ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


ΔΙΕΘΝΗ |
Δευ, 10/04/2017 - 12:13

Το Brexit στον ασκό του Αιόλου


Περίπου εννιά μήνες μετά το δημοψήφισμα που αποφάσισε την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. και λίγο αφού η διαδικασία της αποχώρησης ξεκίνησε επίσημα με την ενεργοποίηση της διαδικασίας του άρθρου 50, λίγα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει για τη μορφή και την απόληξη αυτής της αποχώρησης. Ως προς τις άμεσες επιπτώσεις, ωστόσο, οι χειρότερες προβλέψεις του ευρέως εννοούμενου προοδευτικού χώρου μοιάζουν να έχουν επαληθευτεί. Η κυβέρνηση «ειδικής αποστολής» της Τερέζας Μέυ σε ρόλο Νέρωνα διακηρύσσει την ενότητα της χώρας και το λαμπερό πλην ασαφές μετα-Ε.Ε. μέλλον, την ώρα που η νεοφιλελεύθερη επέλαση της λιτότητας συνεχίζεται ακάθεκτη μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και ενισχυμένη πλέον με ένα κύμα ταχείας αντιδραστικοποίησης στο κοινωνικό επίπεδο. Η κατάσταση διάλυσης της αντιπολίτευσης δημιουργεί ένα εξαιρετικά πρόσφορο έδαφος για έναν αντιδραστικό κατήφορο που, μέσα σε μια εξίσου δυσμενή διεθνή συγκυρία, δεν δείχνει έτοιμος να σταματήσει.

Στον απόηχο της παραίτησης του Ντέιβιντ Κάμερον μετά την ήττα της κυβέρνησης στο δημοψήφισμα, σε μια περίοδο αβεβαιότητας, όπου οι εκλογές φαίνονταν πολύ πιθανό ενδεχόμενο, το Συντηρητικό Κόμμα πραγματοποίησε μια εντυπωσιακή επικοινωνιακή στροφή στον μεσαίο χώρο με το σύνθημα του «συμπονετικού συντηρητισμού», υποσχόμενο ένα νέο, πιο δίκαιο κοινωνικό συμβόλαιο που θα εξομάλυνε τις ολοένα και μεγαλύτερες κοινωνικές αντιθέσεις και θα μοίραζε ισότιμα τα προσδοκώμενα οφέλη από την απελευθέρωση από τα δεσμά της Ε.Ε. Με αυτό το πρόσημο, και με τη βοήθεια της άνευ προηγουμένου εσωτερικής κρίσης των Εργατικών, το Συντηρητικό Κόμμα πέτυχε να διασκεδάσει κάθε εντύπωση κρίσης και να καθιερωθεί στον δημόσιο διάλογο όχι απλώς ως η σωστή επιλογή αλλά ως η μόνη επιλογή διακυβέρνησης και διαχείρισης των επικείμενων κρίσιμων αποφάσεων. Με τη βεβαιότητα ότι τυχόν νέες εκλογές θα οδηγήσουν σε ενισχυμένη κυβερνητική πλειοψηφία, η Τερέζα Μέυ προχώρησε σε μια σειρά κινήσεων με ιστορική βαρύτητα για τη συνταγματική τάξη της Βρετανίας, η οποία διαμορφώνεται κυρίαρχα μέσω συναινέσεων και δεδικασμένων παρά μέσω γραπτών κειμένων και ψηφοφοριών, διεκδικώντας την απόλυτη πρωτοβουλία των κινήσεων αλλά και την τελευταία λέξη στο πεδίο των διαπραγματεύσεων για τη μορφή του Brexit. Παρά την ηχηρή δικαστική ήττα και υπό το βάρος των αντιδράσεων που αυτή ξεσήκωσε, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο κατηγορήθηκε για προσπάθεια ανατροπής της λαϊκής βούλησης, η κυβέρνηση πέτυχε τελικά να λάβει από το κοινοβούλιο λευκή επιταγή για τις διαπραγματεύσεις, φέρνοντας έτσι ένα βήμα πιο κοντά το «σκληρό Brexit», που θα σηματοδοτήσει την αποκοπή της Βρετανίας από την ενιαία αγορά της Ε.Ε. με αντάλλαγμα την απαλλαγή από την υποχρέωση διατήρησης της ελεύθερης διακίνησης αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και ανθρώπων – από τις οποίες βέβαια μόνο η τελευταία, επί της ουσίας, αντιμετωπίζεται πραγματικά ως ανεπιθύμητη.

