ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


«Λαϊκισμός»: από την κυρίαρχη χρήση πίσω στην έννοια


Oι εποχές των μεγάλων οραμάτων, της αισιοδοξίας και των εμβληματικών προσωπικοτήτων στον εγχώριο, ευρωπαϊκό και ενδεχομένως τον παγκόσμιο αστικό πολιτικό κόσμο, έχουν προ πολλού περάσει. O κυνισμός των ψυχρών υπολογισμών και η λογική του «δικαίου του ισχυρού και των αγορών», αναδεικνύουν αλλά και απαιτούν μια πολιτική ελίτ με όλο και πιο τεχνοκρατικό χαρακτήρα και προσανατολισμό. Στο αξιακό σύστημα της «μεταδημοκρατίας», η απόσπαση συναίνεσης από τις λαϊκές τάξεις μέσω διαδικασιών έκφρασης της λαϊκής βούλησης δεν καθίσταται μόνο πολυτέλεια, αλλά και «κίνδυνος για την πολιτική σταθερότητα και την πορεία των μεταρρυθμίσεων». Υπ’ αυτήν την έννοια, η ύπαρξη ενός πολιτικού μανιφέστου της ευρωπαϊστικής/ευρωπαϊκής ελίτ θα ήταν μάλλον αχρείαστη· εικάζουμε, όμως, πως κάλλιστα θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στην προτροπή: «Εμπρός για μια Ευρώπη χωρίς λαούς».

Στον απόηχο μεγάλων εκλογικών αποτυχιών των «ορθολογικών» και επιθυμητών για τα συστημικά κέντρα επιλογών, η δημόσια σφαίρα έχει γεμίσει με αγωνιώδεις εκκλήσεις μάχης κατά του λαϊκισμού. Η λαθροχειρία και το τσουβάλιασμα είναι εμφανείς: Κάτω από την ταμπέλα του λαϊκισμού μπαίνει οποιοσδήποτε δεν ομνύει απόλυτη πίστη στον νεοφιλελευθερισμό και -ειδικά σε ό,τι αφορά το Ευρωπαϊκό πλαίσιο- στην ευρωπαϊκή προοπτική. Από τον Τραμπ στον Πούτιν, από τους Ποδέμος στη Λέγκα του Βορρά, από τον Φάρατζ στον Τσίπρα «που όμως σοβαρεύτηκε», και μέχρι τα κινήματα αντίστασης και την αριστερά που παραμένει έξω από τον μνημονιακό καταναγκασμό, ο «τυφλοσούρτης» του λαϊκισμού συνενώνει στάσεις, απόψεις και πρακτικές εκ διαμέτρου αντίθετες.

Η χρήση του όρου στη δημόσια σφαίρα κατ’ αυτόν τον τρόπο, έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια κάθε επιστημονικής υπόστασης του, που αρχικά υπερίσχυε, και τη μετατροπή του σε αξιολογικό (αρνητικό) χαρακτηρισμό, συνώνυμο της φθηνής δημαγωγίας. Επομένως, ο πολιτικός αντίπαλος είναι αναγκαστικά λαϊκιστής, και αφού ο λαϊκισμός είναι κάτι κακό, αναγκαστικά επίσης, ο τελευταίος σφάλλει. Η δε ευρωπαϊκή ελίτ έχει χρισθεί αυτόβουλα σταυροφόρος στη «μάχη κατά του λαϊκισμού». Και αυτό το λογικό «τρικ» επιτυγχάνεται ακριβώς με την απόλυτα αξιολογική διάσταση του όρου: Με τον ίδιο τρόπο που κάποιος κατηγορώντας τον συνομιλητή του ως ανόητο υπονοεί πως ο ίδιος δεν είναι, έτσι και κάποιος που δηλώνει απέχθεια για τον λαϊκισμό, καταφέρνει να αποκλείσει τον εαυτό του από την κατηγορία των λαϊκιστών.

Αναλύοντας τις προθέσεις αυτής της λαθροχειρίας (και όχι χάριν κάποιου σχολαστικισμού) ανατρέχουμε στην αρχική χρήση του όρου, ο οποίος αναλύεται ως η αντιπαραβολή των συμφερόντων και των επιθυμιών του απλού λαού στις επιδιώξεις της ελίτ. Ο συγκεκριμένος «λαϊκισμός», αντίθετα με την κοινή χρήση του όρου, έχει ουδέτερο εάν όχι θετικό αξιολογικό πρόσημο. Όμως είναι μάλλον ασυμβίβαστος με την εγκαθίδρυση της μεταδημοκρατικής συνθήκης, καθώς αναγνωρίζει τις κυριαρχούμενες τάξεις ως οντότητα και την ανάγκη εκπροσώπησής της.

