Το φοιτητικό κίνημα στην πρώιμη Μεταπολίτευση, 1974-1981 [1]


Το φοιτητικό κίνημα (φ.κ.) που αναπτύχθηκε ιστορικά κατά τη διάρκεια του Αντιδικτατορικού Αγώνα (1972-73), με σημείο καμπής την εξέγερση του Πολυτεχνείου, διαμόρφωσε τη φυσιογνωμία του (οργάνωση, πολιτική, στρατηγική) στην περίοδο που άνοιξε με την πτώση της δικτατορίας.

Στη συνέχεια όμως ακολούθησε φθίνουσα πορεία, με μόνη εξαίρεση τις καταλήψεις του 1979, για να εκφυλιστεί πλήρως, μετά την «Αλλαγή» του 1981 και το 11ο Πανσπουδαστικό Συνέδριο.

Το φ.κ. αυτής της περιόδου υπήρξε ο καθρέφτης και το αποτέλεσμα της πολιτικής της Αριστεράς στην Ελλάδα σε όλες τις αποχρώσεις της. Η Αριστερά ηγεμόνευσε, η Αριστερά το καθοδήγησε, σε αυτό καταγράφτηκε η κρίση της (θεωρητική, πολιτική, ιδεολογική), σε αυτό η κρίση της πολιτικοποιήθηκε (την περίοδο των καταλήψεων του ’79). Ταυτόχρονα, σε αυτό αναδείχτηκε και η αδυναμία της, η ανικανότητά της να επαγγελθεί τον κοινωνικό μετασχηματισμό στην Ελλάδα. Στην ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος της πρώιμης Μεταπολίτευσης, μπορούμε να διακρίνουμε σχηματικά τρεις φάσεις: Πρώτη φάση, 1974-1976, στην οποία σημείο καμπής μπορεί να θεωρηθεί το Α΄ (8ο) μεταδικτατορικό Πανσπουδαστικό Συνέδριο, δεύτερη φάση, 1976-1978, μέχρι την ψήφιση του ν. 815, και τρίτη φάση, 1978-1981, με τις καταλήψεις του 1979 και έπειτα από αυτές.

Πρώτη φάση, 1974-1976

Η Μεταπολίτευση συντελείται κάτω από την πρωτοβουλία των αστικών πολιτικών δυνάμεων, με ανυπαρξία της Αριστεράς. Η εξουσία μεταβιβάζεται από τον στρατό στο αστικό πολιτικό προσωπικό. Με τις εκλογές του 1974 και το δημοψήφισμα σταθεροποιείται ο καινούργιος κοινοβουλευτισμός, που διαφέρει ριζικά από τον προδικτατορικό. Με τις δίκες των πρωταιτίων, του Πολυτεχνείου και των βασανιστών, το καθεστώς νομιμοποιείται ιδεολογικά και ξεπερνά την κρίση των κρατικών μηχανισμών (στρατός, αστυνομία). Παράλληλα, συγκροτείται το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο (Σύνταγμα ’75, ν. 330 κ.λπ.) και νομιμοποιείται το ΚΚΕ. Πρόκειται για φάση σταθεροποίησης, αναδίπλωσης της αστικής πολιτικής, που με κύριο εκφραστή τον Κ. Καραμανλή αναλαμβάνει το εγχείρημα να πραγματοποιήσει την τομή στον τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας («εκσυγχρονισμός») και να προετοιμάσει την επίθεση των κυρίαρχων τάξεων.

Σε αυτή τη φάση, οι κοινωνικοί αγώνες διατηρούν την αγωνιστικότητα και την ένταση της αντιδικτατορικής περιόδου. Πραγματοποιούνται τεράστιες συγκεντρώσεις, με έντονο αντιιμπεριαλιστικό - αντιαμερικανικό χαρακτήρα. Ξεσπούν οι πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις, και το βιομηχανικό προλεταριάτο, που συγκροτείται στη δεκαετία του ’60, εισβάλλει για πρώτη φορά δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο. Ιδιαίτερα μετά την άνοιξη του ’75, ανθεί ο εργοστασιακός συνδικαλισμός. Η Αριστερά μαζικοποιείται, δημοσιοποιείται η διάσπαση του κομμουνιστικού κινήματος.