Στην πραγματικότητα όμως καμία φιλολαϊκή αλλαγή πολιτικής δεν παρατηρήθηκε μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Μέυ. Αντιθέτως, στην ειδησεογραφία του χειμώνα κυριάρχησε η ολοένα και βαθύτερη κρίση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS), το οποίο από την ίδρυσή του το 1948 έχει καθιερωθεί ως αναπόσπαστο τμήμα του βρετανικού τρόπου ζωής – η βεβαιότητα δηλαδή ότι η περίθαλψη είναι αδιαπραγμάτευτη και καθολικά διαθέσιμη. Οι ουρές στα νοσοκομεία και οι ακυρώσεις επεμβάσεων αυξάνονται κατακόρυφα, ενώ σε τουλάχιστον μία δημοσκόπηση το ζήτημα καταγράφηκε ως σημαντικότερο από το Brexit για την πλειονότητα των ερωτηθέντων. Την ώρα που οι αριθμοί καταγράφουν αμείλικτα την καταβαράθρωση του επιπέδου των παροχών στο NHS και ενώ οι εκπρόσωποι των γιατρών και των νοσοκομείων προειδοποιούν ότι τα χειρότερα έρχονται, η κυβέρνηση αμετακίνητα επιμένει ότι η χρηματοδότηση του συστήματος αυξάνεται. Αντίστοιχη εικόνα παρατηρείται στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, όπου το σύστημα παροχής επιδομάτων γίνεται όλο και πιο συνώνυμο με την απάνθρωπη αντιμετώπιση των δικαιούχων. Ακόμα πιο επιθετικές αλλαγές πραγματοποιούνται σε τομείς όπως η εκπαίδευση, όπου η κυβέρνηση νομοθέτησε την απαγόρευση ίδρυσης νέων σχολείων πλην των προτύπων (όπου οι μαθητές εισάγονται επιλεκτικά), επιδοτώντας παράλληλα, με τα χρήματα των περικοπών στα σχολικά λεωφορεία, τη μετακίνηση μαθητών προς αυτά τα σχολεία με ταξί. Την ίδια στιγμή, τα περιστατικά ακραίας φτώχειας σε όλη τη χώρα, όπως οι αυξανόμενοι αριθμοί άστεγων εργαζόμενων στο Λονδίνο, αποτελούν πλέον καθημερινότητα. Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να αποτελεί έκπληξη όταν, κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η Βρετανία όχι μόνο ήταν η χώρα του αναπτυγμένου κόσμου με τη μεγαλύτερη πτώση του μέσου βιοτικού επιπέδου μετά την Ελλάδα, αλλά και η μόνη χώρα όπου υπήρξε πτώση του βιοτικού επιπέδου με παράλληλη άνοδο του ΑΕΠ. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Συντηρητικών αποδεικνύονται άξιες διάδοχοι της κυβέρνησης Θάτσερ, κατάλληλα προσαρμοσμένης όμως στην post-truth εποχή, όπου η πρωθυπουργός μπορεί να φωτογραφίζεται στη Vogue με ρούχα αξίας χιλιάδων λιρών, χωρίς καν την υποχρέωση να αναγνωρίζει την κοινωνική πραγματικότητα.

