ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


 Αριστερά και βία (ξαναγυρνώντας στη συζήτηση)

Αριστερά και βία (ξαναγυρνώντας στη συζήτηση)


Μια από τις παράπλευρες απώλειες της αντιτρομοκρατικής υστερίας της τελευταίας δεκαετίας υπήρξε και η πλήρης απώθηση των ερωτημάτων που αφορούν τη σχέση ανάμεσα στην Αριστερά και τη βία. Πλήθος ήταν οι διακηρύξεις για την πλήρη απόσταση της Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένης και της ριζοσπαστικής, από την ένοπλη βία. Ωστόσο, θα έλεγε κανείς ότι έμοιαζαν περισσότερο με προσπάθειες απώθησης, παρά με ειλικρινή προσπάθεια αναμέτρησης με το ερώτημα.

Μια πρώτη απάντηση θα ήταν ότι η αποστασιοποίηση αυτή στηρίζεται σε μια κρίσιμη διάκριση. Το εργατικό κίνημα και η Αριστερά αναφέρονται στη δυνατότητα ένοπλης πάλης όταν οι συνθήκες το απαιτούν και όταν αυτό εκφράζει μαζικούς όρους. Γι’ αυτό το λόγο και η Αριστερά συντάσσεται με τη βία των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, τις λαϊκές ένοπλες εξεγέρσεις ή ακόμη και τη μαζική λαϊκή αντιβία π.χ. απέναντι σε μια έξαρση της κρατικής καταστολής. Αντίθετα, η Αριστερά καταδικάζει την ατομική βία, με βασικό κριτήριο ότι αυτή διεξάγεται εκτός του κινήματος, των διαδικασιών και των συλλογικών αποφάσεών του. Ωστόσο, αυτή η ορθή και αναγκαία διάκριση δεν μας επιτρέπει να ξεμπερδέψουμε τόσο εύκολα με το φαινόμενο της ένοπλης αριστερής δράσης στους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς στη δεκαετία του 1960 και κυρίως του 1970.

Ο λόγος είναι ότι, ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη της απάντησης που έδωσαν, οι ένοπλες οργανώσεις τότε αναμετρήθηκαν με ένα ερώτημα που είναι πραγματικό: σε συνθήκες κρίσης πλευρών της αστικής ηγεμονίας και ριζοσπαστικοποίησης σημαντικών τμημάτων των λαϊκών μαζών, πώς μπορεί το αριστερό κίνημα να δοκιμάσει να διεκδικήσει την εξουσία και να αμφισβητήσει την αστική ταξική κυριαρχία;

Ας μην ξεχνάμε ότι το ερώτημα αυτό ερχόταν από παλιά: η «τέχνη της εξέγερσης» αναδείχτηκε ως πραγματική πρόκληση την επαύριον της Ρωσικής Επανάστασης, αλλά και αργότερα μέσα στην αντιφασιστική πάλη. Άλλωστε, ακόμη και μετά τον αντιφασιστικό αγώνα το ερώτημα παρέμεινε ανοιχτό. Δεν ήταν μόνο η εμπειρία του ελληνικού Εμφυλίου που βάρυνε. Η επιλογή της ένταξης στη «δημοκρατική νομιμότητα» σε χώρες όπως η Ιταλία δεν σήμανε ούτε την πλήρη απόρριψη του εναλλακτικού ενδεχομένου, ούτε την πλήρη διάλυση των παράνομων μηχανισμών. Γι’ αυτό και τα όπλα των παρτιζάνων που δεν παραδόθηκαν ποτέ στοίχειωναν για πολλά χρόνια τη συλλογική συνείδηση. 

Άλλωστε, και ο αντίπαλος εξακολουθούσε να προετοιμάζεται (πολύ πιο ενεργά) για όλα τα ενδεχόμενα. Γνωρίζουμε πια με σιγουριά ότι ήδη από τη δεκαετία του 1950 σε όλες τις χώρες μέλη του ΝΑΤΟ υπήρχαν κλειστά στεγανοποιημένα στρατιωτικά δίκτυα, με δικό τους εξοπλισμό, τα οποία έδρασαν με διάφορους τρόπους καθ’ όλη την περίοδο μέχρι και τη δεκαετία του 1980. Εξακολουθούμε ακόμη να μη γνωρίζουμε τους ακριβείς τρόπους με τους οποίους έδρασαν σε όλη την γκάμα, από τη μεμονωμένη άσκηση βίας και την προβοκάτσια μέχρι την προεργασία ή την υλοποίηση πραξικοπημάτων. 

