ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ |
Παρ, 15/07/2016 - 08:56

Αναζητώντας μια σύγχρονη μυθολογία: Πολιτική και κοινωνία στη νέα ελληνική πεζογραφία


Θα σας μιλήσω για το πώς επανέρχεται η πολιτικοκοινωνική θεματολογία στην ελληνική πεζογραφία της εποχής μας, χωρίς ωστόσο να υπαινίσσομαι την ύπαρξη κάποιας γενικής κατηγορίας –λογοτεχνία της κρίσης– κατ’ αντιστοιχία με την επονομαζόμενη ποίηση της ήττας. Είναι γεγονός ότι για μια περίοδο που συμβολικά, και όχι μόνο, οριοθετείται από το 1989 έως το 2008, δύο ημερομηνίες-κλειδιά, η ελληνική λογοτεχνία, με τις όποιες διαφοροποιήσεις, κατά κάποιον τρόπο κλείστηκε στον εαυτό της. Είτε αυτό σημαίνει ότι αφέθηκε στην εντροπία της ομφαλοσκόπησης είτε ότι υπέβαλε τον εαυτό της σε μια ναι μεν αφετηριακά ορθή, λόγω της πτώσης του υπαρκτού, αλλά εντέλει ατελέσφορη και ιεροεξεταστική αυτοκριτική, είτε –το χειρότερο– αφέθηκε αυτάρεσκα στο lifestyle, με τις όποιες διαφοροποιήσεις, επαναλαμβάνω.

Τα τελευταία χρόνια αυτό δείχνει να αλλάζει, καθώς αρκετοί νέοι συγγραφείς αντιλαμβάνονται εκ νέου ότι η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, δεν μπορεί να νοείται ως υπεράνω του κοινωνικοϊδεολογικού πεδίου συγκρούσεων και μετασχηματισμών. Έχω επιλέξει λοιπόν από την παραγωγή των πέντε-έξι τελευταίων χρόνων έξι βιβλία ισάριθμων συγγραφέων· τους συνδέουν δύο πράγματα: Πρώτον, είναι κοντά ηλικιακά, είναι μεταξύ των 30 και των 40-42. Χωρίς όμως και πάλι να υπαινίσσομαι ότι συνιστούν μια γενιά – όρο που επίσης θεωρώ πολύ γενικό. Δεύτερον, κανένας από αυτούς τους συγγραφείς δεν ασπάζεται τον ρεαλισμό. Τα τελευταία χρόνια, και καθώς έγινε κοινός τόπος ότι η μεταμοντέρνα αποδόμηση στη λογοτεχνία έχει φάει πια τα ψωμιά της, κάποιοι πρόβαλαν ως διέξοδο μια επιστροφή στον κλασικό ρεαλισμό του 19ου αιώνα. Κατά τη γνώμη μου, ούτε σαν φάρσα αυτό το τελευταίο. Αν ο μεταμοντερνισμός αναπαράγει αναπαραστάσεις –ή αλλιώς παραμορφώσεις, για να θυμηθούμε τον Εντουάρντ Σαΐντ–, τότε αυτό που πρέπει να αναζητήσουμε είναι τα νέα αφηγηματικά εργαλεία που ξεδιαλύνουν αυτές τις αναπαραστάσεις στη συγχρονία κι όχι στο παρελθόν. Με τον τρόπο τους, με διαφορετικό τρόπο μάλιστα ο καθένας, οι συγγραφείς στους οποίους θα αναφερθώ αναζητούν αυτά τα εργαλεία.