Παράλληλα όμως με την υλοποίηση μιας επιθετικά αντιδραστικής οικονομικής πολιτικής, η κυβέρνηση σημειώνει επιτυχίες και στην ικανοποίηση των αντανακλαστικών του παραδοσιακού, συντηρητικού ακροατηρίου της. Με σημαία τον περιορισμό της μετανάστευσης, που αποτέλεσε άλλωστε κομβικό ζήτημα της εκστρατείας υπέρ του Brexit οδηγώντας τελικά στην ταύτιση εν πολλοίς των δύο ζητημάτων, στο φόντο και της αύξησης των μικρών ή μεγαλύτερων ρατσιστικών επιθέσεων μετά το δημοψήφισμα, η ολοένα και πιο αντιδραστική στροφή του δημόσιου λόγου γίνεται συνεχώς εμφανής. Η εξαγγελία του περιορισμού της αποδοχής φοιτητών από το εξωτερικό στα βρετανικά πανεπιστήμια, είτε εφαρμοστεί είτε όχι, στέλνει προς όποιον θέλει να το ακούσει το μήνυμα ότι η «λαϊκή βούληση», ερμηνευόμενη φυσικά κατά το δοκούν, θα εφαρμοστεί ακόμα και εις βάρος νευραλγικών τομέων της οικονομίας. Εξίσου θα εφαρμοστεί και εις βάρος των μέχρι πρότινος δεδομένων αξιών ανεκτικότητας της βρετανικής κοινωνίας, όπως δείχνει η οδηγία για την απέλαση των Αφγανών προσφύγων που ζητούν άσυλο ως ομοφυλόφιλοι – αφού αν επιστρέψουν στη ντουλάπα μπορούν, σύμφωνα με το Home Office, άφοβα να επιστρέψουν και στη χώρα τους. Ένα δείγμα μόνο των περιστατικών που δείχνουν ότι, παράλληλα με την ανοιχτή προσέγγιση της κυβέρνησης Μέυ προς τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και την αναγωγή του τελευταίου σε πρότυπο από μερίδα των Brexiteers, η προσεκτικά καλλιεργημένη τα τελευταία χρόνια εικόνα της ιδιαίτερα ανοιχτής και ανεκτικής βρετανικής κοινωνίας απέχει πλέον πολύ από την πραγματικότητα.

Βρίσκεται όμως όλη η Βρετανία υπό συντηρητική «κατοχή»; Όχι ακριβώς, καθώς στη Σκωτία, υπό τη διακυβέρνηση του κεντροαριστερού Σκωτσέζικου Εθνικού Κόμματος (SNP), υπό το γενικό σύνθημα για «πιο δίκαιη Σκωτία», τα πράγματα εξελίσσονται σε πολύ διαφορετικούς ρυθμούς. Καθώς οι περισσότεροι τομείς της εσωτερικής πολιτικής αποτελούν αποκεντρωμένες αρμοδιότητες της τοπικής κυβέρνησης, η Σκωτία έχει αποφύγει σημαντικό μέρος των περικοπών που έχουν επιβληθεί στην υπόλοιπη χώρα, κάτι που αποτελεί μόνο μία από της πολλές πτυχές του διευρυνόμενου χάσματος στο εσωτερικό τού (πάλαι ποτέ) Ηνωμένου Βασιλείου. Με αφετηρία την κατάληψη της κυβέρνησης για πρώτη φορά το 2007, το SNP έφερε το ζήτημα της σκωτσεζικής εθνικής ταυτότητας δυναμικά στο προσκήνιο, με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα του 2014, απ’ όπου παρά την απόρριψη της ανεξαρτησίας το κόμμα βγήκε σαφώς ενισχυμένο. Η ταχύτατη παγίωση της πολιτικής ηγεμονίας του SNP στη χώρα εις βάρος των μέχρι πρότινος παντοδύναμων Εργατικών, που ενισχύθηκε με την κατάληψη των 56 από τις 59 έδρες της Σκωτίας στο βρετανικό κοινοβούλιο χάρη στο πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα των μονοεδρικών περιφερειών, θεωρείται πολύ πιθανό να ολοκληρωθεί στις τοπικές εκλογές του Μαΐου με την κατάληψη του μεγαλύτερου τουλάχιστον μέρους των δημοτικών αρχών.

Οι διαφορές ανάμεσα στη Σκωτία του SNP και την Αγγλία των Τόρηδων δεν σταματούν βέβαια στο πεδίο της οικονομίας – άλλωστε το SNP πέρα από διορθωτικές παρεμβάσεις δεν αμφισβητεί κατά κανέναν τρόπο την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Πολύ πιο έκδηλη είναι η διαφορά στο πεδίο των κοινωνικών ζητημάτων. Το SNP αλλά και το ευρύτερο μπλοκ συμμαχιών που έχει δημιουργηθεί γύρω από το επίδικο της ανεξαρτησίας (που περιλαμβάνει τους Πράσινους και μια σειρά μικρότερα κόμματα και οργανώσεις της αριστεράς), προωθούν μια εκδοχή της αναγεννημένης εθνικής ταυτότητας της Σκωτίας που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αποδοχή της διαφορετικότητας αλλά και των μεταναστών ως οργανικού στοιχείου του έθνους.[1] Σε πείσμα των κυρίαρχων πολιτικών τάσεων σε όλες σχεδόν τις δυτικές χώρες, η Σκωτία παρουσιάζεται ως μια χώρα-προπύργιο της ισότητας, της ανεκτικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, εικόνα που, βασιζόμενη σε μεγάλο βαθμό στην πραγματικότητα, μεγεθύνεται κατά πολύ υπό το πρίσμα της αυτόματης σύγκρισης με τα τεκταινόμενα στην Αγγλία. Η αντίληψη αυτή, δεδομένων των χαρακτηριστικών που είχαν λάβει τα στρατόπεδα στο δημοψήφισμα του Ιουνίου, εκφράστηκε έντονα όπως ήταν αναμενόμενο με την αποφασιστική επικράτηση της παραμονής στην Ε.Ε., γεγονός που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου και επιτάχυνε την προδιαγεγραμμένη νέα μετωπική σύγκρουση μεταξύ Εδιμβούργου και Λονδίνου.

