ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


ΔΙΕΘΝΗ |
Τρί, 10/10/2017 - 09:52

Για την κατάσταση στα διεθνή: Μπροστά σε μεγάλες αλλαγές που δεν θα αλλάξουν τίποτα


Οι σχολιαστές του διεθνούς τύπου όλο το τελευταίο διάστημα, από την εκλογή του Μακρόν και μετά, ήταν απολύτως βέβαιοι: «Επιτέλους, είδαμε την αρχή του τέλους του “λαϊκισμού” στην Ευρώπη!». Μάλιστα, μετά τις γερμανικές εκλογές, οι οποίες διαδικαστικό μόνο ρόλο υποτίθεται θα είχαν, όταν το αφήγημα Μακρόν θα έβρισκε υποτίθεται ευήκοα ώτα στο Βερολίνο, μια νέα φεντεραλιστική εποχή θα μπορούσε ν’ ανατείλει  στην πολύπαθη Ευρώπη.

Προφανώς τα παραπάνω ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Η έκπληξη όμως με την οποία ο διεθνής τύπος υποδέχτηκε το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών είναι η ίδια... εκπληκτική.  Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η ικανότητα του «σοβαρού» διεθνούς τύπου να εντυπωσιάζει με το εύρος των φληναφημάτων που προσφέρει ως σοβαρή πολιτική ανάλυση που δρα ως πυξίδα για τις ανώτερες τάξεις. Η ανικανότητα αυτή δεν είναι δείγμα ξαφνικής βλακείας. Ούτε σύμπτωμα της παρακμής του τύπου – τουλάχιστον όχι μόνο αυτής. Είναι μάλλον σύμπτωμα της δομικής κρίσης υποδείγματος –το ότι δεν ξέρει προς ποια κατεύθυνση να πάει, ποιου το παράδειγμα να ακολουθήσει, ποιος εντέλει είναι ο ισχυρός κρίκος της αλυσίδας– στην οποία έχει παγιδευτεί ο ιμπεριαλισμός αυτήν την περίοδο.

 

Η ασταθής μεγάλη εικόνα...

Ποτέ πριν, στο μεταπολεμικό διεθνές πεδίο, δεν υπήρχε τόσο έντονη εικόνα χάους στην οικονομία και την πολιτική, τόση αδυναμία πρόβλεψης των κινήσεων των κύριων παικτών.

Φυσικά, συνήθως το ψάρι βρομάει από το κεφάλι. Οι ΗΠΑ είναι αυτή τη στιγμή ο «μεγάλος ασθενής» στο διεθνές πεδίο, η κυριότερη στοχαστική μεταβλητή. Η βαθιά κρίση του παραγωγικού της μοντέλου δεν ξεπεράστηκε με την τελευταία κρίση, το αντίθετο· αντί να γίνει βαθιά απαξίωση μη ανταγωνιστικών κεφαλαίων και να εισαχθούν νέες μέθοδοι παραγωγής και εκμετάλλευσης εργασίας, νέα προϊόντα και υπηρεσίες να ξεκινήσουν έναν «ενάρετο» κύκλο υπεραξίωσης, στην πραγματικότητα η υπερδύναμη ανακύκλωσε  τα τελευταία χρόνια χρέη με τη βοήθεια τεχνικών όπως η «ποσοτική χαλάρωση». Το αποτέλεσμα ήταν μια εξαιρετικά αναιμική ανάκαμψη, βάθεμα και σταθεροποίηση των ανισοτήτων, νεκρό χρηματικό κεφάλαιο που χρηματοδότησε διάφορες καινούργιες φούσκες, νέα προϊόντα που παρουσιάζονται ως «νέες τεχνολογίες» κ.λπ., χωρίς όμως να είναι πραγματικά τέτοια. Το Uber, ο Έλον Μασκ και τα... ταξίδια που θα κάνει στον Άρη, ο χρηματιστηριακός γιγαντισμός των εταιριών κοινωνικών δικτύων (Facebook κ.ο.κ.), της Apple και της Google, η τεράστια φούσκα του Bitcoin (το οποίο βέβαια εν μέρει εξηγείται από την πλήρη υποστήριξη που του δίνουν οι διάφορες μαφίες λόγω της ικανότητάς του να λειτουργεί ως πλυντήριο μαύρου χρήματος) είναι μερικά από αυτά.

