίνοντας συγκεκριμένες απαντήσεις πάνω στο τι, πώς και από ποιους μπορεί να παράγεται και να καταναλώνεται σε αυτή τη χώρα.

Αφετηρίες για μια διαφορετική πορεία

Αφετηρία μας είναι ότι η ρήξη με τους μηχανισμούς διεθνοποίησης του κεφαλαίου και η άρνηση προτεραιότητας της καπιταλιστικής κερδοφορίας μπορεί να δώσει δυναμική αυτοδύναμης κοινωνικής ανάπτυξης. Αυτό δεν είναι απομονωτισμός, αλλά διαπίστωση ότι κάθε προσπάθεια ανάπτυξης μέσω διεθνούς ανταγωνιστικότητας θα συνεπάγεται εσωτερίκευση πιέσεων για μεγαλύτερη καπιταλιστική παραγωγικότητα, για αναδιαρθρώσεις στην οργάνωση εργασίας και για μονόπλευρο προσανατολισμό προς τους εξαγωγικούς κλάδους, με αποτέλεσμα την απαξίωση άλλων σημαντικών τομέων.

Η Ελλάδα διαθέτει ορυκτό πλούτο και σημαντικότατο παραγωγικό δυναμικό σε κλάδους όπως τα τρόφιμα, η κλωστοϋφαντουργία, η επεξεργασία υλικών με υψηλή προστιθέμενη αξία, η αμυντική βιομηχανία (με όλες τις δυνατότητες που έχει η μη στρατιωτική χρήση), η φαρμακοβιομηχανία, η χημική βιομηχανία, η ναυπηγική. Ακόμη και χωρίς τεράστιες επενδύσεις, η Ελλάδα μπορεί να καλύπτει μεγάλο μέρος των διατροφικών αναγκών της, των αναγκών σε ένδυση, των περισσότερων δομικών υλικών (είτε ως πλήρη παραγωγή είτε ως σημαντική επεξεργασία), των φαρμάκων και του υγειονομικού υλικού, έχει υποδομές για την παραγωγή οχημάτων δημόσιας χρήσης, σιδηροδρομικού υλικού, πλοίων όλων των κατηγοριών, επισκευής αεροσκαφών, διαθέτει σημαντικές παραγωγικές δυνατότητες και σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας. Η έμφαση στην αυτοδύναμη ανάπτυξη, ιδίως με νομισματική πολιτική που δεν θα αναπαράγει τον παραλογισμό του ευρώ, θα επιτρέψει και εξαγωγές, με έμφαση στην ποιότητα των προϊόντων, το άνοιγμα σε άλλες συναλλαγές εκτός των ορίων της ΕΕ και μια πολιτική διακρατικών συμφωνιών για την προμήθεια καυσίμων και μέρους των τροφίμων.

Ταυτόχρονα, η στροφή προς τη δημόσια ιδιοκτησία θα ανοίξει δρόμους μετασχηματισμού. Η υποχρεωτική ιδιωτικοποίηση και «απελευθέρωση» των υποδομών σήμαινε απλώς ένα μεγάλο πάρτι για τους «επενδυτές». Η δράση του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος αποτέλεσε βασικό παράγοντα της κρίσης. Η δημόσια ιδιοκτησία, ο κοινωνικός και εργατικός έλεγχος των τραπεζών και όλων των στρατηγικών επιχειρήσεων που αφορούν τις κοινωφελείς υποδομές είναι αποφασιστικό εργαλείο για την απασχόληση, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, τη μείωση του κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών, την προστασία του περιβάλλοντος, την απαλλαγή από τη υπερβολική χρήση του ΙΧ, την αντιμετώπιση προβλημάτων όπως οι διαρκείς αυξήσεις των τιμών ή η απομόνωση ολόκληρων περιοχών επειδή οι εφοπλιστές ή οι αεροπορικές εταιρείες δεν τις κρίνουν συμφέρουσες.

