ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Ο (από)ηχος του όπλου

Ο (από)ηχος του όπλου


Η τοποθέτηση πάνω στην υπόθεση των ένοπλων πολιτικών οργανώσεων, εκ μέρους μιας Αριστεράς που αναγνωρίζει ως καταπιεστικό το χαρακτήρα του σημερινού καπιταλιστικού συστήματος και ευαγγελίζεται το αναπόφευκτο της βίαιης ανατροπής του, μοιάζει με αργόσυρτο βάδισμα πάνω σε αγκάθια.Στον επίσημο πολιτικό λόγο της Αριστεράς, τέτοιου είδους «αγκάθια» αποφεύγονται συνήθως με δογματικές απολυτοποιήσεις, που καθιστούν, υποτίθεται, προφανές ότι οι ένοπλες πολιτικές οργανώσεις κείνται από κάθε άποψη εκτός του αντισυστημικού κινήματος, και ενδεχομένως εντός του συστήματος.

Οι απολυτοποιήσεις αυτές άλλοτε είναι ηθικιστικού χαρακτήρα και αποτάσσονται τη διακινδύνευση ανθρώπινων ζωών, άλλοτε είναι συνομωσιολογικού χαρακτήρα και θεωρούν ότι οι ένοπλες οργανώσεις είναι καθοδηγούμενες από το κράτος, και μάλιστα κατά προφανή λογική συναγωγή και όχι βάσει αποδεικτικών στοιχείων, άλλοτε είναι σύντροφοι και ομοϊδεάτες απέναντι στο σύστημα, χωρίς όμως να εξηγείται και να αξιολογείται γιατί επιλέγουν τόσο διαφορετικό τρόπο δράσης (και αντιστοίχως γιατί η λοιπή Αριστερά δεν το κάνει). Σε κάθε περίπτωση, η τοποθέτηση πάνω στο ζήτημα εξαντλείται στην υιοθέτηση μιας προπαγανδιστικής θέσης από τις παραπάνω, που απαλλάσσει αυτόν που τοποθετείται από κάθε υποχρέωση συγκεκριμένης ανάλυσης και κριτικής του φαινομένου, αλλά και αυτοκριτικής των δικών του αρχών δράσης. 

Χωρίς να οχυρωνόμαστε πίσω από μια κοινωνιολογικού χαρακτήρα ανάλυση που θα μας τοποθετούσε στον (απυρόβλητο) θρόνο του επόπτη της ιστορίας, αλλά εντοπίζοντας ακριβώς εκείνα τα ερωτήματα που η Αριστερά έχει χρέος να απαντήσει, θα επιχειρήσουμε μια κριτική προσέγγιση στον πολιτικό λόγο και την πολιτική πρακτική εκείνων των ένοπλων πολιτικών οργανώσεων που προέκυψαν μετά την «εξάρθρωση» της 17Ν και του ΕΛΑ, βάσει της διαφοροποίησης που παρουσιάζουν από προηγούμενες ιστορικές εκδοχές του φαινομένου και κυρίως βάσει της σημερινής φάσης του καπιταλιστικού συστήματος και της αστικής δημοκρατίας στην Ελλάδα. 

Η κρατική βία

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρόβλημα της βίας, της χρήσης της και της ανοχής σ’ αυτήν ξεκινάει από τον τρόπο που την μεταχειρίζεται και την ενσωματώνει ως δομικό του στοιχείο ο κρατικός μηχανισμός και ο τρόπος οργάνωσης της παραγωγής. Στην εποχή της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, ακόμα και υπό συνθήκες διάψευσης και αποτυχίας του νεοφιλελευθερισμού, βασική πηγή διάσωσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου είναι η εργαλειοποίηση και υποβάθμιση βασικών κοινωνικών αναγκών και δικαιωμάτων με σκοπό την άντληση υπεραξίας. Η τρομοκρατία της απόλυσης και της ανεργίας, η ευθεία επίθεση σε όποιον συνδικαλιστικά αντιστέκεται (χαρακτηριστική η περίπτωση της Κ. Κούνεβα), η τρομοκρατία του καθεστώτος παρανομίας για τους μετανάστες, που το κράτος αποδέχεται μεν την εργασία τους, αρνείται δε να τους αναγνωρίσει ως ισότιμα υποκείμενα δικαιωμάτων, οι μορφές επισφαλούς εργασίας αποτελούν καθημερινή υποβάθμιση στοιχειωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου για την προαγωγή ενός αγαθού (κερδοφορία) το οποίο επ’ ουδενί δεν επιστρέφεται, έστω και εν μέρει, στο κοινωνικό σύνολο.

