ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ |
Δευ, 31/07/2017 - 10:16

Ο θρίαμβος της «εμπιστοσύνης»: Για την έξοδο στις αγορές


Σε μια σπάνια (και ιδιαιτέρως απογοητευτική για τους εγχώριους μερακλήδες οπαδούς του) δήλωση, ο χερ Σόιμπλε είχε καλά λόγια να πει για τη χώρα μας. «Η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει πολλές μεταρρυθμίσεις και βρίσκεται σε καλό δρόμο», είπε ο κ. Σόιμπλε σε δημοσιογράφους μία μέρα μετά την επιστροφή της χώρας στη διεθνή αγορά χρέους.  Φυσικά (και προς μερική ικανοποίηση των ανωτέρω μερακλήδων), δεν έμεινε εκεί. Εκπρόσωπος του γερμανικού ΥΠΟΙΚ δήλωσε: «Χαιρετίζουμε έτσι το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να επιστρέψει στην αγορά βήμα βήμα [. . .]. Τώρα θα πρέπει να εδραιώσει τη μόλις ανακτηθείσα εμπιστοσύνη, να ενισχύσει περαιτέρω τις μεταρρυθμίσεις και να ολοκληρώσει την επικείμενη τρίτη αξιολόγηση του προγράμματος έγκαιρα». 

Σε αυτή τη γνώμη του δεν απέχει πολύ από την άποψη του Έλληνα ΥΠΟΙΚ Ευκλείδη Τσακαλώτου: «Η [. . .] έξοδος εντάσσεται σε μια συνολική στρατηγική για να βγούμε από το μνημόνιο. Ενσωματώνει τη λύση για το χρέος που δόθηκε τον Ιούνιο και θα μας επιτρέψει να βγούμε ξανά με σοβαρό επιτόκιο στις αγορές και να μειώσουμε την επιτήρηση. [. . .] Στο τέλος ο λαός [. . .] θα θυμάται αν υπήρξε μια στρατηγική ως όπλο που επέτρεψε να βγει τις αγορές με στόχο να βγεις από μνημόνια κι αν σου άνοιγε τον δρόμο για επιστροφή στην εμπιστοσύνη με επενδύσεις»,  σημείωσε χαρακτηριστικά, με τα εξαιρετικά οξφορδιανά ελληνικά του, ο Υπουργός Οικονομικών. 

Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε εδώ ότι ο ΥΠΟΙΚ έριξε (επιτέλους!) το πολιτικό του βάρος στην υπόθεση της «συνολικής στρατηγικής» – δείχνοντας έτσι και τη μεγάλη σοβαρότητα σε βάθος χρόνου με την οποία αντιμετωπίζονται τα ζητήματα αυτά από το κυβερνητικό επιτελείο.

Είναι προφανές κατόπιν τούτων ότι το φως στο τούνελ είναι πλέον ορατό. Σύμφωνα με τις γνώμες τόσο του Σόιμπλε όσο και του Τσακαλώτου, δεν είναι παρά ζήτημα τριών μόνο παραγόντων:

– μερικών ακόμα μικροαξιολογήσεων (η πρώτη εκ των οποίων το φθινόπωρο), μαζί φυσικά με τα συνοδευτικά τους μνημoνιάκια,

– κάποιων ακόμα «αναγκαίων» (όπως λένε και οι Γερμανοί, που είναι φίλοι μας) μεταρρυθμίσεων (συντάξεις, μισθοί, ευθανασίες κ.λπ.) και, τελευταίο και σημαντικότερο,

– επιστροφής στη χώρα των διεθνών κεφαλαίων, εκείνης δηλαδή της συμπαθούς τάξεως των διεθνών μεγαλοκαρχαριών που είναι γνωστοί για τη συγκινητικά ακλόνητη πίστη τους στην πανανθρώπινη αξία του κέρδους ακόμα κι αν (ή μάλλον ειδικά εάν) χρειαστεί να πατήσει κανείς επί πτωμάτων. 