Η δημόσια ανάληψη των έργων υποδομής και η εθνικοποίηση του κατασκευαστικού κλάδου, που άνθισε απομυζώντας δημόσια δαπάνη, μπορεί να προσφέρει εξοπλισμό και εργατικό δυναμικό με τεράστια πείρα και γνώση για την κατασκευή αναγκαίων έργων. Η ανάγκη για διατροφική ποιότητα και επάρκεια απαιτεί διαφορετική αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή. Ένα σύγχρονο συνεταιριστικό κίνημα, με κατάλληλη δημόσια ενίσχυση, που θα διεκδικήσει το σπάσιμο των εμπορικών κυκλωμάτων και την άμεση πρόσβαση στον καταναλωτή, με έμφαση σε ποιοτικά αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, μπορεί να καλύψει σημαντικές ανάγκες, να ρίξει το κόστος για τον καταναλωτή και να βελτιώσει το αγροτικό εισόδημα χωρίς την καταφυγή στις Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις.

Κυρίαρχη κατεύθυνση πρέπει να είναι η αυτοδιαχείριση, η αυτοδιεύθυνση, ο κοινωνικός και εργατικός έλεγχος. Μέσα σε μια διαδικασία ρήξης πολλές επιχειρήσεις θα κλείσουν ή θα τις διεκδικήσουν οι εργαζόμενοι, ιδίως εάν αναλογιστούμε τα χρέη τους. Η ανάληψή τους, χωρίς αποζημίωση των ιδιοκτητών, από τους εργαζομένους τους θα ανοίξει νέες δυνατότητες για την παραγωγή χρήσιμων αγαθών, ιδίως εάν διαμορφώσουμε εναλλακτικά δίκτυα διανομής προϊόντων. Ένα κύμα αυτοδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων μαζί με την επέκταση ενός δημόσιου τομέα εθνικοποιημένων επιχειρήσεων με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο θα ανοίξει δρόμους συνολικότερης αμφισβήτησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων προς όφελος των κοινωνικών αναγκών.

Η αποκέντρωση οφείλει να είναι βασική πλευρά της διαδικασίας. Η μείωση των ενεργειακών αναγκών, η ισόρροπη προς το περιβάλλον ανάπτυξη, η υπεράσπιση τοπικών παραγωγικών δυνατοτήτων, η ανάπτυξη μη εμπορευματικών δικτύων διανομής απαιτούν νέα έμφαση στο τοπικό επίπεδο και εξασφάλιση της παραμονής των ανθρώπων στις περιοχές τους. Η αλλαγή του ενεργειακού προτύπου είναι επιτακτική ιδίως από τη στιγμή που θα πρέπει να περιορίζεται η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα. Πρωτίστως, χρειάζεται μείωση των ενεργειακών αναγκών, αποκέντρωση, προσπάθεια εξοικονόμησης ενέργειας, αποφυγή ενεργειοβόρων δραστηριοτήτων. Αυτά μόνο σε ένα ριζικά τροποποιημένο περιβάλλον κοινωνικής συμμετοχής και δημόσιας ιδιοκτησίας μπορούν να προχωρήσουν. Σε αυτό το πλαίσιο όντως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να αποτελέσουν πεδίο δημόσιας επένδυσης, αλλά με όρους δημοκρατικού σχεδιασμού, ομαλής κατανομής μέσα στο χώρο, σεβασμού στο περιβάλλον, συζήτησης και απόφασης των ίδιων των κατοίκων.