Αυτή η πρώτη περίοδος του φοιτητικού κινήματος είναι και η καθοριστική. Το φ.κ. θα ξεκαθαρίσει τη φυσιογνωμία του και την προβληματική του. Βγαίνοντας από τη Δικτατορία βαθιά πολιτικοποιημένο, κατέχει τον αποφασιστικό ρόλο, όχι μόνο μέσα στο κίνημα της νεολαίας, αλλά και στο ευρύτερο λαϊκό κίνημα. Έχει αποτελέσει την αιχμή του (Πολυτεχνείο) και εξακολουθεί να διαδραματίζει κεντρικό πολιτικό ρόλο. Οργανώνει και πραγματοποιεί πορείες ενός εκατομμυρίου κόσμου, δίνει κεντρικές πολιτικές μάχες (ΝΑΤΟ, Βάσεις, ΕΟΚ, Αιγαίο, Κάθαρση, Χιλή κ.λπ.). Εδώ αναδεικνύεται το βασικό χαρακτηριστικό του μεταπολιτευτικού φ.κ.: «η νόθα πολιτικοποίηση» («υπερπολιτικοποίηση») και η συνέπειά της: η αδυναμία του να κατανοήσει την καινούργια φάση, τη νέα στρατηγική της αστικής τάξης, τον εκσυγχρονισμό, άρα και να τον αντιμετωπίσει.

Η οργανωτική συγκρότηση του φοιτητικού κινήματος (λογική και μοντέλο οργάνωσης)

Το φ.κ. βγαίνοντας από τη Δικτατορία δεν είχε συγκροτημένη οργανωτική μορφή. Οι ΦΕΑ (Φοιτητικές Επιτροπές Αγώνα), που είχαν συσπειρώσει σημαντικό τμήμα των φοιτητών (1972-73), δεν επαρκούσαν σε συνθήκες νομιμότητας. Έτσι οργανώθηκαν οι φοιτητικοί σύλλογοι, με εκφραστές τους τα Δ.Σ. και συγκροτήθηκε δευτεροβάθμιο όργανο, η ΕΦΕΕ –τον Μάιο του 1975 το πρώτο Εθνικό Φοιτητικό Συμβούλιο εκλέγει το πρώτο Κ.Σ. της ΕΦΕΕ–, η οποία είχε αποφασιστικό χαρακτήρα. Έτσι, το φοιτητικό κίνημα συγκροτήθηκε οργανωτικά. Με το Α΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο, αρχίζει να ξεκαθαρίζει η στρατηγική του για το πανεπιστήμιο. Εκείνη την περίοδο οργανώνεται η μάχη ενάντια στον κρατικό συνδικαλισμό –Ιούλιος 1975– που είναι επιτυχής, ενώ αρχίζει η μάχη της «αποχουντοποίησης», δηλαδή της εκδίωξης των καθηγητών που είχαν συνεργαστεί με το δικτατορικό καθεστώς, με αποχές, καταλήψεις εδρών κ.λπ.

