ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Αριστερά και ευρωπαϊκή ενοποίηση

Αριστερά και ευρωπαϊκή ενοποίηση


Στο βαθμό που η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν και παραμένει μία από τις πιο σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες στους ευρωπαϊκούς κοινωνικούς σχηματισμούς και συνάμα στρατηγική επιλογή των δυνάμεων του κεφαλαίου, είναι λογικό να αποτελεί και πεδίο δοκιμασίας για τις διάφορες παραλλαγές αριστερής στρατηγικής. Άλλωστε, σε όλη την ιστορία της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, η στάση απέναντι στις τάσεις διεθνοποίησης του κεφαλαίου, το εάν και κατά πόσο δηλαδή η κάθε φορά συγκεκριμένη εκδοχή ιμπεριαλισμού αντιμετωπιζόταν ως αντικειμενική και αναπόδραστη εξέλιξη ή ως ταξική στρατηγική και διακύβευμα, ήταν σημείο που χάρασσε βαθιές διαχωριστικές γραμμές.

Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι χαρακτηριστική συμπύκνωση της αστικής μετάλλαξης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ήταν ότι πρωτοστάτησε στη σημερινή μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 η μεθόδευση για την ΟΝΕ, το Μάαστριχτ, τη συμφωνία του Άμστερνταμ και την εισαγωγή του ευρώ κυρίως προωθήθηκε από σοσιαλδημοκράτες πολιτικούς, με εμβληματική φιγούρα τον Ζακ Ντελόρ. Ήταν άλλωστε η σοσιαλδημοκρατία που κυρίως καλλιέργησε τη ρητορεία περί της «Ενωμένης» Ευρώπης, της ειρηνικής συνύπαρξης και της συλλογικής ασφάλειας, αλλά και τις διάφορες εκδοχές υποτίθεται ευρω-δημοκρατίας με τις «διαβουλεύσεις», τους «κοινωνικούς εταίρους» κ.λπ.

Τα παρακλάδια του αριστερού ευρωπαϊσμού

Εκτός, όμως, από την ανοιχτά φιλο-ΕΕ στάση της σοσιαλδημοκρατίας, υπάρχει και ο αριστερός ευρωπαϊσμός. Οι ρίζες του βρίσκονται στην αρχική φιλο-ΕΟΚ τοποθέτηση των περισσότερων ευρωκομμουνιστικών κομμάτων που έβλεπαν την ΕΟΚ ως εναλλακτική απάντηση στο διπολισμό ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, υποτιμώντας ότι πρωτίστως ήταν μια στρατηγική επιλογή για τη θωράκιση των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Στην Ελλάδα αυτό θα εκφραστεί κυρίως από την τοποθέτηση του ΚΚΕ εσ. που προέκρινε το στόχο της «ένταξης της χώρας μας στην ΕΟΚ με τους πιο δυνατούς ευνοϊκούς όρους», στην κατεύθυνση της «μετατροπής της ΕΟΚ από Ευρώπη των μονοπωλίων σε Ευρώπη των Εργαζομένων» (Πρόγραμμα του ΚΚΕ εσ. 1976).

Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, βασικό χαρακτηριστικό του αριστερού ευρωπαϊσμού είναι η βαθιά του προσήλωση στην πιο επιθετική λογική ευρωπαϊκού ομόσπονδου κράτους, στην προτεραιότητα των ευρωπαϊκών θεσμών έναντι των εθνικών, στο βάθεμα των τάσεων ολοκλήρωσης. Αυτό στηρίζεται είτε σε μια φαντασιακή προβολή μιας μυθικής Ευρώπης της ανάπτυξης και της δημοκρατίας είτε, ιδίως σε σχηματισμούς όπως η Ελλάδα, σε αριστερές εκδοχές αιτημάτων πατερναλιστικού εκσυγχρονισμού και λογικές «να γίνουμε Ευρώπη». Οι θέσεις του Α΄ Συνεδρίου του ΣΥΝ εξέφραζαν αυτή τη στάση θέτοντας ως στόχο «την αποτροπή της ιστορικής παρακμής της και την εξασφάλιση της δυνατότητας να παρακολουθήσει την πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, μ' ένα εναλλακτικό σχέδιο εθνικής ανόρθωσης και προοδευτικού εκσυγχρονισμού».

Ο αριστερός ευρωπαϊσμός υπήρξε ιδιαίτερα χρήσιμος στη διαδικασία της ενοποίησης, ακριβώς γιατί μπορούσε να συνεισφέρει ιδεολογικά στοιχεία συμπληρωματικά προς την αμιγώς τεχνοκρατική πλευρά της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής. Πλάι στους οικονομικούς δείκτες, η ρητορεία περί της Ευρώπης των πολιτών, η επίφαση δημοκρατίας, η επιλεκτική υπερπροβολή των (υποτίθεται θετικών) ευρωπαϊκών πολιτικών για το περιβάλλον ή το ρατσισμό, ερχόταν να προσφέρει την αναγκαία νομιμοποίηση.