Όλα αυτά απαιτούν και μια νέου τύπου συμμαχία ανάμεσα στην εργασία και τα μικροαστικά στρώματα. Σήμερα η κυρίαρχη πολιτική ετοιμάζεται να συντρίψει σημαντικό μέρος των αυτοαπασχολούμενων και των μικρών επιχειρήσεων, ιδίως μέσα από παρατεταμένη ύφεση. Τα στρώματα αυτά μπορούν να αποτελέσουν κομμάτι ευρύτερης κοινωνικής συμμαχίας, υπό την προϋπόθεση ότι αποδέχονται στοιχεία μετασχηματισμού του ρόλου τους: θα τους δοθεί η δυνατότητα επιβίωσης, απαλλαγής από μορφές ανταγωνισμού που τους αποδιαρθρώνουν, ένταξης σε εμπορικά δίκτυα που δεν θα μετακυλύουν τεράστιο κόστος στους καταναλωτές, ορθολογικής φορολόγησης. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να αποδεχτούν ότι δεν θα μπορούν να στηρίζονται ούτε στην υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, ούτε στην αξιοποίηση του προνομιακού ρόλου τους έναντι του καταναλωτή.

Μια πολιτική αναδιανομής πλούτου προς αναγκαίες κοινωνικές δραστηριότητες θα δώσει άλλη διάσταση στην αναβαθμισμένη παροχή δημόσιας υγείας, παιδείας, πρόνοιας, πολιτισμού, ενημέρωσης. Η υπέρβαση των σημερινών ελλειμμάτων και ταξικών ανισοτήτων στην πρόσβαση, η συλλογική εμπιστοσύνη στο πολύτιμο δυναμικό που υπάρχει σε αυτούς τους χώρους, το σπάσιμο όλων των μορφών άμεσης και έμμεσης ιδιωτικοποίησης μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες αλλαγές. Αυτό δεν πρέπει να το δούμε μόνο ως επένδυση σε εξοπλισμό ή προσωπικό, αλλά και ως μια διαφορετική κατεύθυνση: έμφαση στην πρόληψη, την πρωτοβάθμια υγεία και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και όχι στην «επισκευή» της εργατικής δύναμης (άλλωστε ξέρουμε ότι καθαυτή η μετάβαση σε μια δικαιότερη κοινωνία με μικρότερο άγχος θα βελτιώσει την υγεία), προτεραιότητα στη βελτίωση της πρόσβασης στην παιδεία και την κοινωνικοποίηση της γνώσης (αναγκαία συνθήκη του μετασχηματισμού των παραγωγικών σχέσεων) και όχι σε μεμονωμένους πόλους «αριστείας», μαζική πρόσβαση και ενίσχυση του πολιτισμού και της έρευνας.
Είναι εφικτό να μπουν φραγμοί στην ανεξέλεγκτη τουριστική μονοκαλλιέργεια, στον μαζικό, εμπορευματοποιημένο και «υψηλού εισοδήματος» τουρισμό και να δοθεί έμφαση στον τουρισμό ως κοινωνικό δικαίωμα, στη συνύπαρξη με άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, στην ανάδειξη της ποιότητας ζωής και του πολιτισμού και όχι τεχνητών τουριστικών παραδείσων.