Η οργανωτική συγκρότηση γίνεται υπό την ηγεμονία της ΚΝΕ και του ΠΑΣΟΚ. Αναδύονται και κυριαρχούν οι στρατηγικές επιλογές της ΚΝΕ για τη σχέση κόμματος - μαζών, για το ρόλο του συνδικάτου, για το χαρακτήρα και το ρόλο της νεολαίας. Η περιφρόνηση της αυτονομίας του κινήματος, η αντίληψη ότι το κόμμα υποκαθιστά το κίνημα, άρα ότι το «κίνημα ανεβαίνει όσο ανεβαίνει το κόμμα», η χειραγώγηση του κινήματος (η υπαγωγή του σε κομματικές θέσεις) και η στείρα υπερπολιτικοποίηση –συνεχής αναφορά στα κεντρικά πολιτικά ζητήματα– είναι χαρακτηριστικά αυτής της λογικής. Πρόκειται για απόρροιά της ιστορικής σταλινικής στρατηγικής, που προσανατολίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε παρεμβάσεις κεντρικού τύπου, με φορέα το ίδιο το κόμμα (φορέα του «χρίσματος») και το μαζικό κίνημα απλό υποστηρικτή των κομματικών θέσεων και πρωτοβουλιών. Ως κύριο μέσα για τη διεύρυνση της δημοκρατίας και το άνοιγμα του «δρόμου για την αλλαγή» θεωρείται το να ενισχύσει το κόμμα την κεντρική πολιτική του παρουσία στη Βουλή, στην τοπική αυτοδιοίκηση κ.λπ. Γι’ αυτό και το μαζικό κίνημα προάγεται μόνο όταν είναι ελεγχόμενο από το κόμμα, όταν υποτάσσεται στο στόχο της ενίσχυσής των θέσεων του κόμματος. Τελικά «το κόμμα φέρνει την αλλαγή και ο λαός το υποστηρίζει στην πορεία».

Η παραδοσιακή σταλινική λογική της ΚΝΕ, που στην πράξη υιοθετήθηκε και από την ΠΑΣΠ, ήταν η λογική που καθόρισε τη συγκρότηση των οργάνων του φ.κ. Έτσι οι φοιτητές θεωρήθηκαν «οπαδοί» ή «μέλη υπό στρατολόγηση» και όχι κοινωνική κατηγορία που μπορεί να γίνει φορέας μιας ριζοσπαστικής πολιτικής παρέμβασης. Από τη λογική αυτή δεν ξέφευγαν ούτε οι αριστερίστικες - εξωκοινοβουλευτικές παρατάξεις της εποχής (ΠΠΣΠ, ΑΑΣΠΕ). Τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας του φοιτητικού κινήματος ήταν δανεισμένα στο σύνολό τους από τα πρότυπα της κυρίαρχης ιδεολογίας, την αστική αντίληψη περί δημοκρατίας. Κύριος πολιτικός ρόλος του δημοκράτη, του προοδευτικού και αριστερού φοιτητή αναδείχτηκε ο ρόλος του οπαδού - ψηφοφόρου. Οι εκλογές αναδεικνύονται στην κύρια μαζική διαδικασία. Κατά συνέπεια, τα Δ.Σ. λειτουργούν χωρίς να συνδέονται άμεσα και να ελέγχονται από τις γενικές συνελεύσεις των φοιτητών, δεν συμπυκνώνουν τη δυναμική του κινήματος, αλλά κυρίως αντανακλούν τους εκλογικούς συσχετισμούς της προηγούμενης εκλογικής περιόδου. Τα όργανα αυτά σταδιακά γραφειοκρατικοποιούνται, αναδεικνύουν κάποιους «παράγοντες», διαπραγματεύονται με τους καθηγητές. Αδυνατούν όμως να συνδεθούν οργανικά και να προωθήσουν με αποφασιστικότητα την πολιτική και ιδεολογική ωρίμανση του φ.κ. Παράλληλα, οι γενικές συνελεύσεις αποστερούνται του άμεσα δημοκρατικού και αποφασιστικού χαρακτήρα τους και μετατρέπονται σε όργανα έγκρισης και εκτέλεσης αποφάσεων. Οι φοιτητές μετέχουν πλέον ως θεατές σ’ ένα στημένο θεατρικό σκηνικό, όπου η μόνη παρέμβασή τους είναι η ψηφοφορία. Μετατρέπονται σε παθητικούς δέκτες της «γραμμής» και των συνθημάτων που «κατέβαζαν» οι παρατάξεις στις γενικές συνελεύσεις.

