ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Ο φετιχισμός του κράτους επί Στάλιν
ΘΕΩΡΙΑ |
Κυρ, 24/07/2016 - 12:43

Ο φετιχισμός του κράτους επί Στάλιν


Το κείμενο του Σαρλ Μπεττελέμ προέρχεται απ’ τον τέταρτο τόμο των Ταξικών αγώνων στην ΕΣΣΔ (Les luttes des classes en URSS, 1930-1941, τ. 2, Seuil/Maspero, 1983, σ. 24-28). Στο πρώτο κεφάλαιο του τόμου (το οποίο τιτλοφορείται: «Τα θέματα και οι ιδεολογικές πρακτικές του σταλινισμού») ο Μπεττελέμ προσεγγίζει τις κύριες ιδεολογικές πτυχές του σταλινικού μαρξισμού (βλ. επίσης το υποκεφάλαιο για την «σταλινική οικονομική ιδεολογία», στο Εκτός Γραμμής, τ. 3, 2004). Μεταξύ αυτών αναφέρεται στην τύχη που είχε η μαρξική θεωρία του κράτους, καθώς από θεωρία μαρασμού του κράτους μετατράπηκε σε θεωρία ενδυνάμωσης του κράτους. Να σημειώσουμε ότι στη συνέχεια, ξεφεύγοντας από το αυστηρά θεωρητικό πλαίσιο, και πάντα στο ίδιο υποκεφάλαιο για τον φετιχισμό του κράτους, ο Μπεττελέμ προσεγγίζει τρεις ακόμη πτυχές: την σημαντικότατη πτυχή που αφορά το Σύνταγμα του 1936 και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε και λειτούργησε, την ειδική μορφή της «σταλινικής φετιχοποίησης του κράτους» (όπου εξετάζει τη συμβολική διάσταση του φετιχισμού του κράτους επί Στάλιν) και τέλος την ιδεολογική σχέση (συγγένειας) του σοβιετικού κράτους με το παλαιό ρωσικό κράτος (δηλαδή την αναγέννηση του μεγαλορωσικού εθνικισμού).

 

Η σταλινική ιδεολογία αναπτύσσει με μια συστηματική μορφή τον φετιχισμό του κράτους. Ο φετιχισμός του κράτους γεννιέται αυθόρμητα απ’ την άσκηση της εξουσίας, αλλά η σταλινική ιδεολογία προσφεύγει σ’ αυτόν προκειμένου να λειτουργεί, στον συγκεκριμένο τομέα, σαν πραγματικά κυρίαρχη ιδεολογία, συμβάλλοντας έτσι στην ενδυνάμωση της εξουσίας του κόμματος ως μηχανισμού που βρίσκεται στην κορυφή του κρατικού συστήματος.

Οι πραγματικές αυταπάτες που δίνουν σάρκα και οστά στον φετιχισμό του κράτους λειτουργούν «δια της προδηλότητας», απ’ τη στιγμή που το κράτος ως αφηρημένη οντότητα εμφανίζεται να διαθέτει μια πραγματική δύναμη. Την αντλεί δε αυτή απ’ τις δυνάμεις που του παραχωρεί η κοινωνία, βάσει ενός καταμερισμού εργασίας που το μετατρέπει σε πρωτεύουσα ιδεολογική δύναμη η οποία γεννιέται απ’ τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις και απ’ τις συνακόλουθες αντιφάσεις. Η ανάπτυξη των κοινωνικών αντιφάσεων καθιστά τη μορφή του κράτους όλο και πιο «ανεξάρτητη» φαινομενικά και επιτρέπει να εκχωρηθούν σ’ αυτήν την αφηρημένη δύναμη, και σε όσους μιλούν στο όνομά της, μηχανισμοί που είναι σε θέση να παρεμβαίνουν στην κίνηση των αντιφάσεων και στους ταξικούς αγώνες. Διαμορφώνεται έτσι μια όλο και πιο διευρυμένη βάση για την «υπερφυσική δύναμη» του κράτους.

Πολλά απ’ τα κείμενα των Μαρξ και Ένγκελς (εν αντιθέσει προς τη σταλινική ιδεολογία) παρουσιάζουν μια κριτική του φετιχισμού του κράτους και αναπτύσσουν τη θέση του μαρασμού του κράτους ως συνεπακόλουθου της εξαφάνισης των ανταγωνιστικών τάξεων.