Ο κρατικός μηχανισμός ακολουθεί κατά πόδας και επιτείνει την ασκούμενη στην παραγωγή βία και τρομοκρατία. Η εποχή των σοσιαλδημοκρατικών υποσχέσεων για μια αναδιανεμητική πολιτική άμβλυνσης των ανισοτήτων και της (φαντασιακής, έστω) συμμετοχής στην πολιτική εξουσία μέσω των μαζικών κομμάτων έχουν παρέλθει προ πολλού. Στη θέση τους εμφανίζονται πια ως κρατική πολιτική η ευθεία κατασταλτική αντιμετώπιση των προβλημάτων που επάγουν οι διευρυνόμενες κοινωνικές ανισότητες και η άρνηση πολιτικών δικαιωμάτων σε τεράστιο κομμάτι της εργατικής τάξης που αποτελείται από μετανάστες. Μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, όπως οι Ρομά, οι εισελθόντες με το μεταναστευτικό κύμα μετά το 2002, μέρος των μεταναστών δεύτερης γενιάς αλλά και της ελληνικής καταγωγής νεολαίας, γνωρίζουν το ελληνικό κράτος μόνο μέσα από τα βασανιστήρια του λιμενικού, τα αστυνομικά τμήματα, τα αυτόφωρα και τις φυλακές. 

Στον αντίποδα των κοινωνικών ομάδων που περιθωριοποιεί η κρατική πολιτική, ο τρόπος άσκησης της εξουσίας και η λειτουργία των θεσμών έχει δημιουργήσει στην Ελλάδα και ένα άλλο περιθώριο, ευνοημένο. Αυτό συγκροτείται από ομάδες συμφερόντων και τους θεσμικούς υποστηρικτές τους, οι οποίοι βρίσκονται εκτός του ελέγχου των νόμων: στελέχη της κρατικής γραφειοκρατίας, εκτελεστικής και δικαστικής, στελέχη ΔΕΚΟ ή Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι ομού μετά επιχειρηματιών έχουν συστήσει συμμορίες που λυμαίνονται τους πόρους του λαού. Η πραγματικότητα της «ατιμωρησίας» για όποιον ανήκει σε αυτό το πλέγμα σχέσεων είναι όχι μόνο γνωστή σε όλους, αλλά θεωρείται πλέον και μη αναστρέψιμη.
Υπ’ αυτό το βάρος, το σημερινό κράτος ως σύνολο έχει απολέσει το όποιο ηθικοπολιτικό κύρος είχε και τη σχετική νομιμοποίηση που του παρείχε μια κοινωνικοσυμβολαιακή πολιτική, ώστε να ασκεί τις αρμοδιότητές του και να τις εμφανίζει πειστικά ως κατά περίπτωση έστω και κατά περιεχόμενο δίκαιες. Δια της πολιτικής του και της πολιτικής των δυνάμεων του κεφαλαίου έχει το ίδιο απαξιώσει τα πράγματι σπουδαιότερα αγαθά για κάθε άνθρωπο χωριστά αλλά και για το κοινωνικό σύνολο: την αξιοπρεπή ζωή, την ισότιμη συμμετοχή στον κοινωνικό πλούτο, τις στοιχειώδεις ελευθερίες και την ισότητα σ’ αυτές, την προστασία των αδυνάτων και τον έλεγχο των ισχυρών. 

Η δημόσια επίκληση της νομιμότητας χρησιμοποιείται πλέον μόνο ηθικιστικά και συντηρητικά για τη νομιμοποίηση της στρατοκρατικής συμπεριφοράς της αστυνομίας, με την έννοια της αποκατάστασης της τάξης που το ίδιο το κράτος έχει πρώτο  διασαλεύσει. Σε αναπλήρωση του χαμένου κύρους και του τεκμηρίου στοιχειώδους συναίνεσης των πολιτών, υπεισέρχεται η τρομοκρατία των οικονομικών δεικτών και της κρίσης, η κοινωνική ανασφάλεια και η κρατική βία.