Κομματικοποίηση - «υπερπολιτικοποίηση»

Με τον όρο κομματικοποίηση δεν δηλώνεται βεβαίως η αντίθεση στα κόμματα ή στην οργανωμένη παρέμβαση στους κοινωνικούς αγώνες. Περιγράφεται η «μετάθεση» της πολιτικής από τις κοινωνικές αντιθέσεις των πανεπιστημίων στα γενικά πολιτικά προβλήματα. Κομματικοποίηση σήμαινε πριν απ’ όλα απομάκρυνση, δηλαδή αποπροσανατολισμός από τις άμεσες κοινωνικές αντιθέσεις. Ήταν μια διαδικασία όπου το πολιτικό μπλόκαρε το κοινωνικό, αντί να το απελευθερώνει. Παθητικοποιούσε αντί να ενεργοποιεί. Η ευθύνη αυτής της κατεύθυνσης του φ.κ. ανήκε στα κόμματα της επίσημης Αριστεράς, όσο και στις αριστερίστικες οργανώσεις που θέλησαν να παίξουν το ρόλο του «κόμματος» με κεντρική πολιτική παρουσία. Η κομματικοποίηση των μαζικών διαδικασιών είχε ως αποτέλεσμα να μετατραπούν τα Δ.Σ. και η ΕΦΕΕ σε διανεολαιίστικα ή διαπαραταξιακά όργανα. Οι συνδικαλιστές των παρατάξεων άρχισαν, αντί να είναι υπόλογοι στους φοιτητές και τις Γ.Σ., να είναι υπόλογοι στις οργανώσεις τους και αργότερα στην κυβέρνηση για τις πράξεις του φ.κ.

Η «υπερπολιτικότητα» είχε κύριο φορέα τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις (ΠΠΣΠ - ΑΑΣΠΕ). Όντας αδύναμες να διοχετεύσουν την πολιτικότητα του φ.κ. στη λογική του πολιτικού παιχνιδιού –καθότι στο περιθώριο– περιορίστηκαν στην ιδεολογική κριτική του «ρεβιζιονισμού», στην επαγγελία του «αντιρεφορμιστικού» κόμματος, στη συνεχή επίκληση της σινοσοβιετικής διένεξης, της Πολιτιστικής Επανάστασης, και της πολυκύμαντης ιστορίας του ΚΚΕ. Η απομάκρυνση από τις κοινωνικές αναθέσεις του πανεπιστημίου υπήρξε ακόμα μεγαλύτερη. Δεν επρόκειτο όμως μόνο γι’ αυτό. Η υπερπολιτικότητα της άκρας Αριστεράς πρόβαλλε στους φοιτητές μια μάλλον απεχθή και δυσνόητη εικόνα της πολιτικής. Παρέπεμπε τις πολιτικές αντιθέσεις, σε τελευταία ανάλυση, στις πολυπλοκότατες αντιθέσεις των «δύο υπερδυνάμεων», στο παρασκήνιο της εσωκομματικής πάλης του Κ.Κ. Κίνας και στην αφήγηση της «ειδικής» ιστορίας των εσωτερικών συγκρούσεων του ΚΚΕ. Έτσι, η πολιτική έγινε «τέχνη» για μυημένους και ειδικούς, προνομιακή ενασχόληση των λίγων και εκλεκτών «κομματικών στελεχών». Κι επειδή όλοι οι φοιτητές δεν μπορούσαν να γίνουν κομματικά στελέχη αποδέχτηκαν το ρόλο του «οπαδού».