Η επιλογή της πρωθυπουργού της Σκωτίας, Νίκολα Στέρτζιον, να κινήσει τις διαδικασίες πραγματοποίησης ενός νέου δημοψηφίσματος στα τέλη του 2018, όταν δηλαδή θα έχει οριστικοποιηθεί –θεωρητικά– η συμφωνία για την επόμενη μέρα του Brexit, έγινε αντιληπτή από όλα τα στρατόπεδα ως ένα στοίχημα υψηλού ρίσκου, καθώς τυχόν νέα ήττα θα παραπέμψει εκ των πραγμάτων την πιθανότητα της ανεξαρτησίας στο (αρκετά) μακρινό μέλλον. Η κοινωνία εμφανίζεται, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, εξαιρετικά διχασμένη τόσο ως προς τη σκοπιμότητα της διενέργειας ενός δημοψηφίσματος όσο και ως προς το αποτέλεσμα αυτού – είναι σίγουρο ωστόσο ότι μεγάλη μερίδα των υποστηρικτών της ανεξαρτησίας είναι πιο αποφασισμένη από ποτέ, όχι μόνο αυτοτελώς λόγω του ζητήματος της παραμονής ή μη στην Ε.Ε., αλλά και λόγω της στάσης της κυβέρνησης του Λονδίνου, η οποία έχει αδιαφορήσει επιδεικτικά απέναντι σε όλες τις προσπάθειες της Σκωτίας να επηρεάσει τη διαδικασία του Brexit – ο αρμόδιος για το Brexit Σκωτσέζος υπουργός, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου, ενημερώθηκε για την ημερομηνία ενεργοποίησης του άρθρου 50 από τις πρωινές ειδήσεις.

Η αίσθηση απουσίας ενδιαφέροντος για τη Σκωτία από την κεντρική κυβέρνηση εντείνεται και λόγω του εκλογικού συστήματος, που πρακτικά στερεί από τα πανεθνικά κόμματα (και επομένως από την εκάστοτε κυβέρνηση) κάθε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση από τη Σκωτία, κατάσταση που θα παραμείνει αμετάβλητη όσο δεν κλονίζεται η κυριαρχία του SNP. Ταυτόχρονα, παρά την αρχική υπόσχεση ότι οι εξουσίες που θα επιστρέψουν από τις Βρυξέλλες θα αποκεντρωθούν άμεσα προς στις τοπικές κυβερνήσεις, η κυβέρνηση Μέυ έχει εκφράσει την πρόθεσή της για επανεξέταση της διανομής των εξουσιών αυτών. Η σκλήρυνση της στάσης της Μέυ και η προσέγγισή της απέναντι στο Brexit κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τον περιορισμό της αυτονομίας που έχει κατακτηθεί βήμα βήμα και την εκ νέου επιβολή στενότερου ελέγχου από το Λονδίνο. Η περίοδος, επομένως, είναι εξαιρετικά πρόσφορη για την ανάδειξη των περιορισμών που επιβάλλει στη Σκωτία η παραμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο και της ανεξαρτησίας ως εναλλακτικής (σημείωση: μιας μικρή αλλά όχι αμελητέα μερίδα υποστηρικτών της ανεξαρτησίας επιδιώκει την πλήρη ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας με την ταυτόχρονη παραμονή της ανεξάρτητης Σκωτίας εκτός της Ε.Ε.). Σε αυτό το φόντο, η διαφαινόμενη πρόθεση της Τερέζας Μέυ να μην επιτρέψει τη διενέργεια δημοψηφίσματος μέχρι μετά την περάτωση των διαδικασιών αποχώρησης από την Ε.Ε., παρόλο που σίγουρα θα ικανοποιήσει όσους απεύχονται την περαιτέρω ένταση της πολιτικής αβεβαιότητας, εξίσου σίγουρα θα γίνει βούτυρο στο ψωμί του στρατοπέδου της ανεξαρτησίας, με πλήρες σχεδόν το πολιτικό φάσμα τόσο στη Σκωτία όσο και στην Αγγλία να προειδοποιεί ότι με την άρνηση αυτή η διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου έρχεται ένα ακόμη βήμα πιο κοντά.