Ο εμφανής εχθρός

Το φαινόμενο των σύγχρονων ένοπλων οργανώσεων στη χώρα μας φαίνεται να παράγεται ως αυτόματο και πολιτικά ακατέργαστο αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της τελείας ηθικοπολιτικής κατάπτωσης του κράτους και της συνακόλουθης ανοχής στη βία και την υποβάθμιση βασικών δικαιωμάτων. Πέρα από την εμμονή στη μυστική δράση αντί της δημόσιας, μετωπικής και αλληλέγγυας παρέμβασης, οι σημερινές ένοπλες οργανώσεις στην Ελλάδα διακρίνονται από δύο αλληλοσυνδεόμενα χαρακτηριστικά, εμφανή τόσο στις ενέργειές τους, όσο και στον πολιτικό λόγο που υιοθετούν. Το ένα είναι η επίκληση μιας νομιμοποίησης για τη δράση τους εκ μόνου του λόγου ότι ο αντίπαλος είναι ηθικά σάπιος. Επειδή εμείς χτυπάμε τον αντίπαλο, γι’ αυτό δεν είμαστε ο αντίπαλος, είμαστε κάτι άλλο, το οποίο εξ υποθέσεως είναι ηθικοπολιτικά νομιμοποιημένο, και ως προς τους στόχους και ως προς τα μέσα που χρησιμοποιεί.

Στα κείμενά τους απουσιάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό θετικές αναφορές σε πολιτική στόχευση ή σε κάποιο οποιασδήποτε μορφής και συνθετότητας επαναστατικό ή κινηματικό υποκείμενο, του οποίου οι ένοπλες οργανώσεις να αποτελούν κομμάτι ή συμμάχους. Ακόμα και οι επικλήσεις ιδεών και συμβολισμών κάποιες φορές είναι σαν βγαλμένες από τη φαντασία του Φρανκ Μίλλερ για τους εγκληματίες του Γκόθαμ Σίτυ (Συνομωσία Πυρήνων της Φωτιάς - Φράξια Τερροριστών). Το ερώτημα «γιατί;» και «εξ ονόματος ποιου;» παραμένει αναπάντητο. Η βία αυτονομιμοποιείται, μόνο και μόνο επειδή την ασκεί σε εκατονταπλάσιο βαθμό το κράτος, όχι βάσει στόχων και πολιτικών υποκειμένων. Η λογική της ασκούμενης βίας είναι ανταποδοτική και τιμωρητική, αυθόρμητη και αρχέγονη, δυσχερώς υποκείμενη σε περαιτέρω πολιτική κριτική περί ορθότητας ή έστω κατά συνθήκη αποτελεσματικότητας. Πολιτικός στόχος είναι «να μετράει απώλειες ο αντίπαλος» ή να φαίνεται τρωτός, ασχέτως του αν και πώς βελτιώνεται ή όχι η θέση του κινήματος μέσα από τέτοιες ενέργειες. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος επιχειρηματολογίας του Επαναστατικού Αγώνα περί του ότι καλώς επέλεξε να χτυπήσει κοντά στις ευαίσθητες περιοχές της Πολυτεχνειούπολης και των Εξαρχείων: το κράτος τις έχει ήδη θέσει στο στόχαστρό του, οπότε ούτε καν από άποψη τακτικής δεν αποτελεί ζήτημα για μας να τις προστατέψουμε, δεν μας ενδιαφέρει.

Το ερώτημα που κυρίως απαντάται από τη δράση και το λόγο των σύγχρονων ένοπλων οργανώσεων αντί του «ποιοι είμαστε εμείς» είναι το «ποιος είναι ο εχθρός». Σε μια συγκυρία παρατεταμένης πολιτικής κρίσης είναι προφανές ότι η ηθικοπολιτική κατάρρευση του συστήματος αντανακλάται και σε κομμάτια της ίδιας της κοινωνίας και μάλιστα από τα μη προνομιούχα. Ο μηχανισμός εκμετάλλευσης και καταπίεσης προφανώς δεν έχει ως τροχούς τους υπουργούς και τους βουλευτές αλλά κατά συγκυρία μέχρι και κομμάτια της εργατικής αριστοκρατίας, εξωνημένους συνδικαλιστές εργατικών σωματείων και προφανώς κομμάτια της μικροαστικής τάξης, η οποία καταστατικά διέπεται από την αντίφαση του ατομικού/πελατειακού δρόμου και της συμμαχίας με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, έχοντας ως επί το πλείστον στην προηγούμενη ιστορική συγκυρία επιλέξει το πρώτο. Οι αιτίες προφανώς γι’ αυτό είναι πολιτικές και πολιτικά οφείλουν να αντιμετωπιστούν, ενώ το αποτέλεσμα είναι διακυβευόμενο. Αντ’ αυτού οι σύγχρονες ένοπλες πολιτικές οργανώσεις, υποκύπτοντας και αυτές σ’ έναν ατελέσφορο αν όχι επικίνδυνο ηθικισμό, χαράσσουν ως αυτονομιμοποιούμενοι δικαστές τη διαχωριστική γραμμή με προκρούστεια μέθοδο. 