Το χρηματιστήριο σπάει διαδοχικά ρεκόρ σε μια περίοδο που η βιομηχανική παραγωγή και το διεθνές εμπόριο καθόλου δεν δικαιολογούν τέτοιες επιδόσεις. Οι φούσκες αυτές θα σκάσουν – αν και δεν υπάρχει τρόπος να προβλεφθεί το πότε. Είναι όμως πιθανό να σκάσουν το αμέσως επόμενο διάστημα, λόγω και του τέλους της ποσοτικής χαλάρωσης (QE) που αποφάσισε η Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα. Πρόκειται για κίνηση που αν και αδιάφορη για την «πραγματική» λεγόμενη οικονομία, θα έχει όμως συνέπειες για το χρηματιστικό κεφάλαιο. Το πρόγραμμα αυτό ισοδυναμούσε χοντρικά με τζάμπα λεφτά για όσους δεν τα χρειάζονταν (τις τράπεζες και τους πολύ πλούσιους, τη Wall Street). Τα λεφτά αυτά διοχετεύονταν, ελλείψει άλλων κερδοφόρων παραγωγικών επενδύσεων, σε μη παραγωγικές αλλά πολύ κερδοφόρες δραστηριότητες: μετοχές, είδη πολυτελείας, real estate που είναι και η ειδικότητα του Τραμπ. Το σταμάτημα επομένως του QE μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να σημάνει ένα λιγότερο ή περισσότερο γρήγορο σκάσιμο της φούσκας. Η ένταση του σκασίματος είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, ένας των οποίων μπορεί να είναι και η ικανότητα του κράτους να τη διαχειριστεί, να μεταβιβάσει με ομαλό τρόπο τα κόστη στις κατώτερες τάξεις κ.λπ. Η υπόσχεση Τραμπ για περαιτέρω μείωση του φόρου των εταιρικών κερδών στο 20% (το χαμηλότερο του αναπτυγμένου κόσμου), εκτός από δώρο στο πολυεθνικό κεφάλαιο είναι και μια προσπάθεια να προληφθούν «δυσάρεστες» εξελίξεις από το τέλος του QE: γιγαντιαίες φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο, αιματηρές περικοπές για τους υπόλοιπους. Ακόμα κι έτσι, το σχέδιο δέχεται σφοδρή κριτική από αρκετούς εκπροσώπους της Wall Street: Για παράδειγμα, ο Ουώρρεν Μπάφετ (Warren Buffet) το κατέκρινε ηχηρότατα ως τελικά αναποτελεσματικό και επικίνδυνο για τα κρατικά ελλείμματα, δείχνοντας ότι τα πολιτικά στηρίγματα του Τραμπ ανάμεσα σε αυτούς που υποτίθεται ότι είναι η δύναμη ενός προέδρου των ΗΠΑ, δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς.

Αν όντως το σκάσιμο της φούσκας γίνει στο επόμενο διάστημα, θα γίνει στα χέρια της πιο ανίκανης να διαχειριστεί κρίσεις κυβέρνησης που γνώρισε ποτέ η υπερδύναμη. Μιας κυβέρνησης υπονομευμένης εξ αρχής από το γεγονός ότι αδυνατεί να συμβιβάσει μεταξύ τους μονοπωλιακά συμφέροντα (αυτός είναι ίσως ο κυριότερος ρόλος της αμερικανικής προεδρίας), τα οποία με τη σειρά τους της κάνουν αντιπολίτευση. Κανένας πρόεδρος δεν είχε τόσο μεγάλο μέρος του πολιτικού και δημοσιογραφικού κατεστημένου να είναι a priori εχθρικό απέναντί του. Αλλά και κανένας πρόεδρος δεν είχε τόσο ασταθές επιτελείο – λίγοι σύμβουλοι άντεξαν περισσότερο από λίγους μήνες ως τώρα.

Και αυτό επειδή ο «καημένος» ο Τραμπ είναι κατά κάποιο τρόπο ο ίδιος πρόθυμο θύμα της κρίσης: προϊόν ενός συστήματος που δεν μπορεί να ξεπεράσει τις αντιθέσεις του, βυθίζεται και ο ίδιος στις αντιφάσεις, αδυνατώντας να χαράξει μακροπρόθεσμη στρατηγική, λειτουργώντας τελικά ως πολιτικός ηλίθιος, έρμαιο της σκληρής εκλογικής του βάσης, των κατώτερων μικροαστικών βασικά λευκών στρωμάτων με βαθιά συντηρητική ιδεολογία και αδυναμία χάραξης αυτοδύναμης πολιτικής: αυτά τα στρώματα δηλαδή που σε άλλες χώρες και συνθήκες αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη δημιουργία ενός φασιστικού κινήματος. Έναν χρόνο σχεδόν μετά την εκλογή του και δεν έχει ακόμα καταφέρει να περάσει καμιά από τις μεγάλες του υποσχέσεις προς το κεφάλαιο, όπως για παράδειγμα την κατάργηση του υποτυπώδους συστήματος ασφάλισης του Ομπάμα (το περιώνυμο Obamacare), αφού αδυνατεί να βρει στηρίγματα στο ρεπουμπλικανικό κατεστημένο. Ακόμα χειρότερα, στις αρχές Σεπτεμβρίου ήρθε σε απρόσμενη συμφωνία με τους Δημοκρατικούς για τον κυκλώνα στο Τέξας και για το «ταβάνι του χρέους», αιφνιδιάζοντας και διαρρηγνύοντας τις σχέσεις του με τους ρεπουμπλικάνους. Το ήδη χαοτικό πολιτικό σκηνικό έγινε χαοτικότερο.

Και ως προς τους υπόλοιπους ένοικους του πλανήτη, το βασικό πρόβλημα δεν είναι τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει στο εσωτερικό της (και που θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει το επόμενο διάστημα), η υπερδύναμη. Για μας τους υπόλοιπους, η έλλειψη εκ μέρους της μιας συνεκτικής πολιτικής στο εσωτερικό της, σημαίνει σπασμωδικές κινήσεις στο εξωτερικό. Καθόλου δεν αλλάζει αυτό από το γεγονός ότι οι μόνες σταθερές παρουσίες στο επιτελείο του Τραμπ είναι τρεις πρώην ανώτατοι αξιωματικοί των Αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, το αντίθετο. Οι απελάσεις Κουβανών διπλωματών από την Ουάσιγκτον και η τάση επιστροφής στο παλιό ψυχροπολεμικό καθεστώς σχέσεων με την Κούβα αυτό δείχνουν: η υπερδύναμη εμφανίζεται να είναι ανίκανη να ακολουθήσει σταθερές  μακροχρόνιες πολιτικές, αλλάζοντας γραμμή ανάλογα με τα καπρίτσια κάθε νέου πρόεδρου.

