ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Louis Althusser

Για τον Μαρξ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Η μετάλλαξη του πανεπιστημίου ως θεωρητικό πρόβλημα


Τις τελευταίες δεκαετίες, σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, έχουν συμβεί σημαντικές αλλαγές στην ανώτατη εκπαίδευση: αλλαγές στη χρηματοδότηση με υποχώρηση της πάγιας δημόσιας χρηματοδότησης και ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από δίδακτρα, χορηγίες και εισόδημα από την έρευνα• αξιοποίηση της ερευνητικής υποδομής των πανεπιστημίων για την παραγωγή καινοτομιών για τον ιδιωτικό τομέα• αλλαγές στη διοίκηση με το πρότυπο της συμμετοχικής διοίκησης ή την αυτοδιοίκηση να υποχωρεί προς όφελος περισσότερο αυταρχικών και προσανατολισμένων προς τα άμεσα αποτελέσματα προτύπων από το χώρο των επιχειρήσεων, και με την παραδοσιακή ακαδημαϊκή ιεραρχία να υποχωρεί απέναντι στους νέους ακαδημαϊκούς μάνατζερ ή τους εκπροσώπους του κόσμου των επιχειρήσεων• ανατροπές στους τίτλους σπουδών με το παραδοσιακό πτυχίο, που αναλογούσε σε σαφώς προσδιορισμένα επαγγελματικά δικαιώματα, να αντικαθίσταται από εξατομικευμένες συγκεντρώσεις προσόντων που ο κάτοχός τους καλείται διαρκώς να εμπλουτίσει και να ενισχύσει.

Στη χώρα μας ο νόμος 4009/2011 δοκιμάζει ακριβώς να εμπεδώσει αυτές τις αλλαγές, που είχαν καθυστερήσει εξαιτίας των νικηφόρων αγώνων του φοιτητικού κινήματος. Άλλωστε, το θέμα της πάλης ενάντια στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο ορθά έχει κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια. Όμως, έχει λείψει μια προσπάθεια καλύτερης θεωρητικοποίησης αυτών των αλλαγών.

Το πιο μεγάλο προχώρημα στην κριτική θεωρία της ανώτατης εκπαίδευσης έγινε τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, υπό το βάρος του ριζοσπαστικού φοιτητικού κινήματος. Πλήθος θεωρητικές παρεμβάσεις άσκησαν δριμεία κριτική τόσο στην κλασική ουμανιστική όσο και στην τεχνοκρατική αντίληψη του πανεπιστημίου και την ουδετερότητα της επιστήμης. Έμπνευση αυτών των παρεμβάσεων αποτέλεσε και η αριστερή κριτική στη μετάλλαξη των σχηματισμών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ιδίως η κριτική της Κινεζικής Πολιτιστικής Επανάστασης που αποδίδει στην αντιγραφή του αστικού εκπαιδευτικού προτύπου μεγάλο μέρος της αναπαραγωγής καπιταλιστικών κοινωνικών μορφών στην ΕΣΣΔ. Εξίσου σημαντική, και η διαπίστωση της ανεπάρκειας της παραδοσιακής αριστερής κριτικής, που έβλεπε το πανεπιστήμιο ως έναν ουδέτερο μηχανισμό που λειτουργούσε ταξικά μόνο στο βαθμό που δεν δεχόταν αρκετά παιδιά της εργατικής τάξης. Έτσι, πλέον, το πανεπιστήμιο παρουσιαζόταν ως ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους, υπεύθυνος για την αναπαραγωγή της ταξικής ιεραρχίας και τη διάκριση διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, αλλά και της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ακόμη και εάν είχαμε άρση όλων των ταξικών φραγμών ως προς την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, η λειτουργία της ως προς την αναπαραγωγή των παραγωγικών σχέσεων και του καταμερισμού εργασίας θα παρέμεινε αναλλοίωτη.