Τόσο ο υπό αυτή την έννοια κομματισμός όσο και η «υπερπολιτικότητα» των κομμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς κατά τη μεταδικτατορική περίοδο οδήγησαν από διαφορετικούς δρόμους και ρυθμούς στην αποσύνθεση του φοιτητικού κινήματος. Στην παθητικοποίηση των φοιτητών, σε μια «αντιιμπεριαλιστική φλυαρία», χωρίς κανένα κοινωνικό περιεχόμενο. Εντέλει, στην αποπολιτικοποίηση του φ.κ. Η πολιτική αναζητήθηκε έξω από τις ίδιες τις σοβαρές κοινωνικές αντιθέσεις που διαπερνούσαν τα πανεπιστήμια. Τα πολιτικά προβλήματα στα οποία οι φοιτητές καλούνταν να πάρουν θέση (ΝATΟ, Βάσεις, Κυπριακό, Αιγαίο) δεν είχαν άμεση σχέση με τις κοινωνικές συγκρούσεις που εγκυμονούσε ο πανεπιστημιακός χώρος. Οι πολιτικές διεκδικήσεις εκχωρήθηκαν στα μεγάλα κόμματα της Αριστεράς. Οι αντιθέσεις των πανεπιστημίων αντιμετωπίστηκαν με εγκεφαλικά «προγράμματα» και προτάσεις λύσεων που βρίσκονταν «έξω» από το πανεπιστήμιο.

Στρατηγική του μεταπολιτευτικού κινήματος αποτέλεσαν οι λεγόμενες θεσμικές –διαρθρωτικές– αλλαγές (Θ.Α.). Η στρατηγική αυτή εμφανίζεται ήδη στο Α' (8ο) Πανσπουδαστικό Συνέδριο (1974) και εμπεδώνεται στη συνέχεια. Ποιες ήταν οι θεωρητικές της αφετηρίες; Οι Θ.Α. αποτέλεσαν συστατικό στοιχείο της στρατηγικής του ευρωκομμουνισμού. Η στρατηγική των Θ.Α. εισήχθη στο φοιτητικό κίνημα από το ΚΚΕ Εσωτερικού, ηγεμόνευσε όμως και έγινε αποδεκτή τόσο από την ΚΝΕ όσο και από την ΠΑΣΠ. Υπάρχει λοιπόν το παράδοξο φαινόμενο ένα κίνημα, το φοιτητικό, ενώ το οργανωτικό μοντέλο του είναι σταλινικής έμπνευσης, η ιδεολογία του και η στρατηγική του να είναι ευρωκομμουνιστική. Θα πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι από άλλο δρόμο η αριστερίστικη λογική (ΠΠΣΠ - ΑΑΣΠΕ) οδηγούσε ουσιαστικά σε άρνηση παρέμβασης στους θεσμούς και στο πανεπιστήμιο.

Δεύτερη φάση, 1976-1978: έως την ψήφιση του ν. 815

Αυτή την περίοδο αρχίζει η εκσυγχρονιστική επίθεση της αστικής πολιτικής. Αντιστρόφως, παρατηρείται κάμψη των κοινωνικών αγώνων και πτώση του εργοστασιακού συνδικαλισμού, ενώ εντείνεται η καταστολή με ορόσημο τη μετωπική επίθεση της 25ης Μαΐου 1976. Απαγορεύεται η πορεία του Πολυτεχνείου (1976) και η απαγόρευση περνάει. Εγκαινιάζεται ο «εκσυγχρονισμός» στην εκπαίδευση, κυρίως στην μέση, με το νόμο 309, την καθιέρωση της δημοτικής κ.λπ. Προλειαίνεται έτσι το έδαφος για την επίθεση στα AEΙ. Έπειτα από αλλεπάλληλα σχέδια και προετοιμασία, ψηφίζεται ο ν. 815 (Σεπτέμβριος 1978).