Μόνο που το (πιεστικό τότε) ερώτημα δεν μπορούσε να το απαντήσει εύκολα η στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος που ήταν εγκλωβισμένο ουσιαστικά σε μια μεταρρυθμιστική στρατηγική σταδιακών βελτιώσεων και αναδιπλωνόταν σιγά σιγά σε μια αντίληψη «εκλογικού» δρόμου για το σοσιαλισμό. Ούτε όμως και η αναδυόμενη επαναστατική αριστερά στις διάφορες παραλλαγές της μπόρεσε να αντιπροτείνει μια ανανεωμένη εφικτή επαναστατική στρατηγική, παρά την ορθή κριτική που ασκούσε στη ρεφορμιστική μετάλλαξη του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος.

Σε αυτό το φόντο, μπορεί κανείς να δει γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις κάποια από τα πιο πρωτοπόρα και σκεπτόμενα κομμάτια της Αριστεράς στράφηκαν προς την ένοπλη δράση. Εάν κανείς κοιτάξει ψύχραιμα αυτή την ιστορία θα δει ότι η επιλογή δεν ήταν αποτέλεσμα ούτε μονομανίας ούτε παράνοιας (εικόνα που έχει περάσει ακόμη και στον κινηματογράφο –πιο πρόσφατο παράδειγμα η σε επίπεδο καρικατούρας διαστρέβλωση της ιστορίας της RAF), αλλά εντασσόταν σε μια ορισμένη πρόσληψη των αντιφάσεων της συγκυρίας και της δυναμικής αυτού που ονομάζουμε συνήθως «κινήματα του ’68». Η απουσία ή η παθητικότητα της επίσημης Αριστεράς, η αίσθηση ότι ο κίνδυνος αυταρχικής σκλήρυνσης από τη μεριά του καθεστώτος ήταν ενεργός, η γοητεία από τις επιτυχίες των ένοπλων εθνικοαπελευθερωτικών και επαναστατικών κινημάτων, όλα αυτά έκαναν το ενδεχόμενο της ένοπλης πάλης να φαντάζει πραγματικό. Αρκεί να αναλογιστούμε το μήνυμα που εξέπεμπαν η Κουβανέζικη επανάσταση που ξεκίνησε από μια μικρή σχετικά ένοπλη ομάδα, η ηρωική στάση του Τσε, οι μεγάλες επιτυχίες της αντίστασης στο Βιετνάμ, ή ακόμη και πρωτότυπες μορφές μαχητικής δράσης όπως οι Τουπαμάρος. 

Δεν είναι τυχαίο ότι, σε όλες τις περιπτώσεις, τα πρώτα βήματα ένοπλης δράσης είναι περισσότερο κοντά στην έννοια της ένοπλης προπαγάνδας σε οργανική σχέση με την ανάπτυξη του κινήματος ή στη λογική των μεμονωμένων και κινηματικά χρήσιμων χτυπημάτων. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι σε αυτή τη φάση τα όρια ανάμεσα στη νόμιμη και την παράνομη δράση παρέμεναν σχετικά ασαφή. 