Όλα αυτά απαιτούν άλλης κλίμακας πολιτική σχεδιασμού. Το σπάσιμο των απαγορεύσεων της ΕΕ για εθνικές ενισχύσεις θα επιτρέψει, υπό την προϋπόθεση ότι μιλάμε και για την εξουσία μιας ευρύτερης λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας, στοχευμένη ενίσχυση παραγωγικών κλάδων, στροφή προς τη δημόσια ιδιοκτησία ως στοιχείο σχεδιασμού, διαμόρφωση πραγματικών αναπτυξιακών σχεδίων και όχι απλώς «επενδυτικών ευκαιριών», δημόσια επένδυση και όχι διασπάθιση κοινωνικού πλούτου. Μια διαδικασία κεντρικού δημοκρατικού σχεδιασμού απαιτεί ολόπλευρες μορφές συζήτησης και δημοκρατίας και μέσα στην κοινωνία, ανοιχτή δημόσια αντιπαράθεση για την προοπτική του τόπου, εκπροσώπηση των αντιθεσμών εργατικού και κοινωνικού ελέγχου και στην κορυφή. Αντίστοιχα, «από τα κάτω» και σε τοπικό επίπεδο η ύπαρξη κινήματος αυτοδιαχείρισης, μη εμπορευματικών δικτύων ανταλλαγής και διανομής μπορεί να διαμορφώσει στοιχεία «τοπικών σχεδίων» με βάση δημοκρατικές διαδικασίες. Αλλά και μέσα στις αμιγώς δημόσιες υποδομές και υπηρεσίες η κατοχύρωση μορφών εργατικού και λαϊκού ελέγχου θα επιτρέψει το σχεδιασμό και τον προσανατολισμό με βάση κοινωνικές ανάγκες. Ποιος μπορεί να οργανώσει καλύτερα ένα νοσοκομείο; Ο διορισμένος μάνατζερ που κυρίως θέλει να εξυπηρετήσει συμφέροντα του ιατροφαρμακευτικού κυκλώματος ή η συνέλευση των γιατρών και των άλλων εργαζομένων που θα είναι στρατευμένη στην υπόθεση της λαϊκής υγείας;

Όλα αυτά απαιτούν επαναπροσδιορισμό της ευημερίας. Πολλές φορές η Αριστερά την όρισε ποσοτικά, ως δίκαια κατανεμημένη οικονομική μεγέθυνση. Εδώ δεν μιλάμε γι’ αυτό, αλλά για την ποιότητα της δημόσιας και δωρεάν παιδείας και υγείας, τη μείωση του χρόνου εργασίας την ανάπτυξη εκτεταμένου συστήματος δημόσιων συγκοινωνιών, τη μείωση του άγχους της ανασφάλειας και του κοινωνικοοικονομικού στρες, την πολιτιστική αναγέννηση, την προστασία του περιβάλλοντος, την πραγματική κοινωνικότητα που να σπάει την αλλοτρίωση και την εξατομίκευση. Ένα τέτοιο πρότυπο μπορεί στους οικονομικούς δείκτες να μοιάζει «αποανάπτυξη», να μην περιλαμβάνει εύκολη πρόσβαση σε καταναλωτικά φετίχ, αλλά σημαίνει μια πραγματικά καλύτερη ζωή.

Επιτακτικές απαντήσεις και μεγάλες δυσκολίες

Μια τέτοια προσπάθεια εντάσσεται σαφώς στον ορίζοντα της αμφισβήτησης των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης, στον πυρήνα της σύγχρονης σοσιαλιστικής προοπτικής. Αυτό δεν σημαίνει δογματική αναπαραγωγή «έτοιμων» επαναστατικών συνταγών. Πόσο μάλλον που εάν μιλάμε για μια «συγκεκριμένη ουτοπία», δηλαδή για το οριακό ενδεχόμενο σημερινών εξελίξεων και τομών, δεν θα μιλάμε για μια «αποκαλυπτικού τύπου» επαναστατική εξουσία, όπου ύστερα από ένοπλη εξέγερση και εμφύλιο πόλεμο θα γίνει σοσιαλιστική ανοικοδόμηση πάνω σε ερείπια, αλλά για μια πολύ πιο σύνθετη, άνιση και αντιφατική διαδικασία. Είναι πιθανό ο συνδυασμός πολιτικής και οικονομικής κρίσης να οδηγήσει στην αναγκαστική απόφαση για τομές, όπως η έξοδος από το ευρώ, και στη συνύπαρξη αντιφατικών κυβερνητικών μορφών με αυτοοργάνωση, αυτοδιαχείριση εργατικού ελέγχου και λαϊκής εξουσίας «από τα κάτω». Θα είναι, επομένως, σύνθετη διαδικασία που στα πρώτα βήματα θα φαντάζει ταυτόχρονα ως διαχείριση και μετασχηματισμός του υπάρχοντος. Σήμερα, τα αναγκαία μέτρα για να αποφύγουμε την καταστροφή περιλαμβάνουν ταυτόχρονα αποφάσεις που μπορούν να τις πάρουν ακόμη και αστικές κυβερνήσεις υπό τον εκβιασμό του λαϊκού κινήματος και πολύ τολμηρές μορφές ρήξης με τον «υπαρκτό καπιταλισμό».