Αξιοσημείωτη εξαίρεση σε αυτή την ανάλυση, ωστόσο, αποτελούν οι Σκωτσέζοι Εργατικοί. Η τοπική πτέρυγα των Εργατικών, που έπειτα από χρόνια κυριαρχίας ήδη από τα μισά της προηγούμενης δεκαετίας φυλλορροεί ακατάσχετα προς το SNP, επισφράγισε το πολιτικό της αδιέξοδο συμμετέχοντας υπό κοινή ομπρέλα με τα υπόλοιπα κόμματα στην εκστρατεία ενάντια στην ανεξαρτησία το 2014, διαδικασία που ανέδειξε αδιαφιλονίκητα κερδισμένους τους Σκωτσέζους Συντηρητικούς, οι οποίοι αναδείχτηκαν σε κυρίαρχο πόλο συσπείρωσης των υπέρμαχων της ένωσης και συνακόλουθα σε αξιωματική αντιπολίτευση, παρότι η απέχθεια προς το Συντηρητικό Κόμμα παραμένει συντριπτικά πλειοψηφικό αίσθημα στη χώρα. Υπό την ηγεσία της Κέζια Ντάγκντεϊλ, προερχόμενης από τη δεξιά πτέρυγα του κόμματος, οι Εργατικοί έπεσαν στην τρίτη θέση σε ψήφους στη Σκωτία ύστερα από περισσότερο από έναν αιώνα, ενώ η παραμονή του ζητήματος της ανεξαρτησίας στο προσκήνιο και η αδιαλλαξία της κομματικής ηγεσίας ως προς αυτό επιτρέπει ελάχιστα περιθώρια αλλαγής της κατάστασης – η πλήρης ταύτιση Εργατικών και Συντηρητικών στην άρνηση της πραγματοποίησης ενός νέου δημοψηφίσματος στερεί την τελευταία ίσως δυνατότητα διαφοροποίησης που θα μπορούσε να ανακόψει την περιθωριοποίηση των Εργατικών. Η ανοιχτή προτροπή των τελευταίων για την παρεμπόδιση του δημοψηφίσματος αλλά και άστοχες επικοινωνιακές κινήσεις όπως η έλευση του δημάρχου του Λονδίνου, επίσης προερχόμενου από τη δεξιά πτέρυγα των Εργατικών, Σαντίκ Καν, στη Σκωτία, όπου σε ομιλία του εξίσωσε εμμέσως πλην σαφώς τους υποστηρικτές της ανεξαρτησίας με τους ρατσιστές, εντείνουν όλο και περισσότερο την εντύπωση της πλήρους απομάκρυνσης του κόμματος από την κοινωνική πραγματικότητα.Ο εκφυλισμός των Εργατικών αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα στο φόντο της πιθανότητας ανεξαρτητοποίησης της Σκωτίας. Η προδιαγεγραμμένη κρίση στην οποία θα οδηγηθεί το SNP την επόμενη μέρα, λόγω της απώλειας του βασικού συγκολλητικού επιδίκου του, θα οδηγήσει στην απελευθέρωση δυνάμεων τόσο προς τα δεξιά όσο και προς τα αριστερά και είναι, επομένως, ζητούμενο η συγκρότηση ενός πραγματικού αριστερού πόλου που να μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά την πορεία της χώρας.