Σε όλες τις περιπτώσεις η ένοπλη δράση φαντάζει ως μια δυνατότητα εξόδου από τη στρατηγική κρίση της τότε Αριστεράς. Το παράδειγμα της Ιταλίας είναι το πιο χαρακτηριστικό. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές της δεκαετίας του 1970 σημειώνεται μια βαθύτερη ηγεμονική κρίση, ως αποτέλεσμα της όξυνσης της ταξικής πάλης και της εντυπωσιακής ανόδου του μαχόμενου εργατικού κινήματος. Έκφραση αυτής της ηγεμονικής κρίσης και η συνεχής ερωτοτροπία με το ενδεχόμενο πραξικοπήματος. Η συγκυρία έθετε, με πραγματικούς όρους, το ερώτημα του εάν θα διεκδικούσε η κομμουνιστική αριστερά να καταλάβει την εξουσία με όρους που θα ξεπερνούσαν την κοινοβουλευτική νομιμότητα. Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα συνειδητά επέλεξε να μην το κάνει, τόσο εξαιτίας της ρεφορμιστικής του μετατόπισης όσο και υπό το κράτος του φόβου ότι κάθε τέτοια κίνηση αντικειμενικά θα οδηγούσε σε μια βίαιη αντίδραση από τη μεριά του καθεστώτος. Την ίδια στιγμή και για την επαναστατική αριστερά ανοιγόταν το ερώτημα του εάν θα μπορούσε να επεξεργαστεί έναν εναλλακτικό και νικηφόρο λενινισμό ή θα παρέμενε εγκλωβισμένη ανάμεσα στην κινηματική πρωτοπορία και τη λογική της ομάδας πίεσης προς το ΙΚΚ. Και όλα αυτά σε μια περίοδο που εντεινόταν η κοινωνική και πολιτική ριζοσπαστικοποίηση. Σε αυτό το τοπίο, η επιλογή της ένοπλης πάλης έμοιαζε να είναι η στρατηγική διέξοδος που θα επέτεινε την αποσταθεροποίηση του καθεστώτος και θα λειτουργούσε ως ενίσχυση της άμεσης δράσης των λαϊκών μαζών. Και μάλιστα η έντονη μαζικοποίηση των οργανώσεων της ένοπλης πάλης θα γίνει ακριβώς σε περιόδους όπου η κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση θα αποτυγχάνει να μετατραπεί σε αποτελεσματικό πολιτικό σχέδιο. Η μαζική εισροή στις οργανώσεις της ένοπλης πάλης στην Ιταλία με το κίνημα του ’77 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. 

Αυτό που δεν αντιλαμβάνονταν όσοι επέλεγαν τέτοιες λύσεις ήταν ότι η επιλογή της ένοπλης δράσης καθαυτή δεν μπορούσε να απαντήσει στο στρατηγικό ερώτημα. Αν ισχύει η διαίσθηση του Γκράμσι για την αναγκαστική συνθετότητα της ηγεμονίας μέσα στους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς, για την άνιση διαλεκτική ανάμεσα στην καταπίεση, την απόσπαση συναίνεσης, την οικοδόμηση συμμαχιών και κατά συνέπεια για την αναγκαστική υιοθέτηση ενός «πολέμου θέσεων», τότε η λογική των μεμονωμένων ένοπλων δράσεων, ενείχε τον κίνδυνο της παλινδρόμησης σε έναν «πόλεμο κινήσεων» που δεν αντιστοιχούσε στο αντικειμενικό περίγραμμα της συγκυρίας. Η ταλάντευση ανάμεσα στη ρεφορμιστική ενσωμάτωση στους θεσμούς και την έξοδο προς την παραδειγματική ενέργεια στην πραγματικότητα εξέφραζε και στους δύο πόλους την ίδια στρατηγική κρίση. Στη μία περίπτωση η λογική της «σταδιακής άλωσης» ενός κράτους εργαλείου συμπύκνωνε ουσιαστικά την αδυναμία της Αριστεράς να ορίσει μια έννοια επαναστατικοποίησης των κοινωνικών και πολιτικών δομών και άνοιγε το δρόμο για την ηγεμόνευση από την αστική οπτική. Στη δεύτερη περίπτωση παραγνωριζόταν όλη η συνθετότητα της οικοδόμησης μαζικών κοινωνικών όρων για την επαναστατική στρατηγική, στο όνομα της υποτιθέμενης απήχησης και αγωνιστικής ανάτασης που θα έφερνε το «χτύπημα».