Στη δεκαετία που διανύουμε το ξεδίπλωμα ιδιαίτερα επιθετικών πολιτικών και η άνοδος αγώνων και κινημάτων ενάντια στην κυρίαρχη πολιτική, οδήγησαν σε μια αντινεοφιλελεύθερη εκδοχή του αριστερού ευρωπαϊσμού, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη στάση του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Εδώ, η απόρριψη πλευρών της τρέχουσας πολιτικής της Ε.Ε. ή ακόμη και η απαίτηση αναθεώρησης πλευρών του θεσμικού πλαισίου της, συμβαδίζει με την ίδια επιμονή στη δυνατότητα να υπάρξει μια ενωμένη Ευρώπη «των λαών» και να μεταρρυθμιστεί η ΕΕ. Επιτομή αυτής της στάσης είναι η διεκδίκηση μιας «άλλης» ΕΕ, μιας «άλλης» συνθήκης για την Ένωση, ενός «άλλου» Ευρωσυντάγματος.

Αυτό που παραβλέπει ο αριστερός ευρωπαϊσμός, ακόμη και στις πιο αριστερές αντινεοφιλελεύθερες εκδοχές του, είναι ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να υπάρξει μια άλλη Ευρώπη. Η αρχιτεκτονική της ενοποίησης, η άρση των μηχανισμών προστασίας των εθνικών οικονομιών, η προτεραιότητα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας κατεξοχήν εξυπηρετούν την πιο επιθετική αστική στρατηγική, τη μετατροπή της Ευρώπης σε ένα μεγάλο «ατσάλινο κλουβί» του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού. Για παράδειγμα, σε κάθε περιβαλλοντικό κανονισμό ή σε κάθε ντιρεκτίβα για την ισότητα των δύο φύλων –ρυθμίσεις για τις οποίες πανηγυρίζουν οι εκπρόσωποι του αριστερού ευρωπαϊσμού– αντιστοιχούν πολλαπλάσιες αποφάσεις για την απαγόρευση εθνικών οικονομικών ενισχύσεων, την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, την υποχρεωτική ιδιωτικοποίηση κλάδων της οικονομίας. Δεν μπορείς να έχεις τα μεν χωρίς να υποστείς και τα δε. Και βέβαια αυτό απέναντι στο οποίο εθελοτυφλούσαν οι από τα αριστερά θιασώτες της ΕΕ, ήταν ότι οι αστικές τάξεις κατεξοχήν μπορούσαν να αξιοποιήσουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση για να παρουσιάζουν αντιλαϊκές και αντεργατικές τομές όχι ως ταξικές επιλογές, αλλά ως αναγκαστικές προσαρμογές και συμμορφώσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Επιπλέον, αυτό που υποτιμάται από τους θιασώτες του «αριστερού ευρωπαϊσμού» είναι ότι αντικειμενικά κάθε βήμα προς την υπονόμευση των μορφών εθνικής κυριαρχίας, μέσα από την ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών (ιδίως εάν υπάρξει Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη) περιορίζει τη δυνατότητα των επιμέρους εθνικών κινημάτων να πετυχαίνουν νίκες και ενισχύει τη δυνατότητα πανευρωπαϊκής γενίκευσης αντιλαϊκών πολιτικών.

Το παράδοξο είναι ότι, ιδίως στην ελληνική περίπτωση, ο αριστερός ευρωπαϊσμός ακολούθησε μια προηγούμενη κριτική της ΕΟΚ ως αιτίας οικονομικής καταστροφής. Ξεκινώντας από την κριτική της προδικτατορικής ΕΔΑ στις πρωτοβουλίες Καραμανλή για σύνδεση με την ΕΟΚ και περνώντας στη μεταπολιτευτική κριτική στην ΕΟΚ από το ΚΚΕ ή το ΠΑΣΟΚ, ο κοινός τόπος ήταν ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση θα περιορίσει την ανάπτυξη, θα οδηγήσει σε οικονομική καθυστέρηση και θα καταστρέψει παραγωγικές δυνατότητες. Αυτό που βέβαια παρέβλεπε αυτή η άποψη ήταν ακριβώς ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση θα ενίσχυε μορφές καπιταλιστικής ανάπτυξης. Όταν το επίδικο για την Αριστερά παύει να είναι η αναπαραγωγή των εκμεταλλευτικών σχέσεων και η ταξική κυριαρχία και γίνεται η ανάπτυξη της «εθνικής οικονομίας», τότε είναι μικρή η απόσταση ανάμεσα στο «όχι» στην ΕΟΚ, για να μην καταστραφεί ο παραγωγικός ιστός και το «ναι» για να προωθηθεί η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός.