Θα ξεκινήσω από την Ασημένια θάλασσα του Πάνου Τσερόλα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος (2015). Όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο, το βιβλίο εστιάζει σ’ έναν νεαρό άντρα που περιπλανιέται σ’ έναν ζοφερό τόπο, στις στάχτες μιας ανεξήγητης καταστροφής· αναζητώντας προορισμό και νόημα στη ζωή του, θα επιδιώξει να ξανασυναντηθεί με το παρελθόν του και θα διασχίσει την καμένη ενδοχώρα για να εκπληρώσει ένα παράλογο ταξίδι – να περάσει στη θάλασσα. Ο Πάνος Τσερόλας χρησιμοποιεί με λογοτεχνικούς όρους το αφηγηματικό όχημα της δυστοπίας. Παρ’ όλα αυτά, η δυστοπία του δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας σύγκρουσης των πολιτισμών, αλά Mad Max, ή ένα τελεσίδικο επίδικο του υποτιθέμενου τέλους της ιστορίας, για να θυμηθούμε τους δύο ιδεολογικούς πυλώνες του μεταμοντερνισμού. Ο ήρωας του Πάνου Τσερόλα δεν σταματά να ελπίζει και να αγωνίζεται· έχει την πεποίθηση ότι μια νέα μέρα, μια νέα χώρα, μια νέα ζωή θα βρεθεί στον ορίζοντα. Με την απαισιοδοξία της γνώσης, με την αισιοδοξία της βούλησης και της πράξης, για να θυμηθούμε τον Γκράμσι. Επίσης, ο Τσερόλας αγκαλιάζει όπου βρει την ετερότητα, σε αντίθεση και πάλι με ταινίες τύπου Mad Max. Δεν ξέρω αν θυμάστε, αλλά στο Mad Max όλοι οι κακοί της υπόθεσης είναι πανκ. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, η λογοτεχνία του προσομοιάζει σε μυθιστορήματα όπως Ο δρόμος του Κόρμακ ΜακΚάρθυ ή στις υπαρξιακές φιλοσοφικές αναζητήσεις του Ρέυ Μπράντμπερυ. Σε ό,τι αφορά τις αφηγηματικές τεχνικές, θα έλεγα πως ο Πάνος Τσερόλας πρωτοτυπεί ως εξής: ενώ συνήθως οι μυθιστορηματικές δυστοπίες χαρακτηρίζονται από έναν λόγο λίγο πολύ ελλειπτικό, ο Πάνος αντίθετα είναι ένας πληθωρικός αφηγητής που αρέσκεται στις γόνιμες παρεκβάσεις. Καθεμιά από τις μικροϊστορίες που υπάρχουν στο κείμενο γίνεται αφορμή για μια συμπληρωματική αφήγηση. Για να το πω διαφορετικά, η δυστοπία του Πάνου Τσερόλα έχει κάτι το πικαρέσκο, όπως λέμε στη λογοτεχνία.

Σε παραπλήσια μονοπάτια με τον Πάνο Τσερόλα κινείται και ο Νίκος Μάντης, στο μυθιστόρημά του Άγρια Ακρόπολη, από τις εκδόσεις Καστανιώτη (2013). Βρισκόμαστε στο έτος 2159 μ.Χ. Ο κόσμος πλέον διοικείται με βάση τη νοημοσύνη· χωρίζεται σε αναστημένους προανθρώπους, τους επονομαζόμενους Νεάντερταλ, οι οποίοι αποτελούν την πιο εξαθλιωμένη κάστα της παγκόσμιας διαστρωμάτωσης, και στους Homo Sapiens, οι οποίοι αποβλέπουν στην άνοδο στην ιεραρχία, που γι’ αυτούς συνιστά αυτοσκοπό. Τα νήματα κινεί το λεγόμενο εμβόλιο της ευφυΐας. Μόνο όσοι έχουν τη δυνατότητα να εμβολιάζονται έχουν συγχρόνως και τη δυνατότητα να ζουν με αξιοπρέπεια. Οι υπόλοιποι καταδικάζονται να υπηρετούν σε μια ισόβια υποτέλεια. Ώσπου κάνει την εμφάνισή της μια επαναστατική οργάνωση, που επιδιώκει να ανατρέψει αυτό το σύστημα. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στο μυθιστόρημα του Νίκου Μάντη, κατ’ αντιστοιχία με τη λογοτεχνία της Μάργκαρετ Άτγουντ, είναι ότι μπαίνει στα χωράφια της βιοπολιτικής, που αναπόφευκτα στον κόσμο τον οποίο περιγράφει όπως τον περιγράφει καθορίζει τους ταξικούς διαχωρισμούς. Επίσης, απ’ όλους τους συγγραφείς στους οποίους αναφέρομαι σήμερα είναι εκείνος που επινοεί και το πιο ολοκληρωμένο ταξικό σύστημα μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωές του.

