ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


To «βρώμικο ’89» και η κυβερνητική Αριστερά

To «βρώμικο ’89» και η κυβερνητική Αριστερά


του Δημήτρη Μπελαντή   

Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από το καλοκαίρι του 1989, ή αλλιώς από την πρώτη καταγραφή της Αριστεράς στην Ελλάδα ως έμπρακτα –και όχι μόνο διακηρυκτικά– κυβερνητικής δύναμης. Την πρώτη φορά στο πλαίσιο της κυβέρνησης Τζανετάκη μαζί με τη ΝΔ «προκειμένου να αποφευχθεί η παραγραφή των αδικημάτων του σκανδάλου Κοσκωτά», τη δεύτερη φορά στο πλαίσιο της κυβέρνησης Ζολώτα, μαζί με την ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, τους δυο δικομματικούς μονομάχους, για να «αποφευχθεί η ακυβερνησία της χώρας».

Το εγχείρημα αυτό έλαβε χώρα  με έκδηλη αιτία τη νομικοπολιτική  διαχείριση του «σκανδάλου Κοσκωτά», μιας έντονης και μεγάλης διάρκειας κρίσης του μεταπολιτευτικού συστήματος διακυβέρνησης. Εν μέσω της κρίσης αυτής δημιουργούνταν δυνατότητες να εμφανιστούν εναλλακτικές για το πολιτικό σύστημα, διακριτές από τη μορφή του κλασικού μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Από τον Δεκέμβριο του 1988 (Κοινό Πόρισμα ΕΑΡ-ΚΚΕ) μέχρι την άνοιξη του 1990 με την εκλογική επικράτηση της ΝΔ (και εν μέρει μέχρι το τέλος του Ειδικού Δικαστηρίου στις αρχές του 1992), η θεσμική αριστερά πολιτεύτηκε βασικά ως δύναμη «πολιτικής αρετής», κάθαρσης και εκσυγχρονισμού του πολιτικού συστήματος. Ως μια δύναμη, δηλαδή, η οποία με «συνέπεια» μεγαλύτερη από εκείνη της ΝΔ θα συνέβαλε στην τιμωρία των υπεύθυνων για τα σκάνδαλα, στην απαξίωση του νοσηρού και διεφθαρμένου κλίματος των μονοκομματικών διακυβερνήσεων και των πρακτικών του Ανδρέα Παπανδρέου και στην είσοδο σε μια «άμεμπτη» και θεσμικά εκσυγχρονισμένη διακυβέρνηση του (αστικού, προφανώς) πολιτικού συστήματος.  

Προκειμένου να κατανοήσουμε τις ιδιαίτερες αποχρώσεις αυτού του εγχειρήματος της Αριστεράς, είναι αναγκαίο να κάνουμε εδώ τη διάκριση ανάμεσα σε μια έκδηλη και μια λανθάνουσα πολιτική στρατηγική της Αριστεράς.

Η έκδηλη στρατηγική απομακρυνόταν σημαντικά από την πολιτική της «Αλλαγής» και της ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων, η οποία χαρακτήριζε την Αριστερά κατά τη δεκαετία του 1980. Στη στρατηγική της «Αλλαγής», αυτό που προείχε ήταν οι εργατικές και λαϊκές κοινωνικές κατακτήσεις, η σταθεροποίηση και η ενίσχυσή τους έναντι της νεοφιλελεύθερης και αυταρχικής Δεξιάς. Με τη νέα στρατηγική, για πρώτη φορά τέθηκε στο προσκήνιο ένας μη άμεσα ταξικά προσδιορισμένος στόχος, ο εκσυγχρονισμός του κράτους, σε αντιπαράθεση με το πελατειακό ΠΑΣΟΚ.