Παραλλαγή αυτής της άποψης και η κριτική στην ευρωπαϊκή ενοποίηση ως μορφή εξάρτησης των εθνικών οικονομιών. Κριτική ιδιαίτερα προσφιλής στα φιλοσοβιετικά ΚΚ θα επιμένει κυρίως στο στοιχείο της αυξημένης εξάρτησης της εθνικής οικονομίας από τις αποφάσεις της ΕΟΚ και αργότερα της ΕΕ. Η άποψη αυτή παρέβλεπε ότι αυτό που αφορούσε πραγματικά τις δυνάμεις της εργασίας δεν ήταν το εθνικό ή ευρωπαϊκό πρόσημο των αποφάσεων (π.χ. η πολεμική της ΚΝΕ στη δεκαετία του 1980 ενάντια στα «πτυχία Βρυξελλών»), αλλά ο ταξικός χαρακτήρας τους. Επιπλέον, δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί σε αυτή την (έστω και μερική) απεμπόληση πλευρών της εθνικής κυριαρχίας πρωτοστατούσαν οι αστικές τάξεις κατεξοχήν των υποτελών σχηματισμών όχι υπό το βάρος κάποιου εκβιασμού, αλλά μέσα από τη συνειδητή ταξική επιλογή να αξιοποιήσουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση ως μοχλό για να ξεμπερδεύουν με ενοχλητικές κατακτήσεις και παραδόσεις του λαϊκού κινήματος.

Αντιφάσεις του γραμμικού αντιεθνικισμού

Αντίθετα, οι απόψεις που προέρχονταν από το χώρο της επαναστατικής αριστεράς στην Ευρώπη είναι γεγονός ότι απείχαν σημαντικά από αυτές τις παραλλαγές οικονομισμού. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τον ιδιαίτερα αντιφατικό χαρακτήρα που έχουν οι διάφορες παραλλαγές ενός γραμμικού διεθνισμού, που συχνά συναντάμε στο χώρο αυτό. Η υπερπροβολή του στρατηγικού στόχου της Σοσιαλιστικής Ευρώπης οδηγεί στην υποτίμηση όλων των στόχων ρήξης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, προς όφελος μιας γενικής (αλλά και γενικόλογης) καταδίκης της Ευρώπης του κεφαλαίου. Μόνο που αυτή η μετάθεση της ρήξης με την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε ένα μακρινό σοσιαλιστικό μέλλον, εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερο «ρεαλιστικές» τοποθετήσεις για την ανάγκη άμεσων βελτιώσεων της ΕΕ -τελικά στη διολίσθηση σε θέσεις αριστερού ευρωπαϊσμού. Η γενικολογία που υπάρχει π.χ. στις όποιες κοινές ανακοινώσεις των συσκέψεων της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής αριστεράς είναι με αυτή την έννοια χαρακτηριστική, όπου ο στόχος της αποχώρησης από την ΕΕ ή της διάλυσης της ΕΕ απουσιάζει.

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η διατήρηση από τη μεριά του ΚΚΕ μιας σαφούς και επιθετικής τοποθέτησης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν διστάζει να θέτει και το θέμα της αποδέσμευσης, έχει οδηγήσει κομμάτια της ελληνικής επαναστατικής αριστεράς στην αντανακλαστική υιοθέτηση μιας ιδιαίτερα προβληματικής εκδοχής γραμμικού διεθνισμού. Ο φόβος ότι η απλή αναφορά στην αποδέσμευση από την ΕΕ μπορεί να ταυτιστεί με μια θέση εθνικής περιχαράκωσης οδήγησε στο αντίθετο άκρο: να ταυτίζεται δηλαδή η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την ολοκλήρωση σχεδόν της διαδικασίας του επαναστατικού μετασχηματισμού και μάλιστα σε υπερεθνική κλίμακα. Η άποψη αυτή είναι ιδιαίτερα εχθρική προς κάθε στόχο ρήξης και αποδέσμευσης, την οποία ταυτίζει με την εθνικιστική περιχαράκωση. Αποκορύφωμα, βέβαια, αυτής της λογικής η πολεμική του ΕΕΚ ότι οποιαδήποτε τοποθέτηση δεν βάζει πρώτα την παγκόσμια ανατροπή του καπιταλισμού και μετά την αποχώρηση από την ΕΕ είναι περίπου… εθνικιστική.