Το θεωρητικό αυτό σχήμα επαναστατικοποίησε τη μελέτη της ανώτατης εκπαίδευσης. Έδωσε επιχειρήματα στο φοιτητικό κίνημα, συναντήθηκε με ριζοσπαστικά εργατικά κινήματα που αμφισβητούσαν την οργάνωση της παραγωγής και την καπιταλιστική εξουσία στους χώρους δουλειάς, ερμήνευσε αποτελεσματικά την ιδεολογική κρίση των δεκαετιών 1960 και ’70, καθώς και την κατανεμητική αστάθεια της δεκαετίας του 1980. Είχε, όμως, και ορισμένα όρια. Έπασχε από ένα κάπως άκαμπτο δομισμό, που έβλεπε τους μηχανισμούς να έχουν πολύ συγκεκριμένους ρόλους και λειτουργίες. Δυσκολευόταν να ερμηνεύσει τη στροφή προς την περισσότερο επιχειρηματική εκπαίδευση από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Άλλωστε, έτεινε πολύ περισσότερο προς την ηπειρωτική ευρωπαϊκή εμπειρία, του κατά βάση κρατικού πανεπιστημίου, χωρίς μεγάλες σχέσεις με τον ιδιωτικό τομέα. Από μια άλλη οπτική, όσοι αγωνιστές αντιμετώπιζαν την αγγλοσαξονική εκδοχή ανώτατης εκπαίδευσης, όπου, ιδίως στις ΗΠΑ, από τις αρχές του 20ού αιώνα οι δεσμοί με τις επιχειρήσεις ήταν πολύ έντονοι, διαπίστωναν ότι η σχέση με τον «επιχειρηματικό κόσμο» επίσης έπαιζε κρίσιμο ρόλο.

Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος της τρέχουσας ριζοσπαστικής θεώρησης των πανεπιστημίων επικεντρώνεται στις διάφορες μορφές ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης. Σε πρώτη ανάγνωση, αυτή η έμφαση φαίνεται δικαιολογημένη. Τα πανεπιστήμια εξαρτώνται διεθνώς όλο και περισσότερο από ανταποδοτικές ροές. Τα ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα, είτε κρατικά είτε από τον ιδιωτικό τομέα, κρίνουν συχνά την επιβίωση ολόκληρων ιδρυμάτων. Η δυνατότητα των πανεπιστημίων να διαχειρίζονται και να εμπορεύονται καινοτομίες έχει ανοίξει το δρόμο για πλήθος επιχειρηματικές δραστηριότητες, και διάφορες μορφές «ακαδημαϊκών επιχειρηματιών» έχουν έρθει στο προσκήνιο.

Μόνο που τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά. Τα πανεπιστήμια, ακόμη και στις ΗΠΑ, εξακολουθούν να εξαρτώνται από τη δημόσια χρηματοδότηση. Τα κερδοσκοπικά ανώτατα ιδρύματα δεν έχουν μπορέσει να ξεπεράσουν πολύ συγκεκριμένα όρια. Ακόμη και αστοί θεωρητικοί του «επιχειρηματικού πανεπιστημίου» παραδέχονται ότι αυτό δεν αφορά την τυπική αλλαγή ιδιοκτησίας, αλλά τον διαφορετικό τρόπο λειτουργίας, διοίκησης και χρηματοδότησης των κατά βάση δημόσιων ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Όμως, μεγάλο μέρος των πιο ριζοσπαστών θεωρητικών επιμένει ότι τα πανεπιστήμια τείνουν να μετασχηματιστούν σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Παρότι υπάρχουν και ερμηνείες που εμπνέονται από έναν κλασικό «οικονομίστικο» μαρξισμό, οι περισσότερες απόψεις που υποστηρίζουν διεθνώς το σχήμα του πανεπιστημίου-επιχείρηση στηρίζονται σε διάφορες παραλλαγές θεωριών του «καπιταλισμού της γνώσης» (cognitive capitalism). Αυτές συχνά εμπνέονται από την παράδοση του μεταεργατισμού και τη θέση ότι η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο οδηγεί στην εκμετάλλευση όχι τόσο της εργασίας όσο της συλλογικής διανοητικής ικανότητας, των γνώσεων, των εμπειριών, των ευαισθησιών του σύγχρονου «Πλήθους»