Μάλιστα σύμφωνα με τον ΥΠΟΙΚ, βασική ιδιότητα αυτών των διεθνών επενδυτών είναι η «εμπιστοσύνη», μια μαγική οικονομική ιδιότητα συγγενική με την «ψυχολογία» και τις «προσδοκίες» των αγορών. Όλες αυτές οι ιδιότητες είναι εντελώς πραγματικές και υπαρκτές φυσικές ποσότητες. Μάλιστα, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, μονάδα μέτρησής τους είναι τα σακουλάκια νεραϊδόσκονης, μιας ουσίας εξίσου πραγματικής και μετρήσιμης με αυτές. Έτσι π.χ. αν έχεις τρία σακουλάκια νεραϊδόσκονης «εμπιστοσύνη», τότε δυστυχώς την έβαψες, φίλε· δεν φτάνει ούτε για «ζήτω». Αν έχεις όμως τριάντα, ε τότε, σύμφωνα με τον στρατηγικά σκεπτόμενο ΥΠΟΙΚ, οι «αγορές» σού ανοίγουν χαμογελώντας τις πόρτες τους, τα κεφάλαια επιστρέφουν στη χώρα χλιμιντρίζοντας από εμπιστοσύνη, κάθε κρίση τελειώνει αμέσως αν ξέρεις το μαγικό ξόρκι [σ.σ.: λες «ξου ξου ξου» και σφυρίζεις κλέφτικα], τα πουλάκια κελαηδούν χαρούμενα στα λεφτόδεντρα και –ποιος ξέρει;– ακόμα και ο σοσιαλισμός δεν πρέπει να απέχει πολύ. Αριστεροί άνθρωποι είμαστε, βρε αδερφέ.

 

Εγχώριοι μερακλήδες...

Μιλώντας για σοσιαλισμό, ιδού τι πιστεύουν για το ζήτημα οι άλλοι πρώην σοσιαλιστές: «Τον Μάρτιο-Απρίλιο του 2014 η έξοδος στις αγορές χαρακτηριζόταν από τον κ. Τσίπρα και τους συνεργούς του “στημένη θεατρική παράσταση” και “πάρτι τοκογλύφων”. Σήμερα η επανάληψη, μετά από τρία χαμένα χρόνια, εμφανίζεται ως θρίαμβος και εθνική επιτυχία. Υπήρξε άραγε έστω κάποια μικρή βελτίωση με βάση τα σημερινά πολύ καλύτερα δεδομένα της ευρωζώνης; Δυστυχώς όχι».

Για κάποιαν που γράφει σε αυτόν εδώ τον ιστότοπο είναι ένα πολύ δυσάρεστο αίσθημα το αίσθημα αηδίας για τον ίδιο της τον εαυτό που νιώθει όταν είναι υποχρεωμένη να πληκτρολογήσει το εξής: «το παραπάνω απόσπασμα λέει, σε γενικές γραμμές, την αλήθεια». Κι αυτό επειδή το παραπάνω απόσπασμα το έχει γράψει με τα πράσινα γλιστερά πλοκάμια που αποκαλεί «χέρια», ο σκοτεινός άρχων του ψεύδους, ο Ευάγγελος Βενιζέλος ο ίδιος. Η πραγματικότητα όμως παραμένει ότι δεν είναι πολλές οι διαφορές μεταξύ του δανεισμού της κυβέρνησης Σαμαρά πριν από τρία χρόνια και του δανεισμού αυτής της κυβέρνησης. Τα μισά εξάλλου από τα χρήματα που λάβαμε ήταν το «γύρισμα» αυτού ακριβώς του επαίσχυντου τότε δανείου.  Και τότε, όπως και τώρα, το δάνειο, με παρεμφερές επιτόκιο, είχε παρουσιαστεί ως το φως του τούνελ, η αρχή του τέλους κ.λπ. κ.λπ. Σου λέει λοιπόν: «Δηλαδή τα κάνατε όλα γης Μαδιάμ το 2015, χάσαμε τη σειρά μας και –μην το ξεχνάμε αυτό!– την εμπιστοσύνη των αγορών, μόνο και μόνο για να έρθετε εκεί που ήμασταν εμείς τρία χρόνια μετά;». Δικαιολογημένη επομένως η πικρία του Βενιζέλου – αλλά όχι μόνον αυτού.