Το χνάρι της στρατηγικής κρίσης ήταν εμφανές και στον τρόπο με τον οποίο σταδιακά η λογική της παραδειγματικής ενέργειας μετασχηματίστηκε στη λογική του «καίριου χτυπήματος». Η λογική ότι η ένοπλη δράση μπορεί να είναι πρωτοπόρα μετατοπίστηκε στην αντίληψη ότι μόνο η ένοπλη δράση μπορεί να έχει αποτέλεσμα και άρα μπορεί να υποκαταστήσει την μαζική πολιτική δράση ή ακόμη και τον μαζικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στη στρατιωτικοποίηση και την υπερεκτίμηση της «επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας». Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες έχουν στα χέρια τους τον Μόρο να αναλύει όλο το ιταλικό πλέγμα εξουσίας και τη συσχέτισή του με τον ιμπεριαλισμό αλλά προτιμούν να τον εκτελέσουν γιατί αυτό ήταν πιο συνεπές προς το σχήμα του «χτυπήματος στην καρδιά του κράτους». Κάνοντάς το, υποτιμούν όλες τις δυνατότητες να απονομιμοποιήσουν πλευρές της κυρίαρχης στρατηγικής και με αυτό τον τρόπο να ενισχύσουν τη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών μαζών και προσφέρουν το άλλοθι και την αφορμή για μια άνευ προηγουμένου υπερκομματική καθεστωτική σκλήρυνση.

Αντίστοιχα η αντίληψη της ένοπλης πάλης ως της κατεξοχήν παραδειγματικής πάλης ενέχει και τον κίνδυνο μιας ιδιότυπης εργαλειακής αντίληψης της βίας. Το παράδειγμα της Prima Linea είναι το πιο χαρακτηριστικό. Περισσότερο προσεκτική ως προς τη συνθετότητα των μηχανισμών άσκησης της κυριαρχίας πέραν της λογικής της «καρδιάς του κράτους», θα καταλήξει από μια αντίστροφη πορεία στο ίδιο σημείο: εφόσον οι τεχνοκράτες, οι δημοσιογράφοι, οι καθηγητές πανεπιστημίου συμβάλλουν στην κυριαρχία όσο και οι παραδοσιακοί πολιτικοί στόχοι, ας χτυπηθούν «επιχειρησιακά» και αυτοί με τον ίδιο τρόπο.

Η λογική της φετιχοποίησης της ένοπλης παρέμβασης ως σύμπτωμα μιας στρατηγικής κρίσης είναι ακόμη πιο έντονη στην περίπτωση της Ελλάδας. Ο τρόπος που η 17Ν θεώρησε ότι θα μπορούσε να παρέμβει στις πολιτικές εξελίξεις μέσα από επιλεκτικά χτυπήματα σε ρήξη με οποιαδήποτε λογική μαζικού κινήματος είναι πολύ χαρακτηριστικός. Ας αναρωτηθεί κανείς σε ποια δυναμική αγώνων αναλογούσε π.χ. η δολοφονία Μπακογιάννη στο όνομα της «πραγματικής κάθαρσης»; Η λογική του τιμωρού στο όνομα του λαού, η περιφρόνηση για το ίδιο το κίνημα και την Αριστερά, ο ένοπλος λαϊκισμός της προσωποποίησης σχέσεων εξουσίας που είναι πολύ πιο σύνθετες, ήταν λογικό να οδηγήσουν σε μια στρατηγική και ιδεολογική κρίση. Οι συλλήψεις του 2002 έβαλαν την παύλα σε μια τελεία που ουσιαστικά είχε μπει αρκετό καιρό πριν. 