Βασικές όψεις αυτού του εκσυγχρονισμού θα ήταν: α) ο έλεγχος της σχέσης των πολιτικών με το πολιτικό χρήμα, της αθέμιτης δηλαδή χρηματοδότησης των πολιτικών από επιχειρηματίες και εστίες συμφερόντων, β) η καταπολέμηση των πελατειακών σχέσεων και των όψεων διαφθοράς και αναξιοκρατίας, που αυτές επέφεραν στο πολιτικό σύστημα, και γ) η ποινική αξιολόγηση και πιθανή καταδίκη του Αρχιερέα της Διαφθοράς του «σκανδάλου Κοσκωτά», του Ανδρέα Παπανδρέου, και άλλων στελεχών του ΠΑΣΟΚ, τα οποία φαίνονταν να ενέχονται ποινικώς σε αυτό και σε άλλα σκάνδαλα. Η οδός φαινόταν να είναι η διαδικασία του άρθρου 86 του Συντάγματος περί «ευθύνης υπουργών» και η παραπομπή των πολιτικών που ήταν οι βασικοί υπαίτιοι για το σκάνδαλο στο Ειδικό Δικαστήριο, που προβλεπόταν από την παραπάνω διάταξη.

Η υιοθέτηση της στρατηγικής του «εκσυγχρονισμού» από την Αριστερά σήμαινε για πρώτη φορά την πλήρη αποδοχή της υπαρκτής θεσμικής υλικότητας του κράτους και των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας –ακόμη και στο πλαίσιο της στρατηγικής της Αλλαγής, η Αριστερά επικαλούνταν ένα κράτος αν όχι ποιοτικά άλλο, τουλάχιστον φιλολαϊκότερο και πιο ανοιχτό στα λαϊκά αιτήματα και ανάγκες από το υπάρχον. Έτσι, η Αριστερά πέρασε από έναν ρόλο παραπληρωματικό προς το κόμμα που προωθούσε (τουλάχιστον ως το 1985) τη φιλολαϊκή μεταρρύθμιση του κράτους, σε ένα νέο ρόλο αυτόνομης κίνησης εντός των αδιατάρακτων ορίων του αστικού πολιτικού συστήματος, έναν ρόλο θεσμικού/ηθικού τιμητή του συστήματος, απομακρυνόμενη από τη ρητορική των αναγκών και των αιτημάτων της μισθωτής εργασίας και από τη θέση της ως (έστω μεταρρυθμιστικού) διαμεσολαβητή τους προς το κράτος.

Στο πλαίσιο αυτού του νέου ρόλου της, η Αριστερά έπαψε να «εξαρτάται» από το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Όχι προς την  κατεύθυνση  μιας ταξικά ανεξάρτητης και ανταγωνιστικής πολιτικής, αλλά από τη θέση μιας Αριστεράς εντονότερα εμπλεκόμενης στους μηχανισμούς του πολιτικού συστήματος και στις ενδοαστικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς. Αυτή η νέα, «ανεξάρτητη» θέση της Αριστεράς –απεξάρτηση από το ΠΑΣΟΚ, μεγαλύτερη εξάρτηση από το πολιτικό σύστημα– οδήγησε σε μια (λανθάνουσα) στρατηγική για την υποκατάσταση του ΠΑΣΟΚ από την «μεγάλη Αριστερά» του ενιαίου τότε Συνασπισμού. Η υποκατάσταση απέτυχε, όμως η Αριστερά σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από την ένταξή της στο εγχείρημα του κυβερνητισμού. Untitled-3 copy2

Το γεγονός ότι οι πτέρυγες του τότε Συνασπισμού (το ΚΚΕ και ο σημερινός ΣΥΝ)  δεν έχουν  κάνει την αυτοκριτική τους σε βάθος δείχνει όχι μόνο το μέγεθος του «τραύματος» από την αποτυχία του ’89 ως εκλογικής και κυβερνητικής στρατηγικής της Αριστεράς, αλλά και την απροθυμία όλων των πτερύγων  να γίνει σε βάθος κριτική της ίδιας της στρατηγικής του εκσυγχρονισμού/κυβερνητισμού, που εισήγαγε ο ενιαίος τότε Συνασπισμός. Όμως, ό,τι δεν κριτικάρεται επί 20 χρόνια εγκυμονεί τον κίνδυνο να επαναληφθεί. Η ίδια η Αλέκα Παπαρήγα έχει δηλώσει πριν από μερικά χρόνια ότι «αν χρειαζόταν θα το ξανακάναμε»...