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, έχει αρχίσει η κάμψη του φοιτητικού κινήματος και η απομαζικοποίηση των διαδικασιών και των παρατάξεων. Το φ.κ. έχει υποστεί συνεχείς υποχωρήσεις. Οι κυρίαρχες παρατάξεις σαμποτάρουν όσες κινητοποιήσεις γίνονται (αποχές για «αποχουντοποίηση», άτυπη συμμετοχή των φοιτητών στις συνεδριάσεις των σχολών), μπροστά στην «επερχόμενη μάχη» για το νόμο-πλαίσιο. Έχει ενταθεί η γραφειοκρατικοποίηση των οργάνων και η νέα γενιά των συνδικαλιστών είναι υπόλογη στην καθοδήγηση και όχι στα όργανα του μαζικού κινήματος. Τα κεντρικό σύνθημα του φ.κ., καθώς εμπεδώνεται η στρατηγική των Θ.Α., είναι «Δημοκρατικός νόμος-πλαίσιο» και «Καταστατικός Χάρτης Ανώτατης Εκπαίδευσης». Όσες κινητοποιήσεις γίνονται κυριαρχούνται απ’ αυτά τα συνθήματα και ζητούν συμμέτοχη στη διαδικασία κατάρτισης.

Παράλληλα, η πολιτική της κυβέρνησης αλλάζει: γίνεται επιθετική. Από το τέλος του 1976, που συγκροτείται η επιτροπή Ταλιαδούρου με απόφαση του Γ. Ράλλη, προχωρά στην άρνηση συμμετοχής των φορέων στην κατάρτιση του νόμου-πλαίσιο, δοκιμάζει τη σκλήρυνση των εξεταστικών στα περιφερειακά πανεπιστήμια, παύει να αναφέρεται στον KXAE. Τελικά, ψηφίζεται αιφνιδιαστικά ο ν. 815 το καλοκαίρι του 1978. Το φ.κ. που για ολόκληρη αυτή την περίοδο ανέβαλλε κάθε πολιτική σύγκρουση και πρωτοβουλία στο όνομα της «επερχόμενης μάχης» βρέθηκε συνολικά αμήχανο και αδύναμο.

Τρίτη φάση, 1978-1981: καταλήψεις, μετά τις καταλήψεις

Ο νέος νόμος επιχειρούσε βίαια και αυταρχικά την πειθάρχηση των φοιτητών, μέσω του μηχανισμού των εξετάσεων, και την επίλυση της ιδεολογικής κρίσης των πανεπιστημίων. Από την άλλη πλευρά, ο υποχωρητισμός των παρατάξεων τις είχε καταστήσει αφερέγγυες στους φοιτητές, και η ΕΦΕΕ αδυνατούσε να συγκρουστεί μετωπικά με την κεντρική κυβερνητική επιλογή. Το πολιτικό κενό και την εκπροσώπηση της μαζικής αντίδρασης των φοιτητών που εκδηλώνεται απέναντι στο νόμο θα καλύψουν οι δυνάμεις τής μέχρι τότε περιθωριοποιημένης εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Με πρωτοβουλία της Β΄ Πανελλαδικής συγκροτούνται οι Συσπειρώσεις, ένα νέο οργανωτικό μετωπικό μόρφωμα που συνέδεσε, συγχώνευσε και ανασυνέθεσε δυνάμεις που απελευθέρωνε η κρίση της Αριστεράς. Το καινούργιο μόρφωμα θα χαρακτηρίσει το νέο ρεύμα και τις καταλήψεις που θα ακολουθήσουν, τον χειμώνα του 1979-80. Θα εκφραστεί εκλογικά στις φοιτητικές εκλογές του 1980 και στο επερχόμενο 10ο Πανσπουδαστικό Συνέδριο.