Η καταδίκη της «βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται»

Σημαίνουν όλα αυτά ότι νομοτελειακά η ένοπλη πάλη είναι καταδικασμένη να οδηγήσει σε μια εργαλειοποίηση ή μια φετιχοποίηση της βίας; Η άποψη αυτή διατυπώθηκε τα τελευταία χρόνια από διάφορες πλευρές. Ο Φάουστο Μπερτινότι, για παράδειγμα, ξεκίνησε το 2004 μια ακόμη προσπάθεια δεξιάς μετατόπισης της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης μέσα από το ζήτημα της αποκήρυξης της βίας σε όλες τις μορφές της, ενώ και στην Ελλάδα η βασική προσπάθεια διαμόρφωσης υγειονομικών ζωνών απέναντι στο κίνημα του Δεκέμβρη του 2008 ήταν ακριβώς η πολεμική στη «βία» και η (με εμμονή ανακριτή) επερώτηση σε κάθε εκπρόσωπο της Αριστεράς αν καταδικάζει τη βία. Αλλά και στοχαστές όπως ο Ετιέν Μπαλιμπάρ θα επιμείνουν σε διάφορες πρόσφατες τοποθετήσεις τους ότι οποιαδήποτε εκδοχή βίας στο τέλος καταλήγει σε μια εκδοχή βαρβαρότητας. 

Μια τέτοια τοποθέτηση παραβλέπει κρίσιμες οριοθετήσεις της ίδιας της πραγματικότητας. Οποιαδήποτε λογική γενικής καταδίκης της βίας υποτιμά πρώτα από όλα ότι η αντίσταση στη συστημική βία του σύγχρονου καπιταλισμού ενέχει αναγκαστικά ένα στοιχείο βίας: η περιφρούρηση μιας απεργίας, η απόκρουση των απεργοσπαστών, η αντιπαράθεση με τις δυνάμεις καταστολής είναι μερικά παραδείγματα. Επιπλέον, πλευρές της ίδιας της υλικότητας της αστικής εξουσίας συνεπάγονται ότι αυτό που στα κλασικά κείμενα ορίστηκε ως η «συντριβή του αστικού κράτους» δεν μπορεί παρά να είναι βίαια. Αλλά και ως άμυνα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι οποιοδήποτε βήμα κοινωνικού μετασχηματισμού αναγκαστικά θα χρειαστεί να αναμετρηθεί με το ενδεχόμενο της βίαιης αντίδρασης από τη μεριά του συνασπισμού εξουσίας.  

Όμως, στη σχέση ανάμεσα στον κοινωνικό μετασχηματισμό και τη βία αναδεικνύονται πραγματικές αντιφάσεις και κίνδυνοι. Καταρχάς οφείλουμε να επιμείνουμε ότι η βία δεν μπορεί παρά να αποτελεί εξαίρεση. Οποιαδήποτε εκδοχή κανονικοποίησης και συστηματοποίησης της βίας εκ των πραγμάτων ενέχει το μετασχηματισμό της σε συμμετρική εκδοχή εξουσιαστικών μορφών (και εδώ βρίσκεται η διάκριση επαναστατικής και κρατικής τρομοκρατίας). Χρησιμοποιώντας για παράδειγμα την εμπειρία της Σοβιετικής Ένωσης, αυτό είναι το χάσμα που χωρίζει τα όποια έκτακτα μέτρα της περιόδου του Εμφυλίου Πολέμου από τη συστηματική κρατική βία των εκκαθαρίσεων της δεκαετίας του 1930. Γι’ αυτό το λόγο χρειάζεται να επιμένουμε στη διάκριση ανάμεσα στην κοινωνική και πολιτική βία και την ένοπλη δράση. Η δεύτερη αποτελεί οριακή εκδοχή που προϋποθέτει ένα ανέβασμα της ταξικής πάλης στα όρια της αποσταθεροποίησης, διαφορετικά ανοίγει ξανά ο φαύλος κύκλος των αντιφάσεων στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω. Έπειτα, η βία δεν μπορεί ποτέ να είναι αυτοσκοπός αλλά πρέπει να υποτάσσεται σε ένα πολιτικό αποτέλεσμα οριζόμενο σε συνάρτηση με τη συνείδηση, την επιλογή, την πρακτική των ίδιων των λαϊκών μαζών, φροντίζοντας παράλληλα να λογοδοτεί προς αυτές. Ακόμη, η επαναστατική βία δεν μπορεί να είναι εργαλειακή, λογική που στο όριό της καταλήγει στην αντίληψη των «παράπλευρων απωλειών», αλλά θα πρέπει να βλέπει ότι σκοπός και μέσα οφείλουν να βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση. Η βία δεν μπορεί να είναι ποτέ μόνο «καταστρεπτική», θα πρέπει να έχει και το στοιχείο της οικοδόμησης, της δημιουργίας, της διαμόρφωσης εναλλακτικών κοινωνικών σχέσεων, ακριβώς όπως στις υπαρκτές εμπειρίες λαϊκών στρατών (π.χ. στην Κίνα), ποτέ ο «πόλεμος» δεν ήταν η κυρίαρχη πολιτική λειτουργία. Τέλος, η βία δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατική, με την έννοια ότι θα πρέπει να είναι επιλογή των ίδιων των υποκειμένων και όχι να ασκείται στο όνομά τους ή προς υποκατάστασή τους και να λογοδοτεί στα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα στα οποία υποτίθεται ότι αναφέρεται.