Επιστρέφοντας στο επίπεδο του Ηνωμένου Βασιλείου, σε μια τέτοια συνθήκη σαφώς πρωταρχικό ενδιαφέρον έχει η κίνηση της αντιπολίτευσης – ιδίως μετά την παγίωση (προς ώρας) του Τζέρεμυ Κόρμπυν στην ηγεσία των Εργατικών μετά τη δεύτερη συνεχόμενη νίκη του στις εσωκομματικές εκλογές. Η νίκη αυτή όμως ελάχιστα βοήθησε στην εξομάλυνση της εικόνας εσωτερικού εμφυλίου στο κόμμα που επικράτησε αμέσως μετά το δημοψήφισμα του περασμένου Ιουνίου, με την ανοιχτή αμφισβήτηση της (εκλεγμένης από τα μέλη) ηγεσίας από τον κομματικό μηχανισμό. Αντί για την επιστροφή στην κομματική πειθαρχία ή ακόμα και τη διάσπαση του κόμματος, μεγάλη μερίδα βουλευτών και στελεχών έχει επιλέξει τη λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτή αμφισβήτηση του Κόρμπυν και συνολικά της αριστερής στροφής που επιχειρεί σε κάθε ευκαιρία. Σημείο ποιοτικής τομής στη διαδικασία αυτή ήταν η μαζική ανυπακοή δεκάδων βουλευτών που καταψήφισαν την ενεργοποίηση του άρθρου 50, παρά την κομματική γραμμή που έθετε ως απαράβατο όρο το σεβασμό στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, αλλά και η κατακραυγή απέναντι στον Κόρμπυν από τους Σκωτσέζους Εργατικούς όταν εξέφρασε την άποψη ότι το Λονδίνο δεν θα πρέπει να παρεμποδίσει τη διενέργεια δημοψηφίσματος στη Σκωτία. Η εικόνα αυτή, σε συνδυασμό με το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα των μονοεδρικών περιφερειών, που διευκολύνει την κατάκτηση εδρών από τους Συντηρητικούς όταν εκείνοι συσπειρώνουν την ψήφο ως εγγυητές του Brexit αλλά και την απώλεια δεκάδων σίγουρων εδρών στη Σκωτία, που δυσχεραίνει κατά πολύ τα εκλογικά μαθηματικά των Εργατικών, απομακρύνει σημαντικά το ενδεχόμενο κατάκτησης της κυβερνητικής εξουσίας. Γεγονός που λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, με μεγάλη μερίδα μετριοπαθών πρώην υποστηρικτών του Τζέρεμυ Κόρμπυν να στρέφονται σταδιακά εναντίον του, καλώντας τον να αποχωρήσει στο όνομα της ενότητας του κόμματος και παραβλέποντας βέβαια το γεγονός ότι η στήριξή του από τη βάση του κόμματος παραμένει συντριπτική, κάτι που καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνη κάθε προσπάθεια εξώθησής του από την ηγεσία.