Το ’89, ο ευρωκομμουνισμός και ο Γκορμπατσόφ

Η στρατηγική του κυβερνητισμού/εκσυγχρονισμού του πολιτικού συστήματος δεν ήρθε ως «κεραυνός εν αιθρία». Υπήρξε η συνέπεια σημαντικών και μακρόχρονων μετασχηματισμών στο εσωτερικό της ελληνικής και διεθνούς  κομμουνιστογενούς  Αριστεράς. Αφενός της κρίσης και του μετασχηματισμού/μετεξέλιξης του ΚΚΕ εσωτερικού (που ήταν, θα λέγαμε, και ο κύριος χώρος όπου αρχικά γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν οι «αριστερές εκσυγχρονιστικές» αντιλήψεις), αφετέρου δε των αλλαγών στο ΚΚΕ υπό την πίεση του γκορμπατσοφισμού και της στρατηγικής ανακατάταξης στο φιλοσοβιετικό διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Αλλαγές που θα προετοιμάσουν τις διαδοχικές διασπάσεις του ΚΚΕ το 1989 και το 1991 (όταν πια θα έχει καταρρεύσει τόσο το γκορμπατσοφικό εγχείρημα όσο και το παιχνίδι του Μεγάλου Συνασπισμού). 

Η παλαιότερη από τις δυο εξελίξεις είναι αυτή που αφορά τη γέννηση και ανάπτυξη του ευρωκομμουνισμού, υπό την σαφή κυριαρχία της «δεξιάς» ηγεμονικής του εκδοχής. Όπως έχει αναπτυχθεί και αλλού , το ξεδίπλωμα της ηγεμονικής εκδοχής του Ευρωκομμουνισμού αποτελεί συνέχεια αλλά και τομή σε σχέση με την ιστορία και την παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος. Συνέχεια, με την έννοια ότι εδράζεται στη λαϊκομετωπική παράδοση των πολιτικών συμμαχιών και στη λογική της απόσπασης του κράτους-εργαλείου από την κυριαρχία του μονοπωλιακού  κεφαλαίου και των συμμάχων του. Τομή, με την έννοια ότι ο ευρωκομμουνισμός στοχεύει ευθέως και με κάθε κόστος στην ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών και στην αποδοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος ως συνιστώσας της επίσημης πολιτικής σκηνής, αντικαθιστώντας πλήρως το ρόλο του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» στο εσωτερικό της αντιμονοπωλιακής στρατηγικής του με εκείνον της παρέμβασης στους θεσμούς –ουσιαστικά και της πλήρους αποδοχής των ορίων των αστικών πολιτικών θεσμών.    

Έτσι, το Ιταλικό ΚΚ, ο πολιτικός πιλότος του ευρωκομμουνισμού εισήγαγε τη στρατηγική του Ιστορικού Συμβιβασμού με σοβαρές παραχωρήσεις τόσο στο ζήτημα του εργατικού μεταρρυθμισμού (αποδοχή της λιτότητας) όσο και στο ζήτημα της πολιτικής δημοκρατίας (ένταξη στο «αντιτρομοκρατικό» φάσμα δυνάμεων, θέση υπέρ της θωράκισης του κράτους). Το αίτημα ήταν η συμμετοχή (στην πράξη: η  κοινοβουλευτική στήριξη) σε μια βασικά χριστιανοδημοκρατική κυβέρνηση με σκοπό την υπεράσπιση της δημοκρατίας και την άμβλυνση της αντίθεσης Δεξιάς και Αριστεράς . 

Παρότι η στρατηγική του Ιστορικού Συμβιβασμού απέτυχε από τη σκοπιά της ενίσχυσης του ΙΚΚ, χρωμάτισε έντονα τη στρατηγική του διολίσθηση από τον εργατικό μεταρρυθμισμό του παραδοσιακού κομμουνιστικού τύπου προς έναν αριστερό αστικό μεταρρυθμισμό, ο οποίος προέτασσε τη σταθερότητα και τον περιορισμένο εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος και δεν αντιστάθηκε αποφασιστικά στην αστική αντεπίθεση που εκδηλώθηκε από το 1975 ως τα τέλη του 1980. Αυτή η διολίσθηση οδηγεί και στην αποκομμουνιστικοποίηση του ΙΚΚ τον Φλεβάρη του 1990, χρονικό σημείο κατά το οποίο ήδη δοκιμάζεται και βρίσκεται σε οριακό σημείο και το γκορμπατσοφικό εγχείρημα της «περεστρόικα».