Γιατί ως πικρία (ή ίσως απελπισία;) μπορεί να ερμηνευτεί και η αντίδραση του Τζούνιορ (του Μητσοτάκη, aka Κούλης) στα πρόσφατα πολιτικοοικονομικά τεκταινόμενα. Η Ν.Δ. μόνο αναιμικά αντέδρασε στο δάνειο, αφήνοντας το βάρος της αντιπολίτευσης στον γνωστό αντιλαϊκιστή Άδωνι, ενώ το βασικό αντιπολιτευτικό της σχήμα είναι βασισμένο στην τρομερή και αποκλειστική αποκάλυψη του (εδώ και τρεις μήνες εκδοθέντος) πονήματος του Βαρουφάκη και των διαλόγων που, με πολύ σεβασμό προς τους πρώην συντρόφους του, συμπεριέλαβε αυτός μέσα σε αυτό. (Είναι προφανές ότι αποτελεί τεκμήριο πολιτικού ήθους και σεβασμού προς τους συντρόφους σου το να κυκλοφορείς στα όργανα του κόμματος που σε έχρισε υπουργό-πρώτη-φορά-αριστερά με ένα κινητό που ηχογραφεί χωρίς οι συμμετέχοντες να το ξέρουν.) Το αντιπολιτευτικό σχήμα της Ν.Δ. λοιπόν ήταν μια σφιχτή επιλογή από διάφορες αντιλαϊκιστικές προτάσεις, όπως αίφνης η σύσταση εξεταστικής επιτροπής και ειδικού δικαστηρίου (και αν όλα πάνε κατ’ ευχήν, ίσως και κρεμάλας στο Σύνταγμα) για τη διακρίβωση του αν πρόθεση της κυβέρνησης Τσίπρα-πρώτη-φορά-αριστερά ήταν να μας βγάλει από την ευρωζώνη. Προσοχή: μιλάμε για την πρόθεση και όχι για την πράξη του Grexit, η οποία εξ όσων γνωρίζουμε δυστυχώς ουδέποτε εντέλει συντελέστηκε. Διότι, όπως είναι γνωστό, είναι εντελώς αντιλαϊκιστικό το να διεξάγεις δίκες προθέσεων, όπως και δίκες ιδεολογιών εξάλλου, κατά των πολιτικών σου αντιπάλων. Οι δίκες για τετελεσμένα αδικήματα είναι τόσο πασέ (και λαϊκιστικές).

Φυσικά η καταφυγή σε αυτό το ύστατο πολιτικό υπερόπλο δικαιολογείται από την απελπισία του Τζούνιορ, που βλέπει βέβαια τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις να ανεβαίνουν, αλλά τις μεν εκλογές (που δυστυχώς δεν είναι δημοσκοπήσεις...) να απομακρύνονται, τον δε Σόιμπλε μαζί με τον Μοσκοβισί και τον «πιστό φίλο της Ελλάδας» Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ  να μοιράζουν επαίνους στον αριστερό λαϊκιστή Τσίπρα για την εφαρμογή της δικής του νεοφιλελεύθερης πολιτικής (που είναι, θυμίζουμε, αντιλαϊκιστική, να τα λέμε κι αυτά). 

Κουράγιο, Τζούνιορ. Σκέψου ότι αν από τη μία είναι σκληρό να βλέπεις τους μαθητές σου να σε ξεπερνάνε, από την άλλη είναι οπωσδήποτε και μια δικαίωση.