Από τη άλλη, ο Λευτέρης Καλοσπύρος στο πρώτο του μυθιστόρημα, Η μοναδική οικογένεια (Πόλις, 2013), έφτιαξε ένα μυθιστόρημα πολυπρισματικό, το οποίο αναφέρεται κυρίως στο πώς διαμορφώνονται οι κοινωνικές και οι οικογενειακές σχέσεις στην εποχή του διαδικτύου. Επίσης, ασχολείται με το πώς η τεχνολογία επηρεάζει τη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας καθενός από μας. Τον Καλοσπύρο δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα η αλληλεπίδραση βάσης και εποικοδομήματος, δηλαδή δεν προσεγγίζει υλιστικά το θέμα του. Τον ενδιαφέρει περισσότερο το ζήτημα της ηθικής, με την καντιανή έννοια του όρου. Οι ακτίνες του προβληματισμού του επικεντρώνονται στην οικογένεια –μια μοντέρνα οικογένεια, για να μην παρεξηγηθώ–, που ο Καλοσπύρος θεωρεί ότι λειτουργεί ως παιδαγωγικός αρμός και συνεκτικός κρίκος των κοινωνικών σχέσεων. Λάτρης της αμερικανικής λογοτεχνίας και ιδίως του Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλλας, ο Καλοσπύρος φτιάχνει ένα βιβλίο που είναι συγχρόνως μυθιστόρημα μαθητείας και φιλοσοφικό μυθιστόρημα. Είναι επίσης αξιοσημείωτη η άνεση με την οποία πειραματίζεται με διάφορα είδη αφήγησης, πρόζα, θέατρο, επιστολογραφία, ακόμα και μ’ έναν λόγο που θα τον χαρακτήριζα τηλεοπτικό.

Πάμε τώρα σε δύο διηγηματογράφους. Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, τόσο στη συλλογή ΜεταΠοίηση (Κέδρος, 2013) όσο και στη συλλογή Γκιακ (Αντίποδες, 2014), γράφει διηγήματα που αναφέρονται στην αδερφική αγάπη, την εκδίκηση, την ανία, την τρέλα, το παράδοξο της ταυτότητας και τη μοναδική πορεία προς τον θάνατο. Οι ιστορίες του Παπαμάρκου τοποθετούνται κυρίως στο παρελθόν και, ειδικά στην περίπτωση του Γκιακ, σ’ ένα ιστορικά προσδιορισμένο παρελθόν, εστιάζοντας σε μια ηθογραφία, θα μπορούσα να πω, του αρβανίτικου στοιχείου. Εξάλλου, η λέξη γκιακ στη σχετική ντοπιολαλιά σημαίνει βεντέτα και εκδίκηση. Παρ’ όλα αυτά, ο Παπαμάρκος, που είναι ιστορικός και αντιλαμβάνεται τους μηχανισμούς κίνησης της ιστορίας αλλά και την ίδια την ιστορία ως παροντική κι όχι ως παρελθοντική επιστήμη, χρησιμοποιεί διαλεκτικά το παρελθόν. Δηλωμένος σκοπός του είναι να μιλήσει για το σήμερα. Συνθέτει κατ’ αυτόν τον τρόπο αλληγορίες για τη βία στις σύγχρονες κοινωνίες και για τις αιτίες που τη γεννούν. Εξίσου μοντερνιστικά είναι και τα μέσα της αφήγησης που χρησιμοποιεί ο Παπαμάρκος. Η ιδιωματική, παλιομοδίτικη γλώσσα του κειμένου μπορεί να μοιάζει κάπως αναχρονιστική αλλά δεν είναι. Το αντίθετο· είναι αυτή η σχεδόν πρωτεϊκή ικανότητα που έχει η λαϊκή γλώσσα να μετασχηματίζεται, όπως έχουν καταδείξει μάστορες των τεχνικών αυτών, σαν τον Θανάση Βαλτινό.