Έτσι η «λούμπεν μικροαστική τάξη» και οι κατώτεροι αστυνομικοί υπάλληλοι εξισώνονται, ως ευρισκόμενοι πίσω από τη διαχωριστική γραμμή, με την αστική τάξη, τους κυβερνώντες και τους επίορκους δημόσιους λειτουργούς. Στη «σωστή πλευρά», από πολιτική άποψη τουλάχιστον, μένουν όσοι έχουν κηρύξει πόλεμο στο σύστημα και έχουν άρα καταφύγει στη βία, δηλαδή οι ίδιες οι ένοπλες οργανώσεις, πράγμα που κυκλικά τις νομιμοποιεί πάλι να ασκούν τη βία. Το «πέρασμα της γραμμής» και η μετέπειτα διεξαγωγή της αντιπαράθεσης καθίσταται ζήτημα θάρρους και βούλησης και όχι πολιτικών όρων που θέτει το κίνημα. Το ύφος πολλών προκηρύξεων μάλιστα (με χαρακτηριστικές τις απειλές για «άνοιγμα τρίτου ματιού» στους ρουφιάνους από τη Σέχτα Επαναστατών) αναδεικνύει τη σύγκρουση μεταξύ ένοπλες οργανώσεων και κράτους σαν να ήταν μια φαλλικού τύπου σύγκρουση περιγραπτέα με ψυχαναλυτικά σχήματα, όπου η επιθετικότητα και η έπαρση του ύφους, χωρίς καμιά βάση στην περηφάνια και τους υπαρκτούς αγώνες του κινήματος, πασχίζει να αναπληρώσει την αστειότητα της ασκούμενης βίας σε σύγκριση με την τρομακτική βία που ασκεί το κράτος και η αγορά.

Η τοποθέτηση της Αριστεράς για το φαινόμενο του ένοπλου δεν έχει νόημα ως διάλογος με τις ένοπλες οργανώσεις ούτε ως δημοσιογραφική περιγραφή του φαινομένου. Είναι μια χρήσιμη ευκαιρία για να μας υπενθυμίσει ερωτήματα που ο διαρκής καταγγελτικός και προπαγανδιστικός λόγος κατά του συστήματος που αρθρώνει η Αριστερά έχει αποκρύψει. Η ηθικοπολιτική κατάρρευση του καπιταλισμού και του σύγχρονου αστικού κράτους και η αδήριτη ανάγκη υπέρβασής τους δεν νομιμοποιεί αυτομάτως τη σημερινή αριστερά να αξιώνει όχι μόνο την αρμοδιότητα νομιμοποιημένης άσκησης βίας για τους κινηματικούς σκοπούς, αλλά κυρίως να αξιώνει την εμπιστοσύνη του λαού στους στόχους, τα σχέδια και τα μέσα της, αν αυτά δεν είναι θεμελιωμένα και νομιμοποιημένα μέσα από μια προοδευτική, δημοκρατική και αλληλέγγυα μετωπική πολιτική. Στην εποχή της καπιταλιστικής κρίσης και μετά από μια περίοδο συμβιβασμού των αριστερών κομμάτων, η Αριστερά καλείται να αποδείξει όχι στον αντίπαλο, με τον οποίο μόνο συχνά νομίζει ότι συνδιαλέγεται, αλλά στα καταπιεζόμενα στρώματα της κοινωνίας, ότι αυτή μπορεί να πρεσβεύσει τις ανάγκες τους και ότι η πολιτική λογική της μπορεί να οργανώσει δημοκρατικά και δίκαια την κοινωνία που ο καπιταλισμός έχει σχεδόν διαλύσει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|
21/11/2017 - 15:31

Χαρακτηριστικό αυτής της γενιάς είναι η απώλεια της ουτοπίας ως μελλοντικής υπόσχεσης για μια καλύτερη ζωή.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.