«Από τη στιγμή που δεν θα υπάρχουν πλέον κοινωνικές τάξεις για να υφίστανται καταπίεση, από τη στιγμή που μαζί με την ταξική κυριαρχία και τον αγώνα για την ατομική ύπαρξη, που προκαλούνται μέχρι σήμερα απ’ την αναρχία της παραγωγής, θα έχουν εξαλειφθεί οι συγκρούσεις και οι βιαιοπραγίες που πηγάζουν από εκεί, τότε δεν θα υπάρχει τίποτα για να κατασταλεί, και δεν θα είναι επομένως αναγκαία μια κατασταλτική εξουσία, δηλαδή ένα κράτος».[1]

Η θέση που αφορά την «εξαφάνιση» κάθε διακριτής πολιτικής εξουσίας μπορεί ασφαλώς να τεθεί σε συζήτηση: θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι σε μια σύνθετη κοινωνία είναι αναπόφευκτες οι κοινωνικές αντιφάσεις και ότι η διαμεσολάβησή τους καθιστά αναγκαίες ορισμένες κρατικές θεσμικές μορφές. Ωστόσο, ακόμη κι αν θέσουμε υπό αίρεση ορισμένα απ’ τα συμπεράσματα των Μαρξ και Ένγκελς, είναι σαφές ότι η όξυνση ή ο μετριασμός των κοινωνικών αντιφάσεων θα πρέπει, προφανώς, να συνοδεύεται από μια διαδικασία ενδυνάμωσης ή «μαρασμού» του καταναγκαστικού ρόλου του κράτους. Γι’ αυτό, η ενδυνάμωση του συγκεκριμένου ρόλου στα πλαίσια του «σοβιετικού» κοινωνικού σχηματισμού κατά τη δεκαετία του 1930 δεν μπορεί παρά να συνιστά αποτέλεσμα της αύξησης των κοινωνικών αντιφάσεων, και πρωτίστως της πάλης που διεξήγαγε η νέα κυρίαρχη τάξη προκειμένου να πολλαπλασιάσει την εξουσία και τα προνόμιά της.

Η σταλινική ιδεολογία δεν θέτει το ζήτημα μ’ αυτούς τους όρους. Θεωρεί ότι η (υποτιθέμενη) αποδυνάμωση των κοινωνικών αντιφάσεων δεν θα πρέπει να επιφέρει μια αντίστοιχη αποδυνάμωση του κράτους, αλλά τουναντίον, την ενδυνάμωσή του.[2]

 

Η σταλινική θέση για την ενδυνάμωση του κράτους

Το 1930, κατά τη διάρκεια του 16ου Συνεδρίου του κόμματος, ο Στάλιν διατυπώνει τη θέση ότι ο μαρασμός του κράτους περνά απ’ την ενδυνάμωσή του.

Η εν λόγω θεωρητική ρήξη επανεμφανίζεται στην έκθεση που παρουσιάζει ο Στάλιν τον Ιανουάριο του 1933 όταν προβαίνει στον «απολογισμό του πρώτου πεντάχρονου πλάνου». Σ’ αυτήν την έκθεση, ο γενικός γραμματέας του κόμματος υποστηρίζει εκ νέου ότι «ο μαρασμός του κράτους δεν θα πραγματωθεί μέσω της αποδυνάμωσης της κρατικής εξουσίας, αλλά μέσω της μεγαλύτερης δυνατής ενδυνάμωσής της…».[3] 

Το γεγονός ότι μια τέτοια απόφανση έρχεται σε αντίθεση με τις κλασσικές θέσεις που υποστήριξαν ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν καθιστά την άποψη του Στάλιν «θεωρητικά άβολη», ιδίως δε όταν η ΕΣΣΔ υποτίθεται ότι έχει γίνει «σοσιαλιστικό κράτος». Γι’ αυτό προφανώς, στην έκθεση που παρουσιάζει το 1936 για το νέο Σύνταγμα, ο Στάλιν δεν προσεγγίζει άμεσα το θεωρητικό πρόβλημα του κράτους σε μια υποτιθέμενη σοσιαλιστική κοινωνία, που θα έχει επομένως «απαλλαχθεί από τους ταξικούς ανταγωνισμούς». Ο γενικός γραμματέας κρατά την ίδια σιωπή ως προς αυτό το θέμα στο κείμενό του «Για τον διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό», το 1938.

Ωστόσο, εκείνη την εποχή, οι θέσεις για τον μαρασμό του κράτους και του δικαίου (σε ό,τι αφορά τη θέση για τον μαρασμό του δικαίου οι καθοδηγητές του κόμματος τείνουν να αρνηθούν τον κλασικό της χαρακτήρα, και την αποδίδουν στον παλαιό «επίσημο θεωρητικό» για ζητήματα του κράτους και του δικαίου, Πασουκάνις) καταδικάζονται απ’ τους επίσημους ιδεολόγους και αποκηρύσσονται ως εκδηλώσεις του «αντεπαναστατικού τροτσκισμού».