 

... Και διεθνείς καρχαρίες

Και βέβαια, εν μέσω των πανηγυρισμών για το γύρισμα σελίδας και το τέλος της κρίσης κ.λπ. κ.λπ., υπάρχει εδώ κάτι το δυσερμήνευτο: Γιατί τελικά τα διεθνή κεφάλαια που λέγαμε πιο πάνω να ρίξουν τα λεφτά τους σε μια πλήρως χρεοκοπημένη και αφερέγγυα χώρα; Και γιατί μια χρεοκοπημένη καπιταλιστική χώρα πρέπει να ζητήσει δανεικά από τους μεγαλοκαρχαρίες και δεν μπορεί να εφαρμόσει άλλες (καπιταλιστικές) στρατηγικές;

Το δεύτερο είναι πιο εύκολο να απαντηθεί πρώτα: Λόγω της διαρκούς νεοφιλελεύθερης συνθήκης που επιβάλλει το ίδιο το ευρώ αυτόματα με την ύπαρξή του. Η εναλλακτική κεϋνσιανή αντίληψη για τη διαχείριση των οικονομικών μιας καπιταλιστικής οικονομίας θα προέκρινε για την έξοδο από την κρίση την αύξηση (και όχι τη μείωση) του δημόσιου χρέους προκειμένου να χρηματοδοτηθεί μέσω δημόσιων δαπανών η οικονομία (η σωστή έκφραση είναι «αντικυκλική δημοσιονομική τόνωση της ενεργού ζήτησης», όπως λένε οι κεϋνσιανοί με την καθόλου ξύλινη γλώσσα τους). Αυτό θα γινόταν όμως κατά προτίμηση με απευθείας «δανεισμό» από την Κεντρική Τράπεζα (αυτό που το λένε λανθασμένα «κοπή νέου χρήματος») ή με δανεισμό μεν από τις αγορές αλλά σε νόμισμα του οποίου την κυκλοφορία να την ελέγχει η κυβέρνηση η ίδια και όχι κάποιος υπερεθνικός οργανισμός, όπως η ΕΚΤ, η οποία συμπυκνώνει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της Ε.Ε. Αντίθετα λοιπόν, η ίδια η ύπαρξη του ευρώ, που είναι στην πραγματικότητα ένα σκληρό διεθνές νόμισμα, σαν ας πούμε το δολάριο, σε συνδυασμό με την αδυναμία ελέγχου της ΕΚΤ, μας υποχρεώνει από μόνη της στις πιο σκληρές μονεταριστικές, αποπληθωριστικές πολιτικές επί ποινή εξόδου από το ευρώ. Όλο μα όλο το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης έχει κάποιου τύπου κεϋνσιανές ή μετακεϋνσιανές ακαδημαϊκές περγαμηνές. Αν ήταν στο χέρι τους, θα πέρναγε έστω και ένα τέτοιου τύπου μέτρο για τη χρηματοδότηση του κράτους, μόνο και μόνο για τα μάτια του κόσμου – δεν είναι όμως στο χέρι τους. Και αυτό επειδή, όπως πολλές φορές και με διάφορες ευκαιρίες μάς έχουν οι ίδιοι διευκρινίσει, δεν είναι στις προθέσεις τους η έξοδος [σ.σ.: Τζούνιορ, χάσαμε].

Ως προς το πρώτο ερώτημα τώρα, ποιος είναι δηλαδή αυτός ο βλάκας που δίνει 3 δισ. ευρώ δανεικά στην Ελλάδα (αφού πρώτα την περιβάλει φυσικά με την «εμπιστοσύνη» του) και γιατί. Εδώ τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα. Από τη δική της πλευρά, η κυβέρνηση βρέθηκε εν μέσω μιας διεθνούς «τέλειας καταιγίδας», που θα λέγαμε στα αγγλικά, αν και η καταιγίδα ήταν προς το συμφέρον της (όχι όμως και το δικό μας). Μια σειρά παραγόντων στο διεθνές τοπίο συνέτειναν σε τούτη την κατεύθυνση, λες και αυτή ήταν η «συνολική στρατηγική», που θα ’λεγε και ο στρατηγικά σκεπτόμενος Τσακαλώτος. 