Σε αντίθεση με προηγούμενα πειράματα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού που συχνά είχαν να αντιμετωπίσουν είτε μικρό βαθμό προηγούμενης καπιταλιστικής ανάπτυξης είτε τις επιπτώσεις καταστροφικών εμφυλίων πολέμων, εμείς μιλάμε για το μετασχηματισμό κοινωνιών με σχετικό βάθος των καπιταλιστικών σχέσεων, των αστικών θεσμών, της καπιταλιστικής «δύναμης της συνήθειας» (Λένιν). Η «υπόσχεσή» της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι ατέρμονες θυσίες• θα απαιτούνται αποτελέσματα βελτίωσης, θα πρέπει κι η επιβίωση και μια σχετική ευημερία εξαρχής να είναι εφικτά.

Όμως, η δυσκολία είναι η άρθρωση ενός εναλλακτικού «κοινωνικού λογισμού», μιας διαφορετικής κοινωνικοποίησης των επιμέρους πρακτικών, που να στηρίζεται στη δημοκρατία, την αυτοδιαχείριση και τον συλλογικό σχεδιασμό, να υπερβαίνει την αγορά ως τρόπο συντονισμού επιμέρους ιδιωτικών εργασιών, χωρίς να αναπαράγει τις στρεβλώσεις ενός κεντρικού «σχεδίου» που απλώς επιβάλλεται στο όνομα της κοινωνίας. Αυτό απαιτεί και πειραματισμό με μη καπιταλιστικές μορφές οργάνωσης της εργασίας που να στηρίζονται στη συλλογικότητα, την αμφισβήτηση ιεραρχιών και αυθεντιών και την υπέρβαση της διάκρισης διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας.

Επιπλέον, ένα εναλλακτικό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης απαιτεί άλλης κλίμακας συλλογικότητα, πρωτοβουλία και αλληλεγγύη σε όλες τις όψεις της ζωής, υπέρβαση παραδομένων στερεότυπων, κοινωνικών ιεραρχιών, έμφυλων διακρίσεων, τομή στη συλλογική αυτοσυνείδηση και συγκρότηση των λαϊκών μαζών, αυτό που βολονταρίστικα ορίστηκε ως ο «νέος άνθρωπος» στα συνθήματα του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος.

Οι αναγκαίες προϋποθέσεις

Όλα αυτά έχουν τρεις κρίσιμες απαιτήσεις. Η πρώτη αφορά το θέμα της εξουσίας. Οι τομές αυτές απαιτούν λαϊκές δυναμικές «από τα κάτω», από ένα ρωμαλέο εργατικό και λαϊκό κίνημα που να πειραματίζεται με νέες μορφές. Απαιτούν όμως και την παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας για να εγγυηθεί ρήξεις και να εξασφαλίσει τη συνέχεια των πειραματισμών. Ακόμα και εάν στοχαστούμε μια ιδιότυπη συνθήκη «δυαδικής εξουσίας», όπου μια κυβέρνηση υπό τον εκβιασμό του λαϊκού κινήματος θα έκανε αναγκαστικές παραχωρήσεις ενώ το κίνημα θα βάθαινε τις δικές του μορφές «εξουσίας από τα κάτω», το ερώτημα του ποια κοινωνική συμμαχία ορίζει την πολιτική (και κυβερνητική) εξουσία θα παρέμενε κεντρικό. Μια κυβέρνηση που θα εκπροσωπεί τη λαϊκή συμμαχία και την Αριστερά, μαζί με γενναίες θεσμικές τομές, μια πραγματική «συντακτική εθνοσυνέλευση» των κοινωνικών αναγκών και της ρήξης με το «θεσμικό κεκτημένο» του νεοφιλελευθερισμού μπορεί να αποτελέσει κομμάτι μιας εφικτής σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Για να μπορεί, όμως, να θέσει με πρωτότυπους όρους το θέμα της κατάληψης εξουσίας θα πρέπει να στηρίζεται καθοριστικά σε όλες τις μορφές λαϊκής και εργατικής αντιεξουσίας, κοινωνικού και εργατικού ελέγχου, αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης, όλο τον πλούτο μιας διεργασίας «από τα κάτω» που πρέπει να δοκιμάζεται από τώρα, με ορίζοντα το μετασχηματισμό και τη σταδιακή απονέκρωση των αστικών κρατικών μηχανισμών.