Στο πιθανό ερώτημα εάν αυτά τα ερωτήματα έχουν οποιαδήποτε αναφορά ή χρησιμότητα στη σημερινή συγκυρία, η απάντηση δεν είναι εύκολη. 

Από τη μια υπάρχουν διάφορα σημάδια ότι η τρέχουσα ριζοσπαστικοποίηση, ιδιαίτερα τμημάτων της νεολαίας, ξαναγεννά τον πειρασμό του πειραματισμού με τη βία, έστω και ως ερώτημα τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Υπάρχει όμως μια ιδιαιτερότητα: για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα ο λόγος όσων επιλέγουν βίαιες πρακτικές δείχνει να καταλήγει σε μια οριακή, όχι πλέον εργαλειοποίηση , αλλά αισθητικοποίηση της βίας. Η αιτιολόγηση των όποιων χτυπημάτων παύει να παραπέμπει σε μια διαλεκτική ανάμεσα σε βία και μαζική πολιτική δράση, συνδέεται όλο και λιγότερο με τη συμβολική ή πραγματική σημασία των στόχων σε συνάρτηση με ένα αρθρωμένο αίτημα κοινωνικού μετασχηματισμού και παραπέμπει σε μια αισθητική της βίας ως άμεσης απάντησης στην εικόνα μιας κοινωνίας παθητικοποιημένης και καταπιεστικής.  

Από την άλλη, η ίδια η κίνηση του κράτους τείνει να διευρύνει την έννοια της «απάντησης στη βία» είτε  αντιμετωπίζοντας με ένα γενικευτικό τρόπο ως περίπου «τρομοκρατικές» ακόμη και νομιμοποιημένες πρακτικές «βίαιης» κοινωνικής διαμαρτυρίας είτε ζητώντας ολοένα και περισσότερο σαφείς δηλώσεις «νομιμοφροσύνης» από την Αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα. Η ένταση των πρακτικών πειθάρχησης και επιτήρησης σε όλα τα επίπεδα, από τους χώρους εργασίας έως τις πλατείες, ο περιορισμός του δικαιώματος στη διαδήλωση, η προσπάθεια ποινικοποίησης ή προληπτικής καταστολής των «δυναμικών» πρακτικών που βρίσκονται στο όριο της νομιμότητας (καταλήψεις κτιρίων, αποκλεισμοί δρόμων, παρακώλυση δημόσιων λειτουργιών κ.λπ.) σηματοδοτούν αυτή την τάση.

Σε αυτό το τοπίο η αναμέτρηση με την ιστορική εμπειρία της σχέσης ανάμεσα στην Αριστερά και τη βία και ο στοχασμός πάνω στα ερωτήματα στα οποία αυτή παραπέμπει είναι παραπάνω από αναγκαία, τόσο για να αποφύγουμε λάθη που οδήγησαν σε πραγματικά χαμένες γενιές, όσο και για να μην υποκύψουμε, από την άλλη, στον εκβιασμό της πλήρους συμμόρφωσης με μια «νομιμότητα» ολοένα και περισσότερο αυταρχική.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
21/11/2017 - 15:31

Χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς είναι η απώλεια της ουτοπίας ως μελλοντικής υπόσχεσης για μια καλύτερη ζωή.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.