Ο Χρήστος Οικονόμου από την πλευρά του, μετά τη γροθιά στο στομάχι που μας έδωσε με τη συλλογή διηγημάτων Κάτι θα γίνει, θα δεις (Πόλις, 2010), εκείνη τη βιωματική κατάθεση ψυχής για τις συνθήκες διαβίωσης στα νοτιοδυτικά προάστια, στην τελευταία του συλλογή, Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα (Πόλις, 2014), αναφέρεται στο θέμα της μετανάστευσης. Οι ήρωες της ιστορίας του Οικονόμου είναι εσωτερικοί μετανάστες, οι αποκαλούμενοι ξενομπάτες. Οι μετανάστες βρίσκονται αντιμέτωποι με τους ντόπιους κατοίκους, που είναι αφιλόξενοι απέναντί τους και ακριβώς τους αποκαλούν ξενομπάτες. Βιώνουν τον αποκλεισμό ή τη βιαιότητα των ντόπιων επειδή είναι ξένοι και κυρίως επειδή είναι διαφορετικοί. Η αλληλεγγύη απέναντι στην ετερότητα, όπως και στην περίπτωση του Πάνου Τσερόλα, είναι κι εδώ το μείζον θέμα. Ο Μιχαήλ Μπαχτίν, ένας από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς της λογοτεχνίας, έχει γράψει ότι η λογοτεχνία είναι πολιτικοκοινωνική όταν αγγίζει δύο πράγματα: όταν είναι πολυφωνική κι όταν αναδεικνύει την ετερότητα. Τόσο ο Πάνος Τσερόλας όσο και ο Χρήστος Οικονόμου αυτό το επιτυγχάνουν. Ο Οικονόμου προσεγγίζει το θέμα της κρίσης όχι οικονομικά αλλά προπαντός οντολογικά. Γιατί μεταθέτουμε στην εξουσία τη δική μας ευθύνη να κάνουμε το προσωπικό καλό; Γιατί καταφέρνουν να μας κάνουν να βλέπουμε τον εαυτό μας με τα δικά τους κι όχι με τα δικά μας μάτια; Είναι δύο από τα βασικά ερωτήματα που θέτουν οι ήρωες του βιβλίου. Σε ό,τι αφορά τη γραφή, ο Οικονόμου αρέσκεται στην υπερβολή. Σε μια καλώς εννοούμενη υπερβολή, για να μην παρεξηγηθώ, και οι καταστάσεις που περιγράφει αγγίζουν τα όρια του σουρεαλισμού ορισμένες φορές. Ο Οικονόμου χρησιμοποιεί αντιστικτικά μοτίβα. Ο λόγος του έχει μια ποιητικότητα αλλά συγχρόνως οι περιγραφές του μπορεί να γίνουν εξαιρετικά ωμές και βίαιες. Νομίζω ότι η πετυχημένη χρήση αυτών των αντιστικτικών μοτίβων είναι το μεγαλύτερο χάρισμα του συγγραφέα.

Άφησα για το τέλος το Αεροπλάστ (Εστία, 2015), το πέμπτο μυθιστόρημα της Άντζελας Δημητρακάκη. Ξεκινά σ’ ένα τρένο που κατευθύνεται στο Πορ’ Μπόου, το παραθαλάσσιο χωριό της Καταλονίας όπου, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, αυτοκτόνησε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Οι ήρωες του βιβλίου, έκπτωτοι της μελαγχολικής ευρωπαϊκής κοινωνίας του σήμερα, όπως και ο Μπένγιαμιν, τρέχουν για να ξεφύγουν. Να ξεφύγουν όμως όχι από αυστηρά καθορισμένους προσωπικούς κόσμους που καταρρέουν αλλά κάτω από την πίεση της κοινωνικής πραγματικότητας και τους νόμους κίνησης της ιστορίας. Παρόμοια με τον Άγγελο του Κλέε, τον περίφημο πίνακα του Πάουλ Κλέε που εγκολπώθηκε στη φιλοσοφία του Μπένγιαμιν, οι ήρωες του βιβλίου στροβιλίζονται εξαιτίας της ωστικής δύναμης των γεγονότων του παρελθόντος. Από τους συγγραφείς που εξετάζουμε σήμερα, η Δημητρακάκη είναι αυτή που κατά κόρον ασχολείται με το πώς αλληλεπιδρούν η βάση και το εποικοδόμημα, το πώς δηλαδή οι οικονομικές και παραγωγικές σχέσεις επηρεάζουν τις κοινωνικές, φιλικές, γονεϊκές και, εν προκειμένω, τις ερωτικές και το αντίστροφο. Το τονίζω αυτό: και το αντίστροφο. Τις επιδράσεις αυτές υφίστανται οι ήρωες του βιβλίου που σε σημεία δείχνουν ανήμποροι, έστω αμήχανοι να αντιδράσουν απέναντι στις σαρωτικές αλλαγές που συμβαίνουν στο περιβάλλον τους. Οι νόρμες των σχέσεων συμπιέζονται από την πολιτική ορθότητα και τον ολοκληρωτισμό που παράγει η μεταδημοκρατική συνθήκη. Η Δημητρακάκη με αυτόν τον τρόπο αντιλαμβάνεται το μυθιστόρημα και ως σύγχρονη κοινωνιολογία, σε αναλογία με τη λογοτεχνία του Ντον ΝτεΛίλλο. Η Δημητρακάκη αντιπροτείνει μια ανασύνταξη της διαλεκτικής ανάμεσα στο προσωπικό και στο κοινωνικό όπως αυτά ορίζονται στο σύγχρονο βιοπολιτικό πεδίο. Διαλεκτικά με τους Νέγκρι και Χαρντ αλλά και με τον ύστερο, τον ώριμο Ετιέν Μπαλιμπάρ, θέτει το ερώτημα ποιες είναι οι νέες υποκειμενικότητες που παράγει η παγκοσμιοποίηση. Προς τα πού δηλαδή στρέφει το βλέμμα του ο άγγελος της ιστορίας.