Στην  Ελλάδα αυτή η στρατηγική αντιγράφηκε αρχικά από την πλειοψηφία της ηγεσίας του ΚΚΕ εσ. Σε μια συγκυρία όπου ανατρέπονταν οι όροι του μπλοκ της Αλλαγής και όπου σε διεθνές επίπεδο ο Γκορμπατσόφ πρότεινε τη «σοσιαλδημοκρατικοποίηση» των ΚΚ, η κυρίαρχη τάση του ΚΚΕ εσ. στράφηκε εύκολα από τον μεταρρυθμισμό της Αλλαγής προς ένα πλαίσιο εκσυγχρονισμού του κράτους (αντιπελατειακή και «αντιγραφειοκρατική» στρατηγική) και δημιουργίας δεσμών με την πιο παραγωγική μερίδα του κεφαλαίου (ο Λ. Κύρκος έλεγε το 1987: «να βάλουμε την Ελλάδα να δουλέψει»). Η δημιουργία της ΕΑΡ το 1987 είναι το σημείο σύγκλισης του (αυτοαναιρούμενου) δεξιού ευρωκομμουνισμού με την γκορμπατσοφική στρατηγική. Οι διαφωνούντες (τάση της «αναβάθμισης» στο ΚΚΕ εσ., αριστεροί διαφωνούντες στην ΚΝΕ και το ΚΚΕ) εξοβελίζονται ως «αριστεριστές» ή «δεινόσαυροι», που δεν μπορούν να κατανοήσουν τα νέα δεδομένα.

Η αποδέσμευση της ΕΑΡ από τα βαρίδια του κομμουνισμού ευνοεί τη σύγκλιση με το υπό γκομπατσοφική ηγεμονία ΚΚΕ. Πράγματι, αν η βασική γραμμή είναι ο ευρωκομμουνισμός τύπου ΙΚΚ, η συνθήκη που της επιτρέπει να ανθίσει είναι ο γκορμπατσοφισμός. Με την πρωτοβουλία της ομάδας Φλωράκη και τις ευλογίες του σοβιετικού κέντρου, το ΚΚΕ προετοιμάζεται να παίξει έναν ευρύτερο κυβερνητικό ρόλο στην αστική πολιτική σκηνή ήδη από το 12ο Συνέδριο (1987). Η κρίση του ΠΑΣΟΚ από το καλοκαίρι του 1988 ως το καλοκαίρι του 1989 δημιουργεί το έδαφος για αυτόν τον κυβερνητικό ρόλο. Η πλατφόρμα του ΚΚΕ υπό την ηγεσία του Φλωράκη συγκλίνει με εκείνη της ΕΑΡ στα εξής ζητήματα: α) πρέπει να υπερβούμε το μονοκομματικό, διεφθαρμένο και πελατειακό ΠΑΣΟΚ και να καταλάβουμε τον χώρο του β) πρέπει να μετάσχουμε στην αντιπασοκική/αντιανδρεϊκή κυβερνητική λύση και γ) πρέπει να προτείνουμε τη θεσμική κάθαρση και τον εκσυγχρονισμό του διεφθαρμένου  κράτους. 