Τελικώς, ο Βυσίνσκι διακηρύσσει ότι η θεωρία του κράτους κάνει με τον Στάλιν ένα αποφασιστικό βήμα προς τα μπρος. Γράφει, σ’ αυτό το πνεύμα:

«Ο Λένιν συμμεριζόταν την ιδέα για τον μαρασμό του κράτους, αλλά ο Στάλιν εισήγαγε μια διόρθωση και απέδειξε ότι το κράτος πρέπει να ενδυναμωθεί σε συνθήκες σοσιαλισμού. Κατά συνέπεια, ο νόμος πρέπει να διατηρηθεί και να αποκτήσει σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Παντού στον κόσμο, όσοι είναι στην εξουσία παραβιάζουν τον νόμο και τα ατομικά δικαιώματα. Δεν υπάρχει παρά μία μόνο χώρα όπου η δικαιοσύνη αναβλύζει σαν καθαρός χρυσός: η Σοβιετική Ένωση».

Ένα τέτοιο κείμενο, που γράφεται τη στιγμή που πληθαίνουν οι συλλήψεις, οι καταδίκες και οι αυθαίρετες εκτοπίσεις ρίχνει φως όχι μόνο στην εξύμνηση της «νέας θεωρίας» αλλά και στον ρόλο συσκότισης της πραγματικότητας που έχει αναλάβει.

Τελικώς, το 1939, στην έκθεση που παρουσιάζει στο 18ο Συνέδριο, ο Στάλιν έρχεται ανοιχτά σε ρήξη με τις «κλασικές» θεωρητικές θέσεις. Διακηρύσσει τότε ότι το απόσπασμα του Ένγκελς, που παρατέθηκε προηγουμένως, είναι μια «γενική διατύπωση» που δεν μπορεί να εφαρμοστεί «στην ιδιαίτερη και συγκεκριμένη περίπτωση της νίκης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα», διότι -όπως λέει- χρειάζεται τότε «ένα κράτος επαρκώς ισχυρό για να μπορεί να υπερασπίζεται τις κατακτήσεις του σοσιαλισμού ενάντια στις επιθέσεις που προέρχονται απ’ το εξωτερικό»,[4] αφήνει όμως να εννοηθεί ότι ο μαρασμός θα μπορούσε να λάβει χώρα εάν «η νίκη του σοσιαλισμού» πραγματοποιούταν σε μια κλίμακα ευρύτερη από μία μόνο χώρα.

 

Η άρνηση της «κατασταλτικής λειτουργίας» του κράτους

Στην προαναφερθείσα έκθεση, ο Στάλιν παραμερίζει εμμέσως το ζήτημα της «κατασταλτικής λειτουργίας» και τούτο με παράδοξο τρόπο, καθώς αρνείται ότι το σοβιετικό κράτος ασκεί μια τέτοια λειτουργία. Στην πραγματικότητα, διακηρύσσει ότι «αφού η εκμετάλλευση καταργήθηκε, οι εκμεταλλευτές δεν υπάρχουν πλέον και δεν υπάρχει πλέον κανείς για να κατασταλεί».

Η συγκεκριμένη διαβεβαίωση, που εκφέρεται τη στιγμή που εκτοπίζονται εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες εδράζεται, θα μπορούσαμε να πούμε, σε ένα «λογοπαίγνιο» που παραπέμπει στην κρυπτογράφηση την οποία χρησιμοποιεί η επίσημη γλώσσα. Πράγματι, ο Στάλιν διευκρινίζει ότι «η λειτουργία της καταστολής παραχώρησε τη θέση της στη λειτουργία της περιφρούρησης της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας από τους κλέφτες και τους καταχραστές της λαϊκής περιουσίας» και στη «λειτουργία της στρατιωτικής υπεράσπισης της χώρας». Ως εκ τούτου, αυτές ακριβώς οι λειτουργίες (και όχι η καταστολή!) απαιτούν την ύπαρξη μιας πολυάριθμης αστυνομίας, ενός στρατού και «υπηρεσιών πληροφοριών, που χρειάζονται για να συλληφθούν και να τιμωρηθούν οι κατάσκοποι, οι δολοφόνοι, οι δολιοφθορείς…».[5] 

Χάρη σ’ αυτήν την κρυπτογραφημένη γλώσσα, η δραστηριότητα των αστυνομικών και τιμωρητικών οργανισμών, που στρέφεται ωστόσο ενάντια σε αναρίθμητους εργάτες και χωρικούς, παρουσιάζεται σαν λειτουργία «περιφρούρησης του λαού».