Η δεύτερη αφορά το ζήτημα της συλλογικής γνώσης και «κοινωνικής τεχνογνωσίας». Γι’ αυτό χρειάζεται να στηριχτούμε στη συλλογική επινοητικότητα, δημιουργικότητα και εμπειρία των μαζών. Από τον απλό τεχνίτη που ξέρει πώς να γίνει καλά μια επισκευή χωρίς μεγάλο κόστος, στον συλλογικό εργαζόμενο του κατασκευαστικού κλάδου που έχοντας την εμπειρία από το φαγοπότι των μεγάλων έργων ξέρουν πώς να γίνουν πραγματικά χρήσιμες, φθηνότερες και φιλικές προς το περιβάλλον δημόσιες υποδομές, στο κίνημα των υγειονομικών που μπορούν να πουν πολλά για την πρωτοβάθμια υγεία, την πρόληψη, και την απαλλαγή από όλο το βάρος της ιδιωτικοποιημένης «περίθαλψης», στους εκπαιδευτικούς που παλεύουν για μια πραγματικά δημόσια εκπαίδευση, που ξέρουν ότι δεν χρειαζόμαστε πανάκριβους διαδραστικούς πίνακες αλλά πάλη ενάντια στις σύγχρονες μορφές ημιμάθειας, στο δυναμικό που πειραματίζεται με μορφές κοινωνικοποιημένης γνώσης όπως το ελεύθερο λογισμικό, έχουμε τους ανθρώπους που μπορούν να εμπλακούν σε μια συλλογική δημιουργική προσπάθεια κοινωνικού πειραματισμού.

Η τρίτη αφορά τον αναγκαίο νέο διεθνισμό. Όσο ο πειραματισμός που αναφέραμε παραμένει μέσα σε περιβάλλον καπιταλιστικής διεθνοποίησης θα δέχεται διαρκώς πιέσεις και θα αντιμετωπίζει προβλήματα. Όμως, μια πορεία κοινωνικού μετασχηματισμού στην Ελλάδα, μέσα σε παγκόσμιο κύκλο αγώνων και εξεγέρσεων, θα οδηγήσει σε τομές στην Ευρώπη και άλλου, έτσι ώστε να μην είμαστε μόνοι. Και ανάμεσα σε σχηματισμούς που πειραματίζονται με την κοινωνική μετάβαση πιο εύκολα μπορούν να αναπτυχθούν διεθνείς σχέσεις και συναλλαγές που να στηρίζονται στην αμοιβαιότητα, την ισοτιμία και την αλληλεγγύη.

Απέναντι στην καταστροφή που ανοίγεται μπροστά μας απαιτείται να κάνουμε άλματα στη σκέψη μας. Η συζήτηση πρέπει να ανοίξει συλλογικά. Το «γκρίζο δέντρο της θεωρίας» ας μπολιαστεί από τη συλλογική εμπειρία των αγωνιζόμενων ανθρώπων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
21/11/2017 - 15:31

Χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς είναι η απώλεια της ουτοπίας ως μελλοντικής υπόσχεσης για μια καλύτερη ζωή.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.