 

Εκτός από τους συγγραφείς για τους οποίους σας μίλησα κάπως αναλυτικά, υπάρχουν κι άλλοι αξιόλογοι συγγραφείς, πάνω κάτω στις ηλικίες που προσδιόρισα λίγο πριν, οι οποίοι πραγματεύονται ζητήματα που μας αφορούν άμεσα, ζητήματα της σημερινής πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας, άλλοι πιο άμεσα κι άλλοι πιο έμμεσα και συγκαλυμμένα. Με τη βεβαιότητα ότι σίγουρα κάποιον ξεχνάω, θα αναφερθώ επιγραμματικά στους εξής: στον Κωσταντίνο Τζαμιώτη και στο μυθιστόρημά του Η πόλη και η σιωπή (Καστανιώτης, 2013), τον Γιάννη Τσίρμπα και το πρώτο του μυθιστόρημα Η Βικτώρια δεν υπάρχει (Νεφέλη, 2013), τον Γιάννη Πλιάγκο και το δεύτερο βιβλίο του Ο άσος στο μανίκι (Κέδρος, 2014), την Κάλλια Παπαδάκη και το μυθιστόρημά της Δενδρίτες (Πόλις, 2015), τον Δημήτρη Οικονόμου και το πρώτο του μυθιστόρημα Οι εγκλωβισμένοι (Ίκαρος, 2015). Με τα γρήγορα αντανακλαστικά τους, οι συγγραφείς αυτοί δείχνουν την ευαισθησία τους για τα κοινωνικά ζητήματα κι αυτό από μόνο του είναι σημαντικό για την ελληνική λογοτεχνία.

Ευχαριστώ.

 

 

Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας του γράφοντος στην εκδήλωση που διοργάνωσε η Πολιτική-Πολιτιστική Λέσχη Εκτός Γραμμής στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2015, με θέμα «Αναζητώντας μια σύγχρονη μυθολογία: Νέες τάσεις στην ελληνική λογοτεχνία» και αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Πάνου Τσερόλα Ασημένια θάλασσα. Στην εκδήλωση συμμετείχαν επίσης ο Παναγιώτης Σωτήρης, ο Θωμάς Τσαλαπάτης και ο Πάνος Τσερόλας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
23/06/2017 - 19:29

Οι G400 συζητάμε & ακούμε Blues με την Eliana “One woman blues band»

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
15/06/2017 - 10:40

Η Ηριάννα δε δέχτηκε να της υποδείξουν ποιους θα συμπαθεί, ποιους θα αγαπάει, με ποιους θα ζήσει.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ|
14/06/2017 - 08:05

Όταν ήρθε η κρίση, ο διεθνής εφοπλισμός βρέθηκε με πολλά, τεράστια και ακριβά καράβια που δεν είχε τι να τα κάνει, δεδομένης της μείωσης των εμπορικών ροών.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
13/06/2017 - 09:02

Οι διώξεις των μαθητών στο Ρέθυμνο είναι διώξεις απέναντι συνολικά σε όσους αγωνίζονται για τη δημόσια και δωρεάν παιδεία.