Την περίοδο των καταλήψεων, οι συντονιστικές επιτροπές (Σ.Ε.) έγιναν αφορμή να αναπτυχθεί έντονος προβληματισμός σχετικά με την εκπροσώπηση. Οι Σ.Ε., παρά τη λειτουργία τους ως νέων διαπαραταξιακών Δ.Σ. του «χώρου», ήταν ένα σημαντικό εγχείρημα. Αποτέλεσαν την πρώτη, έστω και αποτυχημένη απόπειρα θεσμοθέτησης μορφών άμεσης δημοκρατίας. Στο πολιτικό στίγμα των Συσπειρώσεων συμπυκνώνονται η αντίσταση στην κυβερνητική πολιτική, που εκφραζόταν με το αίτημα κατάργησης του νόμου, και η αμφισβήτηση των επιλογών των κυρίαρχων αριστερών πολιτικών δυνάμεων (στη λογική του υποχωρητισμού και του κοινοβουλευτισμού, αντιπρότειναν καταλήψεις). Το κίνημα των καταλήψεων του ’79 πέτυχε την απόσυρση του νόμου. Ωστόσο, μετά τη νίκη, η κατάσταση μεταβλήθηκε. Μετά τις καταλήψεις, το ζήτημα της προοπτικής επανήλθε, ενεργοποιώντας τις φυγόκεντρες τάσεις του νέου ρεύματος. Το νέο κίνημα οδηγήθηκε στη διάρρηξη των χαλαρών συνεκτικών δεσμών του, την υπολειτουργία, τον βαθμιαίο μαρασμό και τελικά τον εκφυλισμό. Κύκνειο άσμα μπορεί να θεωρηθεί η πορεία του Πολυτεχνείου το 1980. Η ιδεολογική ηγεμονία της επερχόμενης «Αλλαγής» του 1981 υπήρξε καταλυτική.

Συμπεράσματα

Στην πρώτη φάση της πρώιμης Μεταπολίτευσης, που ήταν ευνοϊκή για το φοιτητικό κίνημα, αυτό κλείστηκε μέσα στο πανεπιστήμιο: Εξαντλήθηκε στη μάχη της αποχουντοποίησης, που αφορούσε αποκλειστικά πρόσωπα και θεσμούς ενδοπανεπιστημιακούς, και περιορίστηκε στη θεσμική κατοχύρωση του μοντέλου οργάνωσής του. Επρόκειτο για μια παρέμβαση σταθεροποιητική του συσχετισμού δυνάμεων. Έτσι η μόνη φάση που το πρόβλημά του ανοίγματος του πανεπιστημίου, η εισβολή του «κοινωνικού» –όπως έχει χαρακτηριστεί–, μπορούσε να γίνει πολιτική πράξη, αφέθηκε να χαθεί για το φ.κ. Αντιθέτως, στη δεύτερη φάση, φάση ύφεσης και άμυνας, αναδείχτηκαν ως στρατηγική οι θεσμικές αλλαγές, δηλαδή μια στρατηγική επιθετική. Ωστόσο, δεν έφτανε μόνο αυτό. Οι θεσμικές αλλαγές όχι μόνο δεν αποσκοπούσαν σε γραμμή ριζοσπαστικής παρέμβασης στο πανεπιστήμιο, δηλαδή αποσταθεροποίησης και όξυνσης της ιδεολογικής κρίσης του, αλλά εμφανίστηκαν ως κεντρική πρόταση για τη διευθέτηση της κρίσης του πανεπιστημίου και μάλιστα μέσα από τη Βουλή. Ήταν μια πρόταση που δεν αποτελούσε ούτε αναγκαιότητα της συγκυρίας, ούτε αφορούσε τη συγκεκριμένη πολιτική πάλη. Γι’ αυτό και μια τέτοια πολιτική γραμμή δεν μπορούσε να συγκροτήσει κίνημα και μάλιστα ριζοσπαστικό.