Σε αυτό το πλαίσιο  θα πρέπει να αναγνωσθεί η κρίση της Κορέας, η οποία φαίνεται να είναι προϊόν ορθολογικής σκέψης εκ μέρους του πρώτου παγκοσμίως κληρονομικού «σοσιαλιστικού» καθεστώτος, το οποίο θέλει να διαπραγματευτεί την εσωτερική του σταθερότητα από θέση ισχύος και όχι έχοντας παραδώσει όλα του τα ατού, όπως λ.χ. παλιότερα η Λιβύη. Το στοίχημα του Κιμ τζούνιορ είναι ότι το μέγεθος του διακυβεύματος  είναι τόσο μεγάλο που οι ΗΠΑ, κάτω και από την πίεση των κρατών της περιοχής, θα αναγκαστούν να υποχωρήσουν και να εγγυηθούν την ασφάλεια της χώρας, εφόσον βέβαια αυτή δεν χρησιμοποιεί τα πυρηνικά της.

Η στρατηγική αυτή θα ήταν μια εγγύηση για την... ειρήνη, αν από την άλλη μεριά δεν είχαμε τον τρελό της υπόθεσης. Η μικρή αλλά υπαρκτή πιθανότητα πρώτου χτυπήματος από τις ΗΠΑ βασίζεται στο γεγονός ότι η υπερδύναμη είναι φυσικά σε θέση να απαλείψει τη Β. Κορέα από τον χάρτη, αν υποθέσουμε ότι ένα πυρηνικό πλήγμα στις ΗΠΑ και μαζικός συμβατικός βομβαρδισμός της Σεούλ είναι για αυτήν αποδεκτό τίμημα. Το ενδιαφέρον είναι ότι είτε έτσι είτε αλλιώς, η ηγεμονία των ΗΠΑ στην περιοχή αποσταθεροποιείται. Το ενδεχόμενο μιας επέμβασης φοβίζει τους συμμάχους των ΗΠΑ για προφανείς λόγους· η μη επέμβαση όμως σημαίνει ότι οι ΗΠΑ δεν είναι σε θέση να προστατέψουν τους συμμάχους τους.

Και πρώτα πρώτα τη Ν. Κορέα, που για πολλούς λόγους δεν θέλει πολεμική σύγκρουση. Όχι μόνο το πρώτο πλήγμα θα το δεχόταν η ίδια (η Σεούλ είναι 40 χλμ από τα σύνορα και η Β. Κορέα διατηρεί έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς στον κόσμο), αλλά και επειδή όλο και περισσότερο η Β. Κορέα είναι πηγή πάμφθηνου εργατικού δυναμικού για τα νοτιοκορεατικά εργοστάσια στις συνοριακές ειδικές οικονομικές ζώνες που έχουν δημιουργηθεί.

Από την άλλη μεριά του φράχτη, η Κίνα και η Ρωσία, για κανένα λόγο δεν θέλουν αποσταθεροποίηση του καθεστώτος: όχι μόνο επειδή κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα έχαναν το στρατηγικό τους βάθος απέναντι στις ΗΠΑ, αφού οι τελευταίες θα έφταναν είτε οι ίδιες είτε μέσω των Νοτιοκορεατών στα σύνορά τους, αλλά και επειδή πιθανή κατάρρευση θα σήμαινε επίσης και στρατιές προσφύγων σε περιοχές ήδη επιβαρυμένες από μειονότητες. Η Κίνα ειδικά καμιά διάθεση δεν έχει να δει και άλλα μειονοτικά προβλήματα στο έδαφός της. Η αμερικανική αδυναμία έχει εξαπλώσει αστάθεια στην ευρύτερη γειτονιά. Η τεράστια «θάλασσα της Νότιας Κίνας» έχει ασαφή σύνορα. Η Κίνα διεκδικεί τεράστια τμήματά της και έχει μάλιστα κατασκευάσει βάσεις σε τεχνητά νησιά εκεί. Ταϊβάν, Βιετνάμ και Φιλιππίνες, υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ, αμφισβητούν τις κινεζικές διεκδικήσεις. Η Ινδονησία, κάτω από την πίεση των ΗΠΑ, ήταν ως τώρα ουδέτερη στις διαμάχες για τα θαλάσσια σύνορα στα βόρεια της χώρας. Όχι πλέον: Εδώ και έναν μήνα περίπου η Ινδονησία αποκαλεί την περιοχή με ένα δικό της όνομα, «Βόρεια Θάλασσα της Νατούνα», διεκδικώντας πλέον και αυτή ενεργά κομμάτι της πιθανής λείας από πρώτες ύλες στην περιοχή και αυξάνοντας τη μη προβλεψιμότητα.

Μέχρι και η γενικά σταθερή στην αμερικανοδουλεία της Ιαπωνία δείχνει σημάδια σχετικής αυτονόμησης, αν και είναι μάλλον νωρίς να το πούμε με βεβαιότητα. Πράγματι, ο Άμπε Σίνζοο, ο πρωθυπουργός της χώρας, προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τον Οκτώβριο, βασισμένος στην κρίση των βασικών αντιπολιτευτικών κομμάτων και τη φοβία που προκαλούν οι δοκιμές της Β. Κορέας. Βέβαια, το πολιτικό σύστημα της Ιαπωνίας έχει κάποιες ιδιαιτερότητες· πρόκειται ουσιαστικά για μια μονοκομματική βασιλευόμενη δημοκρατία. Μονοκομματική όχι τυπικά αλλά ουσιαστικά, αφού την κυβερνά από το 1955 το ίδιο δεξιό φιλελεύθερο κόμμα, με ελάχιστα διαλείμματα το 1993 και το 2009-2012 (όταν την εξουσία την ανέλαβαν διασπάσεις του ίδιου κόμματος σε συνεργασία με δεξιούς σοσιαλδημοκράτες).