Το (καλοπροαίρετο ή μη) λάθος στις εκτιμήσεις αυτές είναι φυσικά ότι η ανυπακοή του κομματικού κατεστημένου δεν αφορά το πρόσωπο του Κόρμπυν, όπως ακούγεται απ’ όλες τις πλευρές, αλλά την πολιτική στροφή που εκπροσωπεί. Το πολιτικό κενό που η ηγεσία των Εργατικών επιχειρεί να καλύψει, αυτό δηλαδή ενός φορέα που θα αναδείξει τις θετικές προοπτικές που το Brexit ανοίγει για τον εργαζόμενο λαό και θα διεκδικήσει την κηδεμονία της διαδικασίας της εξόδου, είναι υπαρκτό και γιγαντιαίο. Το οξύμωρο βέβαια γεγονός ότι το μέχρι πρόσφατα κόμμα του Τόνυ Μπλαιρ καλείται σήμερα να καλύψει αυτό το κενό χωρίς σοβαρό αντίπαλο αποτελεί κραυγαλέα απόδειξη των αδυναμιών της βρετανικής αριστεράς και την πλήρη απουσία του αριστερού αντι-Ε.Ε. λόγου το προηγούμενο διάστημα. Η προσπάθεια αυτή ωστόσο υπονομεύεται συστηματικά όχι μόνο από σύσσωμο το πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο, που απεύχεται μια τέτοια εξέλιξη όσο τίποτα, αλλά και από την αδυναμία μεγάλου μέρους του προοδευτικού κόσμου να συλλάβει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται σε μια αέναη καταστροφολογία για τις συνέπειες της εξόδου ή σε προσπάθειες αναθεώρησης του αποτελέσματος με ποικίλους τρόπους. Η πρώτη πρακτική έχει πολλάκις αποδειχτεί απωθητική προς τους πιθανούς αποδέκτες. Η δεύτερη, ακόμα και στην πιο καλοπροαίρετη εκδοχή της, που μιλάει για νέο δημοψήφισμα όταν γνωστοποιηθούν οι όροι της συμφωνίας, ευλόγως εκλαμβάνεται ως απόπειρα ανατροπής της λαϊκής ετυμηγορίας και αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Στον Τζέρεμυ Κόρμπυν συγκεκριμένα χρεώνεται τακτικά ότι με την οποιαδήποτε στήριξη στη διαδικασία του Brexit ταυτίζεται με τους Συντηρητικούς, «προδίδοντας» τους υποστηρικτές της παραμονής, κάτι που καθιστά ακόμα πιο γλαφυρή την αντίφαση όταν οι ίδιοι επικριτές του τον κατηγορούν για απομάκρυνση από το λαϊκό αίσθημα. Ωστόσο, η σταδιακή επέκταση της επιρροής των υποστηρικτών του Κόρμπυν, με βασικό όχημα το Momentum, αριστερή τάση στο εσωτερικό του κόμματος, στη βάση και στα συνδικάτα, δεν πρέπει να υποτιμάται όσο κι αν επισκιάζεται από τα επικριτικά άρθρα και τις αποθαρρυντικές δημοσκοπήσεις. Το εγχείρημα Κόρμπυν έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα και πολύ δύσκολα πλέον μπορεί να καταλήξει σε συμβιβασμό με το επί δεκαετίες συστημικό κατεστημένο των Εργατικών. Η μετωπική σύγκρουση των δύο αντιλήψεων σίγουρα θα οδηγήσει στη συντριβή της μίας ή της άλλης, με επακόλουθο είτε τον αφανισμό του ηττημένου είτε τη διάσπαση του κόμματος. Η επικράτηση στον εσωκομματικό συσχετισμό έχει τεράστια συμβολική σημασία και για τις δυο πλευρές, ωστόσο εύκολα θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι μια διάσπαση προς τα αριστερά θα έδινε τη δυνατότητα σε μια πιο καθαρή αριστερή αντίληψη να αναπτυχθεί χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος. Το κατά πόσον όμως μια τέτοια διάσπαση θα μπορούσε να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή είναι αμφίβολο, ενώ οι ιστορικές ενδείξεις είναι σε γενικές γραμμές αποθαρρυντικές.

Η τακτική της απόπειρας κατάληψης, επί της ουσίας, ενός συστημικά μεταλλαγμένου πρώην κυβερνητικού κόμματος ως όχημα ανάδειξης μιας αριστερής εναλλακτικής μπορεί να ξενίζει έντονα, αιτιολογείται όμως σε έναν βαθμό τόσο λόγω της ιστορικότητας του Εργατικού κόμματος και της οργανικής σχέσης του με τα συνδικάτα, όσο και λόγω της εξαιρετικής αδυναμίας τής πέραν αυτού βρετανικής αριστεράς, που ιστορικά έχει οδηγήσει ένα σημαντικό δυναμικό αριστερών αγωνιστών στην παραμονή σε αυτό παρά τη μακρόχρονη εσωκομματική περιθωριοποίηση. Ταυτόχρονα, ωστόσο, μια τέτοιου τύπου διαδικασία σταδιακής μετατόπισης, εκ των πραγμάτων μακροπρόθεσμη, φαντάζει εξίσου ξένη σε ένα ακροατήριο και μια ολόκληρη κοινωνία με πλήρη ηγεμονία του κοινοβουλευτισμού, όπου οποιαδήποτε διεργασία δεν ευθυγραμμίζεται με τον στόχο της κατάληψης της εξουσίας στις επόμενες εκλογές αντιμετωπίζεται με εχθρικά αντανακλαστικά, μια κατάσταση που οξύνεται από την ανεξέλεγκτη επέλαση των Συντηρητικών που καθιστά όντως επιτακτική για τα λαϊκά στρώματα την απομάκρυνσή τους από την εξουσία, με αποτέλεσμα να παραβλέπεται πολλές φορές το προφανές, κατά τα άλλα, επίδικο του ποιοι τελικά Εργατικοί θα είναι εκείνου που θα αποτελέσουν τη θετική εναλλακτική. Το ελληνικό παράδειγμα έχει αποδείξει πως ο πολιτικός χρόνος μπορεί να συμπυκνώνεται σε κρισιακές συνθήκες και το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών, είτε αυτές γίνουν το 2020, μετά δηλαδή την ολοκλήρωση των διαδικασιών του Brexit, είτε επισπευσθούν από τις εξελίξεις, κάθε άλλο παρά δεδομένο μπορεί να θεωρηθεί. Ωστόσο, χρειάζονται γενναία ποιοτικά βήματα και τομές με το παρελθόν για να μπορέσει ένα Εργατικό κόμμα πολύ διαφορετικό από το σημερινό να αποτελέσει καταλυτικό παράγοντα για την αναγέννηση ενός λαϊκού κινήματος με κατευθύνσεις πλατύτερες και ορίζοντα βαθύτερο από τις εκλογές. Οι πρώτοι μήνες του 2017 έχουν αναδείξει, έστω και πρωτόλεια, κάποιες δυνατότητες κινηματικής συσπείρωσης του προοδευτικού κόσμου, με σημαντικές συγκεντρώσεις σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην ορκωμοσία Τραμπ και το διάταγμα περιορισμού της εισόδου στην Αμερική, όπως και ευρύτερου περιεχομένου συγκεντρώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών και των μεταναστών, αλλά και για την υποβάθμιση του συστήματος υγείας. Η συνεύρεση, η ώσμωση και η διεύρυνση αυτών των κινημάτων και η αποφασιστική οικοδόμησή τους σε πλατιά βάση αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για τη δυνατότητα του λαϊκού παράγοντα να συμβάλει στη διαμόρφωση της επόμενης μέρας στην ιδιαίτερα ρευστή συγκυρία που διέρχεται η Βρετανία.