Εκτιμούμε ότι αυτή η τοποθέτηση είναι ιδιαίτερα προβληματική. Πρώτα από όλα στηρίζεται σε μια λανθασμένη εκτίμηση της στάσης της αστικής τάξης, ιδίως για σχηματισμούς όπως η Ελλάδα, όπου το σύνολο του αστικού πολιτικού προσωπικού, αλλά και όλες οι αστικές μερίδες, συντάσσονται πλήρως με τη στρατηγική της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ουδέποτε διατυπώθηκαν λογικές και κατευθύνσεις αστικού αντιευρωπαϊσμού. Έπειτα, είναι μια λογική που κάνει το λάθος να ταυτίζει κάθε αίτημα ή στόχο εθνικής κυριαρχίας με τον εθνικισμό ή την εθνική περιχαράκωση, παραβλέποντας ότι σήμερα διαδικασίες όπως η ευρωπαϊκή ενοποίηση κατεξοχήν αξιοποιούν τη μείωση των περιθωρίων άσκησης εθνικών πολιτικών για να ακυρώσουν εκ των προτέρων πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος, ενίσχυσης της θέσης των εργαζομένων, παραχωρήσεις απέναντι σε κινήματα. Τέλος, υποτιμούν τη σχετική αυτοτέλεια που μπορεί να έχει η αποδέσμευση από την ΕΕ, ως στόχος με σαφές αντικαπιταλιστικό πρόσημο, που όμως, δεν ταυτίζεται με το σοσιαλισμό. Και δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιες απόψεις αδυνατούν να κατανοήσουν και τη σημασία και πιο άμεσων στόχων αντι-ΕΕ πάλης, όπως είναι η απαίτηση για έξοδο από το σύστημα του ευρώ. Και βέβαια υποτιμώντας την ανάγκη στόχων ρήξης, χάνουν και τη δυνατότητα να οξύνουν την πολεμική απέναντι στη στάση του ρεφορμισμού, όπου ιδίως στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ η στάση απέναντι στην ΕΕ αποτελεί τον πυρήνα και το τελικό ανάχωμα του ρεφορμιστικού προσανατολισμού του.

Η αυτοτέλεια του στόχου της αποδέσμευσης

Αντίθετα, πιστεύουμε ότι ο στόχος της αποδέσμευσης διατηρεί πλήρως την αξία και τη σημασία του. Δεν είναι στόχος εθνικής περιχαράκωσης, αλλά και δεν υποτιμά τη σημασία που έχει η επανιδιοποίηση μορφών εθνικής κυριαρχίας σε περιόδους έντασης της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, όταν η αυξημένη έκθεση στο διεθνή ανταγωνισμό αποτελεί τον κατεξοχήν πολιορκητικό κριό για την υπονόμευση των λαϊκών κατακτήσεων. Πρωτίστως είναι στόχος ρήξης με μια κομβική στρατηγική επιλογή θωράκισης των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης στον τόπο μας, είναι πολιτικός στόχος που συμπυκνώνει την αντίθεση στον πυρήνα της αστικής στρατηγικής και στην προσπάθεια αναβάθμισης της θέσης της ελληνικής ολιγαρχίας. Το γεγονός ότι προϋπόθεση για να τεθεί με μαζικούς όρους θα είναι η ριζική τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και η αποσταθεροποίηση της αστικής κυριαρχίας, δεν αναιρεί την αξία που έχει ως πολιτικός στόχος. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η ηγεμονική αίγλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει υποχωρήσει σημαντικά, όπου το ευρώ έχει ταυτιστεί με την ακρίβεια και την παρατεταμένη λιτότητα, όπου οι κάθε μορφής επιτηρήσεις αξιοποιούνται ως μοχλοί οδυνηρών αναδιαρθρώσεων, μια συγκυρία που κάνει ξανά το στόχο της αποδέσμευσης όχι μόνο συγκεκριμένο και εύληπτο, αλλά και περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρο.

Η στάση απέναντι στην Ε.Ε. παραμένει λυδία λίθος για τις διάφορες παραλλαγές της Αριστεράς, πεδίο όπου διαχωρίζονται οι απόψεις που εσωτερικεύουν τις βασικές δυναμικές της αστικής στρατηγικής και εκείνες που επιμένουν να τις αντιπαλεύουν. Το αίτημα ενός μάχιμου αριστερού αντι-ευρωπαϊσμού παραμένει περισσότερο παρά ποτέ επιτακτικό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
21/11/2017 - 15:31

Χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς είναι η απώλεια της ουτοπίας ως μελλοντικής υπόσχεσης για μια καλύτερη ζωή.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.