Η ευχρηστία της «αντιλαϊκίστικης» ρητορικής του καθεστωτικού λόγου, έγκειται ακριβώς στην καταχώρηση της αμφισβήτησης των κυρίαρχων πολιτικών επιλογών ως μια μορφή ηθικού παραπτώματος, ενώ υπαγορεύεται ως μέτρο άμυνας απέναντι στην δεδομένη λαϊκή δυσαρέσκεια/δυσπιστία, η οποία άλλωστε καταχωρείται αυτομάτως ως «λαϊκίστικη». Ακόμη περισσότερο, καταφέρνει να δικαιολογήσει/εξορθολογήσει την περιχαράκωση των ελίτ από τις ηγεμονευόμενες τάξεις, μέσω ενός ιδιόμορφου πατερναλισμού: Οι πολιτικές μας επιλογές είναι ορθολογικές και απολύτως απαραίτητες για την επιβίωση σας. Άλλωστε μην ξεχνάτε πως η διαφωνία προς τις επιλογές μας είναι εξ ορισμού λαϊκιστική.

Χαρακτηριστικό άλλωστε είναι το εξώφυλλο του περιοδικού Economist, με τις φιγούρες του Τραμπ, του Πούτιν και του Φάρατζ να απεικονίζονται σε πίνακα του 19ου αιώνα, σε μια προσπάθεια υποσυνείδητα οι καταχωρημένες στο στρατόπεδο των «λαϊκιστών» προσωπικότητες να συνδεθούν και την επιστροφή στο βίαιο περιβάλλον του πρώιμου εθνικισμού. Η πραγματικότητα βέβαια είναι πως η δημιουργία του έθνους-κράτους και η αναγνώριση του εξεγερμένου «πλήθους» ως πολιτών ανήκουν οριστικά στο παρελθόν και στις πάλαι ποτέ επαναστατικές καταβολές του αστικού κράτους. Και μαζί με τον εξοβελισμό της συμβολής της επαναστατικής δράσης στη διαμόρφωση της σύγχρονης ιστορίας, οι σύγχρονες ευρωπαϊκές ελίτ ενδόμυχα νοσταλγούν την εποχή των αυτοκρατοριών, πριν την εμφάνιση των κυρίαρχων και κατά περιόδους «ανήσυχων» λαών.

Το πρόβλημα όμως για τις ελίτ παραμένει: Οι λαοί υπάρχουν και μαζί τους υπάρχει η πολιτική ως πεδίο εκπροσώπησης συμφερόντων και διαπάλης ιδεών. Και ακόμη και αν οι ίδιες θα ήθελαν να άρχουν χωρίς λαούς, οι ίδιες τους οι επιλογές να περιχαρακώνονται, να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα ή ακόμη και να καταστέλλουν περιπτώσεις κατά τις οποίες η λαϊκή βούληση εκφράζεται κατηγορηματικά (οι «διορθωτικές επεμβάσεις» στο ελληνικό, στο βρετανικό και στο ιταλικό δημοψήφισμα είναι πολύ πρόσφατες), βαθαίνουν την ήδη υπάρχουσα πολιτική κρίση, μεγαλώνουν το χάσμα ανάμεσα στις λαϊκές τάξεις και τις ελίτ. Κατά έναν παράδοξο και τραγικά ειρωνικό τρόπο, η σιωπή που προσπαθούν, στο πλαίσιο της μεταρρυθμιστικής συναίνεσης, να επιβάλλουν οι ελίτ εγκυμονεί τις κραυγές του μέλλοντος. Και μέχρι την εμφάνιση των επί μέρους διαφορών ως προς το τι συνιστά «ελίτ» και τον προσδιορισμό των σχέσεων του λαού με αυτές, ο «λαϊκισμός», ακριβώς με την έννοια της αντιπαραβολής των επιθυμιών του λαού σε αυτές των ελίτ, είναι μια πρώτης τάξεως μορφή αντίστασης στον πραξικοπηματικά συμφωνημένο «ορθολογισμό» των πάσης φύσεως «ειδικών» της εξουσίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
13/12/2017 - 10:59

Η πρόταση για συγχωνεύσεις τμημάτων ΤΕΙ ή ΑΕΙ και ΤΕΙ δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί συνέχεια του σχεδίου «Αθηνά».

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.