Ο Άμπε προσμένει ισχυρή αυτοδυναμία στις εκλογές, όχι μόνο λόγω της αδυναμίας της αντιπολίτευσης αλλά και λόγω της ασθενούς ανάκαμψης που γνώρισε η οικονομία της χώρας τον τελευταίο χρόνο, ύστερα από πολλά χρόνια διαρκούς ύφεσης. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο της χώρας επιχειρεί να αντιστρέψει τις τάσεις των τελευταίων χρόνων και να ανακάμψει, κάτι που για να συμβεί όμως χρειάζεται η χώρα να μπορεί να αντιπαρατεθεί πιο δυναμικά με τον βασικό τοπικό αντίπαλο, την Κίνα – πιο σωστά να αμυνθεί πιο δυναμικά, αφού φυσικά πρόκειται για μάχη οπισθοφυλακής. Ο βασικός επομένως λόγος που ο Άμπε χρειάζεται ισχυρή αυτοδυναμία είναι η συνταγματική αναθεώρηση που θέλει να κάνει ώστε να καταργήσει το (αμερικανικής συγγραφής) άρθρο 9 του συντάγματος, το οποίο κηρύσσει τον στρατό παράνομο και απαγορεύει ρητά κάθε ανάληψη πολεμικής δράσης. Το ιαπωνικό κεφάλαιο θέλει να ανατρέψει αυτήν τη μεταπολεμική συνθήκη, αφού αισθάνεται ότι οι ΗΠΑ δεν το υποστηρίζει αρκετά στη διαμάχη του με την Κίνα.

Ενδιαφέρουσα «λεπτομέρεια»: 15 από τους 19 υπουργούς της κυβέρνησης Άμπε, 289 από τους 480 βουλευτές της χώρας και ο Άμπε ο ίδιος, είναι μέλη της Νιπόν Καϊγκί. Η τελευταία είναι η μεγαλύτερη από τις περίπου 1000 εθνικιστικές, αναθεωρητικές, αντιδραστικές, μισογυνικές και μιλιταριστικές οργανώσεις της χώρας. Το πρόγραμμά τους είναι τέτοιο που μπροστά τους η Λεπέν είναι κεντροαριστερή. Μια ανάλογη οργάνωση στη Γερμανία θα θεωρείτο τουλάχιστον φιλοναζιστική. Η διαφορά είναι ότι στη μεταπολεμική Γερμανία ο ναζισμός κηρύχτηκε παράνομος ενώ την Ιαπωνία συνέχισε να την κυβερνά (έστω και εντελώς τυπικά) ο ίδιος αυτοκράτορας. Επιπλέον η ήττα του κινήματος της δεκαετίας ’60 στην Ιαπωνία ήταν πολύ πιο βαθιά από την αντίστοιχη στην Ευρώπη: στην τελευταία η ήττα συνοδεύτηκε πάντως από μια σειρά από κατά βάση πολιτισμικά «νέα κινήματα» των οποίων κάποιοι απόγονοι (πράσινοι και σοσιαλδημοκράτες) τελικά ήρθαν στην εξουσία τις δεκαετίες ’80 και ’90 και διαμόρφωσαν εν μέρει τις διάφορες πολιτικές ταυτοτήτων, αφήνοντας ένα έστω και μεταλλαγμένο χνάρι στον δημόσιο διάλογο, στα δικαιώματα των μειονοτήτων κ.λπ.

Στην Ιαπωνία, όταν ο κύκλος των ταραχών της δεκαετίας ’60 έκλεισε, κανένα τέτοιο ίχνος δεν απόμεινε. Αποτέλεσμα είναι ένας απρόσμενα βαθύς κοινωνικός συντηρητισμός βασισμένος σε προνεωτερικά πρότυπα: ακόμα και σήμερα είναι αρκετά συνηθισμένο μια γυναίκα να αφήνει τη δουλειά της όταν παντρεύεται, για να ασχοληθεί με το σπίτι της και τον άντρα της (και αυτό σε μια χώρα με ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γεννητικότητας του πλανήτη).

Οι κινήσεις της Ιαπωνίας, τουλάχιστον εν μέρει λοιπόν βασίζονται στην αδυναμία των ΗΠΑ να παίξουν τον παραδοσιακό τους ρόλο στην περιοχή και την άνοδο των ιμπεριαλιστικών φιλοδοξιών της Κίνας (με τον «νέο δρόμο του μεταξιού» να βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη). Πιθανή επικράτηση τέτοιων τάσεων στην Ιαπωνία, η οποία ως βιομηχανικός γίγαντας αν ήθελε θα μπορούσε να υπερεξοπλιστεί με ασύλληπτους ρυθμούς, είναι προφανές ότι θα δυσκολέψουν ακόμα περισσότερο κάθε σταθερότητα στην κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία περιοχή. Οι γείτονες της χώρας που διατηρούν τις χειρότερες αναμνήσεις για τα εγκλήματα πολέμου που είχαν διαπράξει οι Ιάπωνες στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουν κάθε λόγο να ανατριχιάζουν με τις εξελίξεις. Οι εκλογές όμως είναι κοντά και η έκπληξη δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Και φυσικά, σαν να μην ήταν αρκετά τα προηγούμενα, η περίπτωση της μέσης Ανατολής, της Ρωσίας, της Τουρκίας και των επιδεινούμενων σχέσεων της τελευταίας με τη δύση, ύστερα από την κατάρρευση των φιλοδοξιών του Ερντογάν σε εσωτερικό και εξωτερικό, μόνο σταθεροποιητικά δεν δρουν.