Χωρίς τα παραπάνω, μπορούμε βέβαια να κάνουμε εκτιμήσεις για την πορεία και τις συνέπειες του Brexit, πολύ δύσκολα όμως μπορεί οποιαδήποτε τέτοια εκτίμηση να έχει θετικό πρόσημο. Ηθελημένα ή όχι, ο ρόλος που το Συντηρητικό κόμμα και προσωπικά η Τερέζα Μέυ ανέλαβε να παίξει θυμίζει πολύ περισσότερο τον ρόλο που διεκδικεί η Μαρίν Λεπέν παρά τον ρόλο μιας ακόμη συντηρητικής, αντιδραστικής ευρωπαϊκής κυβέρνησης. Πέρα από τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού, σε τελική ανάλυση στη Βρετανία σήμερα γινόμαστε απλώς μάρτυρες των συνεπειών τής άνευ όρων παράδοσης της αντι-Ε.Ε. πολιτικής στις διάφορες αποχρώσεις της δεξιάς. Όπου κι αν οδηγήσει το ξετύλιγμα του κουβαριού της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η 29η Μαρτίου του 2017, που σήμανε την έναρξή του, δεν θα γραφτεί στην ιστορία ως μια νίκη των λαών της Ευρώπης αλλά ως η μέρα που ένα εναλλακτικό, εξίσου αντιδραστικό, αστικό πολιτικό σχέδιο μπήκε επίσημα σε κίνηση απέναντι στη συγκεντρωτική αρχιτεκτονική της Ε.Ε., σημαίνοντας την αρχή της βαθύτερης μέχρι τώρα κρίσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Το ρολόι για την αντι-Ε.Ε. αριστερά συνεχίζει, πιο εκκωφαντικά από ποτέ, να μετράει αντίστροφα.

 

[1] O όρος «εθνικό» στην ονομασία του κόμματος αλλά και ο χαρακτηρισμός «εθνικιστές» (nationalists) που αποδίδεται στους υποστηρικτές του αναφέρονται ετυμολογικά στον φιλελεύθερο εθνικισμό (civic/liberal nationalism), που βασίζεται στη φιλελεύθερη έννοια του έθνους-κράτους και δεν σχετίζεται άμεσα με τη συνήθη έννοια της λέξης «εθνικισμός» στην ελληνική γλώσσα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
20/10/2017 - 15:05

Όσο δεν μιλάμε για τις σεξιστικές επιθέσεις τόσο η κοινωνία (είτε λέγεται ΕΑΑΚ, είτε οικογένεια, είτε λαός) θα κάνει ότι δεν υπάρχουν. 

 

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.