Αυτό το «στοίχημα» παίζεται το καλοκαίρι του 1989: η θεσμική  Αριστερά επιτίθεται μέσα από τους δικαστικούς/κοινοβουλευτικούς μηχανισμούς στο ΠΑΣΟΚ επιζητώντας (από κοινού με την Δεξιά) την εξόντωσή του και επιδιώκοντας τον «εκσυγχρονισμό» του αστικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, στη διάρκεια των δυο κυβερνήσεων στις οποίες συμμετείχε, η Αριστερά δεν προώθησε καμιά πολιτική εργατικού μεταρρυθμισμού ή πραγματικού εκδημοκρατισμού. Δεν προώθησε καν την ψήφιση της απλής αναλογικής! Αντιθέτως, συναίνεσε καθαρά σε πολιτικές κρίσιμες για τα παιχνίδια πολιτικής αντιπροσώπευσης της δεκαετίας του 1990, όπως το άνοιγμα της τηλεόρασης στο ιδιωτικό κεφάλαιο, τις σχέσεις του ΟΤΕ με τα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα κ.ά. Το κρίσιμο ζήτημα για την Αριστερά δεν ήταν πλέον η διαμεσολάβηση συμφερόντων, αλλά η καταγραφή της ίδιας ως αξιόπιστης –και όχι ακραίας– πολιτικής δύναμης εντός της αστικής πολιτικής σκηνής. Ως μιας δύναμης που θα μπορούσε να πάρει τη θέση της «κρατιστικής», πελατειακής και μη λειτουργικής σοσιαλδημοκρατίας του ΠΑΣΟΚ. 

Την ίδια περίοδο (1989-1995) εκδηλώνεται και εντός του ΠΑΣΟΚ μια ισχυρή εκσυγχρονιστική αντιπολίτευση υπό τον Κώστα Σημίτη. Στρέφεται και αυτή κατά της κρατιστικής και πελατειακής εκδοχής του ΠΑΣΟΚ, ταυτίζοντας σε σημαντικό βαθμό την πελατειακή ταυτότητα με τον φιλολαϊκό μεταρρυθμισμό του ΠΑΣΟΚ της πρώτης τετραετίας. Στην ουσία και η εσωκομματική αντιπολίτευση περιμένει την κατάρρευση του ανδρεϊσμού, η οποία πάντως θα καθυστερήσει για άλλα πέντε χρόνια μετά το 1989. Η τάση αυτή, που σταδιακά θα ηγεμονεύσει στο ΠΑΣΟΚ, προετοιμάστηκε πολιτικά και ιδεολογικά με επιχειρήματα που προήλθαν από τη μήτρα της κυρίαρχης εκσυγχρονιστικής τάσης της Ανανεωτικής Αριστεράς. Πρέπει, λοιπόν, να κοιτάξουμε κατά πόσο το βρώμικο 1989 προετοίμασε το «καθαρό» 1996.  

Untitled-4 copy11989, 1996: το συνεχές στα ορόσημα της Μεταπολίτευσης

Από τη σκοπιά των πολιτικών στρατηγικών της Αριστεράς, υπάρχει σύγκλιση σε μια κατεύθυνση ακραία ευρωκομμουνιστική, στα όρια της διάκρισης πια μεταξύ του ευρωκομμουνισμού και της ευρωαριστεράς που τον διαδέχθηκε. Αυτός ο ακραίος ευρωκομμουνισμός καταργεί τις σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ μιας φιλολαϊκής και μιας καθαρά αστικής κυβερνητικής στρατηγικής και ηγεμονεύεται από νομικά και ηθικοπολιτικά αστικά ιδεολογήματα («κάθαρση»). Υπερβαίνει τα όρια ακόμη και του Ιστορικού Συμβιβασμού, αφού εκεί το ΙΚΚ στήριξε μεν, αλλά δεν συμμετείχε στη χριστιανοδημοκρατική (βασικά) κυβέρνηση. 

Από τη σκοπιά των κοινωνικών στρατηγικών στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, η συμμετοχή της Αριστεράς στην «εκσυγχρονιστική» κυβερνητική εξουσία εγκαινιάζει μια τομή σε σχέση με τη διαχείριση του κεϋνσιανισμού/ φορντισμού της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ. Η Αριστερά δέχεται ότι υπάρχουν ανάγκες συγκρότησης του κράτους, οι οποίες το περιχαρακώνουν και το στεγανοποιούν απέναντι στα λαϊκά αιτήματα και διεκδικήσεις. Όλη η συζήτηση περί αντιπελατειακού εκσυγχρονισμού του κράτους  εγκαινιάζεται το ’89 με την συμμετοχή της Αριστεράς ως κυβερνητικής δύναμης και μάλιστα με την πρωτοβουλία των κομματικών διανοουμένων της ΕΑΡ και του φλωρακικού ΚΚΕ (Μ. Ανδρουλάκης). Η κριτική των πελατειακών σχέσεων και του υπερδιογκωμένου κράτους ηγεμονεύεται από τον εκσυγχρονισμό της νεοφιλελεύθερης/μεταφορντικής κατεύθυνσης. Ακόμη και αυτό δεν γίνεται αρχικά κατανοητό από την Αριστερά. Σταδιακά υιοθετείται η αντιμετώπιση των κοινωνικών κατακτήσεων ως «προνομίων» και ως «δικαιωμάτων συντεχνιών», περιγραφή την οποία πρώτος ο Α. Παπανδρέου χρησιμοποίησε κατά τα έτη 1985-1987 (πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα), αλλά θα κυριαρχήσει σταδιακά με τον Μητσοτάκη και στη συνέχεια με τις κυβερνήσεις Σημίτη.   