 

...Και η μετασταθής ισορροπία της ευρωζώνης

 Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον η Ευρώπη το τελευταίο διάστημα φάνταζε, για πρώτη φορά ύστερα από πάρα πολύ καιρό, ως νησίδα πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας. Ή, όπως το έθεσε στις 28/9 ο αξιότιμος Π. Τόμσεν του ΔΝΤ σε συνέδριο των Financial Times: «[. . .] η ανάκαμψη είναι ευρείας βάσης. Όλες οι χώρες της ευρωζώνης αναπτύσσονται πάνω από την τάση και η ανεργία μειώνεται.» [Είπε και διάφορα άλλα ανυπόστατα, π.χ. «Πρόκειται για την πλέον δίκαια κατανεμημένη ανάκαμψη (evenly distributed recovery) εδώ και δύο δεκαετίες», αλλά, χωρίς να τον παρεξηγήσουμε, Τόμσεν είναι, ό,τι θέλει λέει, εμείς θα  μείνουμε στην πρώτη πρόταση που γενικά ισχύει.]

Πράγματι, στο οικονομικό, οι ρυθμοί ανάπτυξης που καταγράφηκαν το καλοκαίρι ήταν γενικά θετικοί – ή, τέλος πάντων, καλύτεροι από τους αμερικανικούς, με όλες τις χώρες της ένωσης (ακόμα και την Ελλάδα!) να είναι για πρώτη φορά θετικές. Η βαθιά προβληματική Ιταλία, ο κυριότερος χαμένος του ευρώ, βλέπει τις εξαγωγές της να αυξάνονται γρήγορα μέσα στο 2017, μια εξέλιξη που αν συνεχιστεί θα ψαλιδίσει πολύ σοβαρά τα φτερά των «ευρωσκεπτικιστικών» κομμάτων. Τα τελευταία στηρίζουν μεγάλο τμήμα της δυναμικής τους ακριβώς στην κατάρρευση της κερδοφορίας του μικρομεσαίου βιομηχανικού-εξαγωγικού κεφαλαίου στη χώρα, κερδοφορία που φέτος για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια ανέκαμψε (αν και ενδεχομένως μόνο παροδικά, θα δείξει.) Το Brexit μπορεί ίσως και να ανακοπεί· δεν θα είναι άλλωστε η πρώτη φορά που θα ανατραπεί αποτέλεσμα εκλογών στην Ευρώπη. Κάποια βήματα επίσης σημειώθηκαν στη μείωση της ανεργίας – η οποία ωστόσο παντού (εκτός Γερμανίας) βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά, ενώ είναι πλέον ορατό το ενδεχόμενο να μπορέσουμε επιτέλους να αρχίσουμε το τέλος του QE και στην Ευρώπη.

Στο πολιτικό, μετά από μια περίοδο πολιτικών και εκλογικών ανατροπών στην Ευρώπη, η εκλογή Μακρόν έκανε όλα τα κυρίαρχα μίντια να αναστενάξουν με ανακούφιση: «Επιτέλους, ο “λαϊκισμός” ανακόπηκε!». Ο δρόμος για τις μεταρρυθμίσεις που «τόσο πολύ έχει ανάγκη η Ευρώπη» επιτέλους άνοιξε! (μεταρρυθμίσεις τις οποίες με ηγεμονική μεγαθυμία θα υποστηρίξει και ο ΣΥΡΙΖΑ όπως εδέησαν να μας πληροφορήσουν αρμόδια χείλη, «αν είναι σε σωστή κατεύθυνση».) Το μόνο που μένει είναι η λίγο πολύ τυπική διαδικασία των γερμανικών εκλογών, οι οποίες, αν πιστέψουμε τους χαζοχαρούμενους αναλυτές μας, ήρθαν από το πουθενά. Ακριβώς όπως και η Καταλονία, αποτέλεσμα προφανώς λανθασμένων χειρισμών δύο πολιτικών ανδρών, του Ραχόι και του Πουτζδεμόν και τίποτε άλλο.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Πρώτα απ’ όλα, η πολιτική φούσκα Μακρόν. Με μια προφανέστατα ακραία νεοφιλελεύθερη ατζέντα περικοπών, λιτότητας και φοροαπαλλαγών για το κεφάλαιο, το μόνο «καινούργιο» που είχε να προσθέσει στα ευρωπαϊκά πολιτικά δρώμενα το αλαζονικό poster boy των τραπεζών ήταν ένας δειλός λόγος περί αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στον τρόπο λειτουργίας της ένωσης. Ανάμεσα σε αυτές η κοινή ευρωάμυνα (στρατός) και η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού υπουργείου οικονομικών με έναν δικό του κεντρικό προϋπολογισμό.

Από την πλευρά του κεφαλαίου, οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα είχαν το παραμικρό νόημα (και επομένως όντως θα ήταν επικίνδυνο να οδηγήσουν σε περαιτέρω ολοκλήρωση την ένωση) αν:

  • Οδηγούσαν προοπτικά στη δημιουργία μιας ομοσπονδιακής ευρωκυβέρνησης, με εκτελεστικό και νομοθετικό βραχίονα και με έναν προϋπολογισμό όχι μικρότερο του (ας πούμε) 25-30% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, δηλαδή της τάξης των 2-3 τρισ. ευρώ (σε όλον τον αναπτυγμένο κόσμο, ο κεντρικός κρατικός προϋπολογισμός είναι μεταξύ 40 και 55 % του ΑΕΠ).
  • Εάν η κυβέρνηση αυτή μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον προϋπολογισμό όχι μόνο για «άμυνα» (στρατό για ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις) και «ασφάλεια» (ομοσπονδιακή αστυνομία), αλλά και για υποδομές, για κάλυψη ζημιών από φυσικές καταστροφές κ.λπ. Ο Τραμπ, με τη γνωστή ρητορική δεινότητα και την πολιτική οξυδέρκεια που τον χαρακτηρίζουν, είπε πρόσφατα στο Πουέρτο Ρίκο ότι με τον τυφώνα Μαρί οι κάτοικοι «έριξαν έξω τον προϋπολογισμό». Εννοούσε τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. (Και επίσης ναι, είναι σαφές ότι θεωρούσε ότι οι φτωχοί Πορτορικανοί που καταστράφηκαν θα έπρεπε βασικά να κόψουν τον λαιμό τους, αλλά ας όψεται...).
  • Εάν η κυβέρνηση αυτή μπορούσε με κάποιον τρόπο να επιβάλλει όχι μόνο την ελευθερία μετακίνησης κεφαλαίων σε όλη την ευρωζώνη (και τα capital controls είναι το αντίθετο), αλλά και την ελευθερία μετακίνησης εργασίας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από σήμερα. Εάν επίσης είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί είτε άμεσα είτε με φορολογικά κ.λπ. κίνητρα την «ανάπτυξη» πιο καθυστερημένων περιοχών. Προφανώς αυτό θα σήμαινε τη  μεταβίβαση κονδυλίων από τις πιο αναπτυγμένες περιοχές: από τη Γερμανία ας πούμε στην Ελλάδα, χωρίς οι Γερμανοί να διαμαρτυρηθούν. Ή, ακόμα καλύτερα, από την Ελλάδα στη Βουλγαρία. Και χωρίς οι Έλληνες  να πουν τίποτε.

Είναι προφανές ότι τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι δυνατά, όχι τόσο για οικονομικούς λόγους όσο για πολιτικούς-ιστορικούς. Αλλά ακόμα και τα δειλά μέτρα που πρότεινε ο Μακρόν, ακόμα και στην ιδεατή περίπτωση που η Μέρκελ έβγαινε από τις εκλογές αλώβητη, τίποτε περισσότερο δεν θα ήταν παρά η αφορμή για μερικές φωτογραφίες, για χειραψίες και ψεύτικα χαμόγελα, για βαρυσήμαντους επίσημους λόγους, για φιλίες και συνεργασίες των λαών και ευρωπαϊκά μέλλοντα και κοινά ευρωπαϊκά σπίτια και τα λοιπά και τα λοιπά.

Το μόνο καλό των γερμανικών εκλογών είναι ότι τουλάχιστον τώρα, τα ήδη κουρασμένα ευρωπαϊκά μάτια και αυτιά μας δεν θα ταλαιπωρηθούν από όλα τα παραπάνω βαρετά. Και αιτία για αυτό είναι –υποτίθεται– η «απρόσμενη» εκλογική άνοδος του AfD στη Γερμανία, του κόμματος που αν και όχι (ακόμα) ναζιστικό, έχει πάντως μια σειρά από φιλοναζιστικές θέσεις και περιλαμβάνει στις γραμμές του πολλούς ναζί. Ορίτζιναλ ναζί, όχι ιμιτασιόν σαν τους χρυσαυγίτες.

 

Η Γερμανία που ξέραμε δεν υπήρξε ποτέ

Η ψευδής εικόνα του πολιτικού και δημοσιογραφικού κατεστημένου για παντοδυναμία της Μέρκελ, ανασύσταση του γαλλογερμανικού άξονα, ανοίγματος ενός νέου ευρωπαϊκού δρόμου συνεννόησης κ.λπ. βασίζεται περισσότερο στην αδυναμία των ευρωπαίων αντιπάλων της Γερμανίας παρά στη δύναμη της Γερμανίας. Και ακόμα πιο πέρα, ο τρόπος που η Γερμανία διαχειρίστηκε την κρίση, το ελληνικό χρέος, τη λιτότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο ήταν περισσότερο δείγμα αδυναμίας παρά δύναμης.

Αδυναμίας πρώτα από όλα στο εσωτερικό. Το γερμανικό μοντέλο βασίστηκε στη διαρκή λιτότητα, πρώτα στην ίδια τη Γερμανία (τη μόνη χώρα που έχει συνταγματικά κατοχυρώσει την υποχρέωσή της για πλεονασματικούς προϋπολογισμούς και διαρκή λιτότητα). Το πραγματικό περιεχόμενο της λιτότητας είναι ότι το  γερμανικό κεφάλαιο έχει σταματήσει να επανεπενδύει τα κέρδη του σε υποδομές και νέες τεχνολογίες, βασιζόμενο περισσότερο από όσο θα δικαιολογούσε η θέση της χώρας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα στη φτηνή εργασία. Πράγματι, όπως δείχνουν πολλά πρόσφατα άρθρα, οι υποδομές μεταφορών και  τηλεπικοινωνιών δεν είναι στο επίπεδο που θα περίμενε κανείς από τη χώρα. Επιπλέον, παρά τα χαμηλότατα ποσοστά ανεργίας, η οικονομία βασίζεται στους «εργαζόμενους φτωχούς», αυτούς που ενώ δουλεύουν 40 με 50 ώρες την εβδομάδα, δεν βγάζουν αρκετά για να επιβιώσουν. Και όχι μόνο αυτό: είναι σε όλους μας γνωστή η νεοφιλελεύθερη φιλολογία περί του χρέους που θα περαστεί στις επόμενες γενιές, ανεύθυνων συμπεριφορών, ασφαλιστικού που θα καταρρεύσει κ.λπ. κ.λπ. Τα λέει αυτά εξάλλου –και μάλιστα με πολύ γούστο– και ο Κούλης. Λοιπόν, η Γερμανία στο άμεσο μέλλον θα αντιμετωπίσει γιγαντιαίο τέτοιο πρόβλημα από ανθρώπους που έχοντας εργαστεί κανονικά για πολλά χρόνια, όταν βγουν στη σύνταξη θα εισπράττουν ένα χαρτζιλίκι που ούτε το νοίκι τους δεν θα μπορεί να πληρώσει. Να λοιπόν μια χώρα που πραγματικά υπονομεύει το μέλλον της.