Η μεταπολιτευτική Αριστερά δεν κατανόησε την αστική εκσυγχρονιστική πολιτική που εγκαινιάστηκε μετά τη δικτατορία, άρα το νέο πολιτικό διακύβευμα που είχε να αντιμετωπίσει το φ.κ. Η έλλειψη θεωρητικής κατανόησης του πανεπιστήμιου, ως κρατικού μηχανισμού που επιτελεί κοινωνικά προσδιορισμένη λειτουργία, την εμπόδισε να συλλάβει τη μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης ως πολιτική και ιδεολογική επίθεση και να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Τέλος, η κομματικοποίηση - υπερπολιτικοποίηση εμπόδισαν το φ.κ. να προσεγγίσει την υπαρκτή εργατική τάξη. Η συνεχής ιδεολογική επίκληση της «εργατικής τάξης» και η άποψη ότι οι φοιτητές είναι με αυτήν μόνο όταν μιλάνε για τα γενικά πολιτικά προβλήματα «μαζί με τον λαό» ακύρωσαν την ευκαιρία να συγκροτήσει την αντικαπιταλιστική κριτική στο πανεπιστήμιο.

Είναι γνωστό, αλλά πρέπει να επισημανθεί ότι οι φοιτητές και το φ.κ. ως κοινωνική κατηγορία με διαταξική προέλευση δεν μπορούν να έχουν ξεχωριστή, αυτόνομη στρατηγική. Στην πρώτη φάση της πρώιμης Μεταπολίτευσης εμφανίστηκε ένα ισχυρό εργατικό κίνημα το οποίο, «εισβάλλοντας» στο πανεπιστήμιο, θα ήταν ικανό να αποδεσμεύσει τις φοιτητικές μάζες από την κυρίαρχη αστική και μικροαστική ιδεολογία. Μόνο τότε υπήρξε για το φ.κ. αυτή η ιστορική δυνατότητα σύνδεσης, αλλά χάθηκε. Η ευθύνη βέβαια δεν ανήκει στο εργατικό κίνημα, αλλά στην παραδοσιακή Αριστερά, που αν και ηγεμόνευε στο πανεπιστήμιο δεν είχε αντικαπιταλιστική προοπτική γι’ αυτό. Το στοίχημα όμως για το φ.κ. παίχτηκε άλλη μία φορά, στις καταλήψεις του 1979. Τότε όμως τα πράγματα ήταν αντίστροφα. Αν για πρώτη φορά, έστω και ως μειοψηφούσα τάση, υπήρξαν στο φ.κ. τα σπέρματα μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής, αυτή καταπνίγηκε «μέσα» στο πανεπιστήμιο, χωρίς να μπορέσει να στηριχτεί στον μόνο χώρο που θα της εξασφάλιζε κάποια προοπτική, δηλαδή το «εργοστάσιο». Πράγματι, το 1979, η εργατική τάξη δεν ήταν πλέον στο προσκήνιο.

[1] Το άρθρο αυτό αποτελεί περίληψη εισήγησης στο τριήμερο προβληματισμού και συζήτησης που είχαν οργανώσει στην Αθήνα, τον Φεβρουάριο του 1983, φοιτητές κυρίως από το χώρο των Συσπειρώσεων. Απηχεί επομένως τις αντιλήψεις και τα θεωρητικά όρια εκείνης της εποχής.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
02/08/2017 - 09:50

Ουδέποτε η διοίκηση του ΟΚΑΝΑ εξήγησε τους λόγους της παύσης ή ακολούθησε διαδικασίες διαφάνειας και αξιοκρατίας.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
20/07/2017 - 14:38

Εμείς δεν τσιμπάμε στο στημένο καυγά μνημονιακής «κεντροαριστεράς» και «κεντροδεξιάς»

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
18/07/2017 - 16:12

Το μήνυμα είναι σαφές: Οι φτωχοί και οι αγωνιζόμενοι «μέσα» - οι πλούσιοι, οι καταπιεστές και τα μαντρόσκυλά τους «έξω».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
12/07/2017 - 23:58

Μια νέα κοπέλα βρίσκεται στις φυλακές γιατί πίστεψε πως η αθωότητά της αρκεί.