Ταυτίζοντας κράτος και λαό, η σταλινική ιδεολογία δικαιολογεί την ευρύτερη δυνατή καταστολή: όποιος δεν υποτάσσεται στο κράτος δεν ανήκει στον λαό. Αυτό σημαίνει ότι είναι εχθρός του, και ως εκ τούτου μπορούμε να πούμε, σύμφωνα με την έκφραση του Σολζενίτσιν, ότι «ο λαός έγινε εχθρός του εαυτού του».

Ο φετιχισμός του κράτους και η επίσημη άρνηση της καταστολής οδηγούν σε μια άλλη κρυπτογράφηση, απ’ την οποία απορρέουν τα σχήματα της «διαπαιδαγώγησης» και της «αναδιαπαιδαγώγησης». Ο Βυσίνσκι -γενικός εισαγγελέας της ΕΣΣΔ από το 1935 μέχρι το 1940- αναφέρεται ρητά σ’ αυτά τα σχήματα. Διακηρύσσει ότι το κράτος οφείλει «να καθοδηγήσει την μεγάλη μάζα του πληθυσμού», και προσθέτει ότι πρόκειται για μια εργασία διαπαιδαγώγησης στα πλαίσια της οποίας «ένας σημαντικότατος ρόλος αναλογεί σε όργανα σαν τα δικαστήρια» και τους θεσμούς «διορθωτικής εργασίας».[6] 

Η δραστηριότητα «διαπαιδαγώγησης» οφείλει να «αποκαθάρει τη συνείδηση του λαού». Ο ταξικός χαρακτήρας του λεγόμενου «σοσιαλιστικού» κράτους είναι εν προκειμένω πασιφανής. Ένα απ’ τα καθήκοντά του είναι να εξαναγκάσει τον λαό σε πειθαρχία, σφυρηλατώντας του μια «ανθρώπινη συνείδηση» που θα σέβεται τα «κοινωνικά και πολιτικά καθήκοντα», με βάση τον στόχο της ολικής υποταγής όλων στην εργασία.

Ο σταλινικός φετιχισμός του κράτους και η απολογητική του αποκρύπτουν μια θεωρία και μια πρακτική ολικής υποταγής των εργαζόμενων σε μια εξουσία που τους είναι απολύτως ξένη, και επί της οποίας δεν ασκούν κανέναν έλεγχο. Όσο για την «υπεράσπιση της σοσιαλιστικής νομιμότητας», για την οποία επίσης μιλά ο Βυσίνσκι, γνωρίζουμε ότι οδηγεί, πρακτικά, στην επιβολή «καθηκόντων» στα άτομα τα οποία έρχονται αντιμέτωπα μ’ ένα παντοδύναμο κράτος που δεν τους αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα.

 

Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος

 

Δημοσιεύτηκε στο Εκτός Γραμμής, τεύχος 13 / Σεπτέμβριος 2006

 

[1] Φρ. Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, εκδ. Αναγνωστίδης, σ. 416-417.

[2] Η ταύτιση της ενίσχυσης της κρατικής εξουσίας με την ανάπτυξη της ελευθερίας είναι ένα σχήμα που στοιχειώνει τη ρωσική απολυταρχία και τον δεσποτισμό εν γένει. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που ο Ντοστογιέφσκι στον Θρύλο του μεγάλου ιεροδίκη, βάζει τον ιεροδίκη να δηλώνει ότι «η οργάνωση της ολικής ελευθερίας περνά απ’ την εγκαθίδρυση μιας απόλυτης δικτατορίας».

[3] Ι. Β. Στάλιν, Ζητήματα Λενινισμού, σ. 530.

[4] Ι. Β. Στάλιν, Ζητήματα Λενινισμού, σ. 791-792.

[5] Ι. Β. Στάλιν, Ζητήματα Λενινισμού, σ. 95 (δικές μου οι υπογραμμίσεις, -Σ. Μπ.).

[6] Α. Vychinski, The Law of the Soviet State, Macmillan, 1948, σ. 50.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
23/06/2017 - 19:29

Οι G400 συζητάμε & ακούμε Blues με την Eliana “One woman blues band»

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
15/06/2017 - 10:40

Η Ηριάννα δε δέχτηκε να της υποδείξουν ποιους θα συμπαθεί, ποιους θα αγαπάει, με ποιους θα ζήσει.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ|
14/06/2017 - 08:05

Όταν ήρθε η κρίση, ο διεθνής εφοπλισμός βρέθηκε με πολλά, τεράστια και ακριβά καράβια που δεν είχε τι να τα κάνει, δεδομένης της μείωσης των εμπορικών ροών.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
13/06/2017 - 09:02

Οι διώξεις των μαθητών στο Ρέθυμνο είναι διώξεις απέναντι συνολικά σε όσους αγωνίζονται για τη δημόσια και δωρεάν παιδεία.