Ο πρώτος παράγοντας είναι ότι η Ε.Ε. θέλει με κάποιον τρόπο να ξεμπλέξει το κουβάρι με το ΔΝΤ, το οποίο δεν θέλει άλλο να δανείζει τη χώρα, δείχνοντας ότι το χρέος μας είναι «βιώσιμο» (σπόιλερ: δεν είναι). Και αυτά όλα με τις γερμανικές εκλογές στο βάθος: η Μέρκελ θέλει τον Σεπτέμβρη να λέει ότι, ορίστε, πετύχαμε, ακόμα και η Ελλάδα είναι σε καλό δρόμο χωρίς ο Γερμανός φορολογούμενος να δώσει έστω κι ένα ευρώ παραπάνω.  

Ας πούμε εδώ παρενθετικά ότι όπως έδειξαν πρόσφατα οι Πράσινοι με ερώτησή τους στο Μπούντεσταγκ (το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο), το γερμανικό δημόσιο, κάνοντας ένα αεροδυναμικό κόλπο που περιλάμβανε την κρατική τράπεζα KfW, όχι μόνο δεν έδωσε ευρώ, αλλά αντίθετα κατάφερε να έχει κέρδη 1,3 δισ. ευρώ από τη διαχείριση του ελληνικού χρέους.  Οι πράσινοι φυσικά το έριξαν στην ηθικολογία λέγοντας ότι «αν και νόμιμο το γερμανικό κέρδος από την ελληνική κρίση, από την πλευρά της ηθικής και της αλληλεγγύης είναι λάθος». Εντάξει, είναι λίγο καλύτεροι από τον Βουλγαράκη (κάτι που δεν λέει και πολλά), αλλά το σημαντικό εδώ για μας είναι ότι η μεταφορά πόρων από την Ελλάδα στη Γερμανία ήταν «νόμιμη» επειδή είχε τις υπογραφές των Ελλήνων ηγετών. Ρε συ Τζούνιορ, ο Τσίπρας-δεύτερη-φορά-αριστερά ήταν ένας από αυτούς (μαζί με Σαμαροβενιζέλους). Γιατί δεν σε βλέπω να ζητάς μια εξεταστικούλα; Τέλος παρένθεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, της σύγκρουσης με το ΔΝΤ, εντάσσεται και η θύελλα «εμπιστοσύνης» που μας έδειξε το τελευταίο διάστημα όλος αυτός ο παρασιτικός εσμός της ευρωγραφειοκρατίας: επιβεβαιώνοντας την ικανότητα της χώρας να δανειστεί, «αποδεικνύουν» ότι το χρέος είναι βιώσιμο. Έτσι η «εμπιστοσύνη» των πολιτικών φέρνει την «εμπιστοσύνη» των κεφαλαίων, τα οποία όμως τσιμπάνε ένα διόλου άσχημο επιτόκιο ως αντάλλαγμα. Και βέβαια, να σημειώσουμε ότι η λογική είναι ότι θα ξαναδανειστούμε τουλάχιστον άλλες δύο φορές τον επόμενο χρόνο, αλλιώς τι «εμπιστοσύνη» θα μας δείξουν; 

Το οποίο μας φέρνει στον δεύτερο παράγοντα, που είναι η διεθνής συγκυρία χαμηλών γενικά αποδόσεων μεγάλης ασφάλειας. Πράγματι παρά τη μερική σταθεροποίηση και ανάκαμψη των μεγάλων οικονομιών το τελευταίο διάστημα, οι κερδοφορίες δεν έχουν ανακάμψει σε ικανοποιητικά επίπεδα, οδηγώντας τα κεφάλαια σε διεθνείς χρηματιστηριακές φούσκες (ή σε φουσκωμένους, υπερσπάταλους αμυντικούς προϋπολογισμούς, όπως αυτός που ψήφισε πρόσφατα η Αμερική ). Σε αυτές τις χαμηλές αποδόσεις θα πρέπει να προσθέσουμε την πολιτική αβεβαιότητα λόγω της πολύ βαθύτερης απ’ όσο αρχικά φαινόταν πολιτικής κρίσης στις ΗΠΑ. Στην πρόσφατη ιστορία της υπερδύναμης δεν υπάρχει προηγούμενο ο πρόεδρος να είναι τόσο ανίκανος, χαοτικός και πολιτικά ηλίθιος. Η εκλογή του είναι προφανώς αποτέλεσμα βαθύτερων αντιφάσεων, όπως επίσης και αποτέλεσμα της υπερβολικής επιτυχίας του νεοφιλελεύθερου τρόπου σκέψης: το ότι είναι άλλο ο επιχειρηματίας, άλλο ο πολιτικός δεν χωράει στον νου των ταλιμπάν των αγορών και του «λιγότερου» κράτους. («Λιγότερο» σημαίνει λιγότερη πρόνοια, περισσότερη όμως αστυνόμευση.) Όπως και να έχει, είναι πολλαπλά προβληματικό για το διεθνές περιφερόμενο χρηματικό κεφάλαιο η υπερδύναμη να εμφανίζεται να μην ξέρει τι κάνει και πώς να συμβιβάσει μεταξύ τους συγκρουόμενα μονοπωλιακά συμφέροντα (που είναι και ένας από τους βασικούς ρόλους του προέδρου).