Αυτή η γραμμή, που ηγεμόνευε στο ΚΚΕ, την ΕΑΡ και τον Ενιαίο Συνασπισμό ως το 1991 και συνέχισε να ηγεμονεύει στον Συνασπισμό μέχρι τουλάχιστον τα τέλη της δεκαετίας του 1990, έχει δυο συμπληρωματικές όψεις: Καταρχάς αποδοκιμάζει την πολιτική του κεϋνσιανού ΠΑΣΟΚ ως «σπάταλη», «πελατειακή» και «κρατιστική» και αιτείται την ανατροπή της. Κατά δεύτερον, πραγματοποιεί τομή με μια ιστορική γραμμή της Αριστεράς, η οποία επεδίωκε να διαμεσολαβήσει τα εργατικά/λαϊκά αιτήματα στον εντός του κράτους πολιτικό συσχετισμό δύναμης –από το αίτημα της αναδιανομής περνά στον αντιπελατειακό εκσυγχρονισμό του κράτους.

Ακριβώς αυτή η γραμμή, επεξεργασμένη ιδίως από τους διανοούμενους της δεξιάς εκδοχής της Ανανεωτικής Αριστεράς (ΕΑΡ/ΣΥΝ, αλλά και ιδιόμορφες  ομαδοποιήσεις όπως το περιοδικό «Πολίτης»), θα αποτελέσει τη βάση των επεξεργασιών της ομάδας Σημίτη και της ανόδου του «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ από το 1990 ως το 1996. Η γραμμή των κυβερνήσεων Τζανετάκη και Ζολώτα (υπερταξικό πολιτικό συμφέρον) βρίσκεται σε συνέχεια και προετοιμάζει τη γραμμή των κυβερνήσεων Σημίτη και την ανατροπή των ιδεολογιών και πολιτικών της πρώτης Μεταπολίτευσης. Από αυτήν την άποψη, μετά το 1974, το 1989 είναι το πρωτεύον σημείο τομής και χρονολόγησης της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, ενώ το 1996 το δευτερεύον και παρεπόμενο.    

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η άνοδος του εκσυγχρονιστικού μπλοκ στην εξουσία (καθαρά από το 1996 με την πρωθυπουργία του Κ. Σημίτη) φέρνει σε έντονη αμηχανία τον ΣΥΝ, εκείνη την πτέρυγα του ενιαίου Συνασπισμού που εξακολουθεί να πολιτεύεται με βάση την εκσυγχρονιστική στρατηγική και φαίνεται να της κόβει τον ζωτικό χώρο ύπαρξης –εξ ου στη συνέχεια και η τάση αριστερής στροφής του ΣΥΝ. Η κυρίαρχη Ανανεωτική Αριστερά αναγνώρισε στο πρόσωπο του Κ. Σημίτη τον εαυτό της και τις δικές της πρωτοβουλίες του 1989. Συνέπεια του γεγονότος αυτού, άλλωστε, ήταν ότι ο Κ. Σημίτης ως πρωθυπουργός συσπείρωσε στο επιτελείο του σημαντικά πολιτικά στελέχη και διανοούμενους προερχόμενους από το χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
21/11/2017 - 15:31

Χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς είναι η απώλεια της ουτοπίας ως μελλοντικής υπόσχεσης για μια καλύτερη ζωή.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.