Ναι, είναι ο αντίλογος, αλλά παρά ταύτα, η Γερμανία λειτουργεί ως μοντέλο για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Δεν μπορούμε επομένως να υποστηρίξουμε ότι το μοντέλο της δεν δουλεύει. Η πραγματικότητα είναι ότι και στην πολιτική δεν αλλάζεις μια ομάδα που κερδίζει. Η Γερμανία όντως έφερε τα καλύτερα για το κεφάλαιο αποτελέσματα στην Ευρώπη, για πολλούς λόγους που έχουν αναλυθεί αλλού. Όμως οι ρωγμές είναι πλέον εμφανείς. Στο τραπεζικό, ο γίγαντας που είναι η  Deutsche Bank πρόσφατα υποβαθμίστηκε περαιτέρω από τη Fitch (όχι ότι η τελευταία είναι και καμιά αγία φυσικά!) σε ΒΒΒ, λίγο πάνω δηλαδή από την Ελλάδα. Τεχνολογικά, στον βιομηχανικό τομέα που είναι το καμάρι της χώρας και που τον έχει μετατρέψει σχεδόν σε μονοκαλλιέργεια, τα αυτοκίνητα, τα δείγματα επίσης δεν είναι καθόλου θετικά: εκτός από το σκάνδαλο της Volkswagen πέρυσι, και άλλες αυτοκινητοβιομηχανίες έδειξαν ότι δεν ήταν σε θέση να παραγάγουν φτηνά αυτοκίνητα που να μπορούν να καλύπτουν τις προδιαγραφές, με αποτέλεσμα να «αναγκάζονται» να ξεπέφτουν στην απάτη. Η βιομηχανία δεν έχει κάνει επενδύσεις σε εναλλακτικές τεχνολογίες (π.χ. υβριδικά, ηλεκτρικά κ.λπ.) ώστε να είναι σύντομα ώριμη να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό.

Σε αυτό το επίπεδο η Γερμανία όντως έδρασε ως υπόδειγμα για την Ευρώπη. Υποεπένδυση, λιτότητα, μείωση της κερδοφορίας, είναι τα χαρακτηριστικά σε γενικές γραμμές σε όλη την Ε.Ε., όπως εντέλει και στη Γερμανία. Με αυτήν λοιπόν την έννοια, η έμφαση στη λιτότητα, τα κρατικά πλεονάσματα, οι ανταγωνιστικές μειώσεις στη φορολογία του κεφαλαίου, δεν είναι επιθετικές αλλά αμυντικές κινήσεις. Με αυτό δεν εννοούμε την επίθεση που υφίσταται προφανώς η εργασία, επίθεση τεράστιων, ιστορικών διαστάσεων. Αλλά το γεγονός ότι επειδή οι ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, που περιλαμβάνουν φυσικά και το επίπεδο ανάπτυξης της τεχνολογίας, είναι τέτοιες, το κεφάλαιο καθόλου δεν αισθάνεται ότι μπορεί να επεκταθεί, αλλά αντίθετα δίνει μάχη οπισθοφυλακής, βασιζόμενο στις ήδη υπαρκτές παραγωγικές συνθήκες, περιμένοντας το επόμενο στάδιο.

Είναι χαρακτηριστική υπ’ αυτή την έννοια η εντελώς αντίθετη απάντηση που έδωσε στην κρίση το κινεζικό κεφάλαιο (υπό την καθοδήγηση του «Κομμουνιστικού» κόμματος): επεκτάθηκε ταχύτατα, επένδυσε σε υποδομές και εξοπλισμό, αύξησε λίγο τους μισθούς (οι οποίοι φυσικά παραμένουν σε κινεζικά επίπεδα). Επιπλέον οι Κινέζοι αρχίζουν να επιδεικνύουν και τις διεθνείς ιμπεριαλιστικές τους φιλοδοξίες με τον νέο δρόμο του μεταξιού, τον οποίο θα χρηματοδοτήσουν εν πολλοίς οι ίδιοι. Το κινέζικο κεφάλαιο σε αυτή τη συγκυρία έχει μαζί του την ιστορία, οι Γερμανοί την έχουν πίσω τους.

Φυσικά, δεν είναι ότι τα όργανα του κεφαλαίου αγνοούν τις συνέπειες των πράξεών τους.  Στην πρόσφατη αναφορά της επιτροπής εμπορίου και ανάπτυξης του ΟΗΕ (UNCTAD) αναφέρεται το εξής «[. . .] προφανές σημείο: χωρίς σημαντική, διατηρήσιμη και συντονισμένη προσπάθεια να αναζωογονηθεί η παγκόσμια ζήτηση αυξάνοντας μισθούς και κρατική δαπάνη, η διεθνής οικονομία θα είναι συνεχώς καταδικασμένη σε μηδενική ανάπτυξη ή χειρότερα. [. . .] Όσο οι μηχανές και οι υπολογιστές, τα περιθώρια κέρδους και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας θα θεωρούνται σημαντικότερα από τους ανθρώπους, τόσο τα γιγαντιαία τρίδυμα του ρατσισμού, του ακραίου υλισμού και του μιλιταρισμού θα είναι αδύνατο να νικηθούν».