Σε αυτό το πλαίσιο, η σχετικά εγγυημένη από την Ε.Ε. (βλ και τον πρώτο παράγοντα παραπάνω) έξοδος στις αγορές, με επιτόκιο μεγαλύτερο από αυτό που έδωσαν την ίδια περίοδο ελληνικοί όμιλοι για να δανειστούν διεθνώς (η Μυτιληναίος λ.χ. στο 3,1% ), είναι καλή πηγή κερδοφορίας – ειδικά αν σκεφτούμε ότι, όταν θα λήγει το ομόλογο σε πέντε χρόνια, δεν θα έχουμε άλλες σοβαρές πληρωμές να κάνουμε, επομένως είναι σχετικά σίγουρο ότι θα το αποπληρώσουμε. Ήταν κι ένα μικρό σχετικά ποσό, άρα άξιζε μια μικρή δόση «εμπιστοσύνης». Οι έγκυρες πηγές μας την υπολογίζουν περίπου στα τέσσερα σακουλάκια νεραϊδόσκονης.

 

Η εμπιστοσύνη των λαϊκών μαζών

Και έτσι φτάνουμε στο τελικό ερώτημα. Τι ακριβώς θέλει ή ελπίζει να πετύχει η κυβέρνηση; Είναι προφανές ότι η «συνολική στρατηγική» της παραμένει ένα «βλέποντας και κάνοντας» είδος πολιτικής. Έχοντας αποφασίσει ότι οι λεονταρισμοί περί αριστεράς κ.ο.κ. οδηγούν σε έξοδο από την Ε.Ε. και ότι σε καμία περίπτωση αυτό δεν μπορεί να συμβεί, το «κοινό μας νόμισμα» την έχει εγκλωβίσει σε μια σειρά πολιτικές που απομακρύνονται ακόμα και από τον παραδοσιακό ρόλο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας: το να περνά τα πιο επώδυνα μέτρα (αυτό το κάνει), δίνοντας όμως στα λαϊκά στρώματα κάποια ψίχουλα ως αντάλλαγμα (αυτό δεν το κάνει).

Η ελπίδα τους είναι ότι κάνοντας τους καλούς μαθητές του Σόιμπλε, με τη σταθεροποίηση που –τι στο διάολο!– θα έρθει κάποια στιγμή, με την εκμετάλλευση κάποιων δευτερευουσών αντιφάσεων στο ευρωοικοδόμημα, γλύφοντας, έρποντας, με τα κέρατά τους και –μην το ξεχνάμε αυτό!– με την «εμπιστοσύνη» των αγορών, κάποια στιγμή θα είναι σε θέση να μοιράσουν περήφανα τα εν λόγω ψίχουλα, αποτέλεσμα των θυσιών του ελληνικού λαού για χάρη της δεύτερης-φοράς-αριστερά. Φρούδες ελπίδες. 