Αλλά και μετά τις γερμανικές εκλογές, ο πρόεδρος του γερμανικού βιομηχανικού επιμελητηρίου δήλωσε: «Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς [σ.σ.: για ποιόν ακριβώς είναι δύσκολοι;] η υποχώρηση στον εθνικισμό δεν αποτελεί εναλλακτική. Χρειαζόμαστε μαζικές επενδύσεις στους ταλαιπωρημένους μας δρόμους, την ανεπαρκή ψηφιακή υποδομή και την ελλειμματική μας εκπαίδευση». Με άλλα λόγια στη Γερμανία η άνοδος της άκρας δεξιάς έχει ακόμα χαρακτηριστικά εξέγερσης των μικροαστών, δεν είναι συνδεδεμένη με το μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο εξακολουθεί να στηρίζει τα παραδοσιακά κόμματα. Η αύξηση των ανισοτήτων και μια πιθανή όξυνση της κρίσης όμως μπορεί να τα αλλάξει αυτά και να οδηγήσει στο σημείο χωρίς επιστροφή.

 

Και ξανά προς τη δόξα τραβά...

Η γενικότερη αστάθεια μπορεί να έχει απρόσμενα αποτελέσματα. Η περίσσια χρηματικών κεφαλαίων που γυρνάνε τον πλανήτη διψασμένα για κέρδη, μπορεί υπό προϋποθέσεις να σημάνει επενδύσεις στην Ελλάδα. Οι προϋποθέσεις περιλαμβάνουν και την περιβόητη «εμπιστοσύνη» των αγορών – με άλλα λόγια την εμπέδωση εκ μέρους τη χώρας της νεοφιλελεύθερης συνθήκης: για παράδειγμα, το «ιδεατό» θα ήταν να μην χρειαστεί και νέο μνημόνιο, αλλά να το εφαρμόσει πλήρως από μόνη της και χωρίς σοβαρές λαϊκές αντιδράσεις η κυβέρνηση. Δείγματα σε αυτήν την κατεύθυνση υπάρχουν, όπως για παράδειγμα η δειλή άνοδος της βιομηχανικής παραγωγής πέρυσι κατά 4% και φέτος 3.8% στο πρώτο επτάμηνο, οφειλόμενη στη σταδιακή άνοδο των εξαγωγών. Ή, πάλι, οι παραινέσεις είτε από πολιτικούς παράγοντες (λ.χ. Ντάισεμπλουμ που προτείνει εκλογές το 2019) είτε από πολυεθνικά αρπακτικά (όπως λ.χ. την Black Rock που βλέπει ευκαιρίες στην Ελλάδα ή τους Financial Times, που προτείνουν και αυτοί αγορά). Πρόκειται για το χειρότερο δυνατό σενάριο, ένα σενάριο αναιμικής αύξησης του ΑΕΠ, περαιτέρω αύξησης των ανισοτήτων, αύξησης των φτωχών με δουλειά και αντίστοιχης μείωσης της ονομαστικής ανεργίας, πολιτικής σταθεροποίησης σε έναν νέο δικομματισμό.

Οι προϋποθέσεις για να συμβεί κάτι τέτοιο περιλαμβάνουν πάντως τη διατήρηση μιας σχετικής σταθερότητας το επόμενο χρονικό διάστημα στην ευρωζώνη, κάτι που δεν είναι φυσικά βέβαιο, όπως δείχνει η Καταλονία. Ως προς την εξέλιξη της υπόθεσης αυτής, από τη μια το γεγονός ότι το δημοψήφισμα έγινε παρά την τρομοκρατία του κράτους της Μαδρίτης δείχνει πόσο αποφασισμένα είναι τα λαϊκά στρώματα της Καταλονίας· από την άλλη, όμως, καθόλου δεν αποκλείει την πιθανότητα μιας υπαναχώρησης εκείνων των αστικών μερίδων που υποστήριξαν την απόσχιση, οι οποίες είναι προφανές ότι θα κάνουν πίσω όταν διαπιστώσουν ότι η όξυνση θα σημάνει και απώλεια βασικών τους δικαιωμάτων, όπως λ.χ. η παραμονή στην Ε.Ε. – και εφόσον πάρουν και τα κατάλληλα ανταλλάγματα.

Το μόνο βέβαιο επομένως για το επόμενο διάστημα είναι ότι η λιτότητα, η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, η σμίκρυνση του κράτους παραμένουν σταθερές σε αυτήν την περίοδο στην περιοχή μας, ανεξάρτητα από το πότε θα συγκροτηθεί κυβέρνηση στη Γερμανία. Η Καταλονία έχει πιθανότητες να αποτελέσει θρυαλλίδα ευρύτερων κρισιακών εξελίξεων, πιθανότητες που εντούτοις μετριάζονται από το γεγονός ότι είναι η πλουσιότερη περιοχή της Ισπανίας. Η Γαλλία είναι πλέον υποψήφια για πολιτική αναταραχή, λόγω της έντασης της λιτότητας από τον Μακρόν (ο οποίος έχει όλα τα εχέγγυα να εξελιχθεί γρήγορα σε μια από τις πιο μισητές φιγούρες στη γαλλική πολιτική ιστορία). Το πολιτικό σκηνικό θα συνεχίσει να γέρνει προς τα δεξιά όσο ο λαϊκός παράγοντας δεν βγαίνει στο προσκήνιο, κάτι όμως που θα γίνεται όλο και πιο πιθανό να συμβεί σε μια Ευρώπη που θα συνεχίζει να αλλάζει εκ βάθρων τα πάντα – για να μείνουν όλα τα ίδια.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
13/12/2017 - 10:59

Η πρόταση για συγχωνεύσεις τμημάτων ΤΕΙ ή ΑΕΙ και ΤΕΙ δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί συνέχεια του σχεδίου «Αθηνά».

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.