Για όλον τον ευρωνότο η κρίση δεν τελείωσε ακόμη. Το υψηλό χρέος όλων των νότιων χωρών εμποδίζει την εξίσωση των νότιων ευρώ με τα βόρεια (τα επιτόκια θα είναι πάντα διαφορετικά), ειδικά σε περιόδους κυκλικών κρίσεων. Αυτό σημαίνει ότι μεσοπρόθεσμα κανόνια θα ξανασκάσουν και μακροπρόθεσμα ότι τα χρέη αυτά είναι όλα μη βιώσιμα.

Μάλιστα, θεωρητικά το χρέος θα μπορούσε να γίνει βιώσιμο αν ο νότος μπορούσε να αναπτυχθεί αρκετά γρήγορα. Δεν υπάρχουν τέτοιες πιθανότητες λόγω της γενικότερης κατάστασης· επιπλέον όμως, λόγω της ειδικής συνθήκης του κοινού νομίσματος, οι κυβερνήσεις είναι ακόμα περισσότερο δεσμευμένες. Δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν κεϋνσιανές στρατηγικές, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον πληθωρισμό για να ελαφρύνουν το χρέος και δεν μπορούν να κάνουν σοβαρά εξαγωγικά άλματα. Οι βόρειοι γείτονες (Γερμανοί και Ολλανδοί) είναι και αυτοί σφιχτοί, λόγω της ανάγκης τους να διατηρούν μεγάλα εξαγωγικά πλεονάσματα (η Γερμανία είναι στο 7% του ΑΕΠ!): πρέπει να κρατούν και αυτοί σε λιτότητα τα λαϊκά τους στρώματα, άρα και οι εξαγωγές των νότιων προς εκείνους θα παραμείνουν αναιμικές, ενώ και το ευρώ θα παραμείνει σε αποπληθωρισμό βαραίνοντας έτσι το πραγματικό φορτίο του χρέους.

Το μόνο λοιπόν που τους μένει είναι η αποτυχημένη «εσωτερική υποτίμηση», τα διαρκή μνημόνια, οι διαρκείς μειώσεις στα εργατικά εισοδήματα, η διαρκής λιτότητα. Ο... αντιλαϊκιστής Μακρόν, που τόση ευφορία προκάλεσε με την εκλογή του στο ευρωπαϊκό κέντρο, σύντομα θα υποστεί τις συνέπειες της αντιλαϊκιστικής λιτότητας που θα επιβάλει, με περαιτέρω αποδιάρθρωση του πολιτικού σκηνικού της Γαλλίας. 

Η ποσοτική χαλάρωση, η μεγάλη ελπίδα της δεύτερη-φορά-αριστερά κυβέρνησης, πλησιάζει στο τέλος της. Η ανάπτυξη στην ευρωζώνη γενικά και στην Ελλάδα ειδικά είναι χαμηλή. Η ανεργία τεράστια (στην Ελλάδα σε ιστορικά πρωτοφανή επίπεδα). Οι τράπεζες είναι εύθραυστες (οι ευρωπαϊκές μάλιστα περισσότερο από τις ελληνικές). Σε αυτό το περιβάλλον οποιαδήποτε ελπίδα για παροχές στα λαϊκά στρώματα και σταθεροποίησης του πολιτικού σκηνικού εδώ και του ευρωοικοδομήματος έξω έχει πολύ μικρές πιθανότητες να πραγματοποιηθεί. Το μέλλον δεν φαίνεται να τελειώνει σύντομα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
02/08/2017 - 09:50

Ουδέποτε η διοίκηση του ΟΚΑΝΑ εξήγησε τους λόγους της παύσης ή ακολούθησε διαδικασίες διαφάνειας και αξιοκρατίας.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
20/07/2017 - 14:38

Εμείς δεν τσιμπάμε στο στημένο καυγά μνημονιακής «κεντροαριστεράς» και «κεντροδεξιάς»

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
18/07/2017 - 16:12

Το μήνυμα είναι σαφές: Οι φτωχοί και οι αγωνιζόμενοι «μέσα» - οι πλούσιοι, οι καταπιεστές και τα μαντρόσκυλά τους «έξω».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
12/07/2017 - 23:58

Μια νέα κοπέλα βρίσκεται στις φυλακές γιατί πίστεψε πως η αθωότητά της αρκεί.