Γνώμη μου είναι ότι η θέση περί του «καπιταλισμού της γνώσης» είναι ανεπαρκής. Όχι γιατί η γνώση δεν μπορεί να αποτελέσει καπιταλιστικό εμπόρευμα ή γιατί δεν είναι στοιχείο της συγκυρίας ένα νέο κύμα «περιφράξεων» που προσπαθεί να διαμορφώσει νέα πεδία υπεραξίωσης του κεφαλαίου. Αλλά γιατί είναι απόψεις αναγωγιστικές, που θεωρούν ότι η οντολογία του καπιταλισμού πρωτίστως σχετίζεται με τη γνώση, γιατί περιοδολογούν τον καπιταλισμό όχι με βάση τις παραγωγικές σχέσεις, αλλά με το είδος των προϊόντων και των τεχνολογιών σε μια αντεστραμμένη εκδοχή του παραδοσιακού μαρξιστικού οικονομισμού, γιατί ανάγουν τη γνωστική ικανότητα στη βασική διάσταση της δυνατότητας κοινωνικής χειραφέτησης. Ειδικά για το πανεπιστήμιο, αυτή η άποψη τείνει να το θεωρεί ως τον κατεξοχήν χώρο παραγωγής του σύγχρονου καπιταλισμού και να αντιμετωπίζει τις σχέσεις μέσα σ’ αυτό ως κατά βάση εκμεταλλευτικές, συσκοτίζοντας έτσι άλλες πολιτικές, ιδεολογικές και ηγεμονικές πλευρές του.

Εάν η ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι ένα εργοστάσιο, ή δεν είναι μόνο ένα εργοστάσιο, και το πανεπιστήμιο δεν είναι ο κύριος χώρος της καπιταλιστικής παραγωγής, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και απλώς ένας ιδεολογικός μηχανισμός. Αντίθετα, χρειάζεται να βρούμε έναν τρόπο να θεωρητικοποιήσουμε καλύτερα το σύνολο των οικονομικών, ιδεολογικών και πολιτικών πλευρών του επιχειρηματικού πανεπιστημίου, καθώς και το ρόλο του στην κοινωνική αναπαραγωγή.

Εδώ να αξίζει να ξαναγυρίσουμε στον Γκράμσι και την πλήρη θεώρηση της ηγεμονίας ως μια πρωτότυπης θεώρησης της κοινωνικής κυριαρχίας. Σε πείσμα μιας μονομερούς ανάγνωσης της ηγεμονίας ως ιδεολογικής συναίνεσης, στην πραγματικότητα, κομβικές έννοιες του Γκράμσι, όπως το «ολοκληρωμένο κράτος» (stato integrale) και οι «μηχανισμοί της ηγεμονίας», αναδεικνύουν την ηγεμονία ως σύνθετη διαλεκτική ανάμεσα στην ηγεσία, την κυριαρχία, τη συναίνεση, που καταδεικνύει τις οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν μια ταξική στρατηγική αποτελεσματική. Σε αυτό το φόντο, μπορούμε να δούμε το πανεπιστήμιο ως έναν τέτοιο μηχανισμό της ηγεμονίας, που δεν είναι υποχρεωτικά δημόσιος και μπορεί κάλλιστα να έχει ιδιωτικοοικονομικές λειτουργίες. Πολύ περισσότερο, μπορούμε να δούμε την ηγεμονική διάσταση ακόμη και στις οικονομικές πρακτικές. Έτσι, ένα ερευνητικό πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από μια επιχείρηση δεν είναι μόνο βήμα προς την εμπορευματοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά ταυτόχρονα συμβάλ
λει στην αναπαραγωγή μιας ανταγωνιστικής, προσανατολισμένης προς την αγορά εκδοχής της επιστήμης, στην ιδεολογική νομιμοποίηση των απαιτήσεων των καπιταλιστών, στην εμπέδωση περισσότερο ελαστικών εργασιακών σχέσεων μέσα στο πανεπιστήμιο. Το άνοιγμα της δημόσιας ερευνητικής υποδομής των πανεπιστημίων στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, αρχικά σχεδιασμένο για να μειώσει τα κόστη έρευνας κι ανάπτυξης των επιχειρήσεων, λειτούργησε σημαντικά και προς την κατεύθυνση της προσαρμογής προγραμμάτων και τίτλων σπουδών και στην εμπέδωση μιας επιχειρηματική κουλτούρας. Ακόμη και η εισαγωγή ή η αύξηση των διδάκτρων και η συνακόλουθη διόγκωση του σπουδαστικού χρέους είχε επίσης ιδεολογικά και πολιτικά αποτελέσματα, καθώς επεδίωκε να μετασχηματίσει την οικονομική ανασφάλεια σε αυξημένη πειθαρχία και συμμόρφωση προς ανταγωνιστικά ατομιστικά πρότυπα δράσης. Το εάν αυτές οι λειτουργίες είναι αποτέλεσμα συνειδητού σχεδιασμού, μικρή σημασία έχει.

Επομένως, ο καλύτερος τρόπος να περιγράψουμε την τρέχουσα λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης ως ηγεμονικού μηχανισμού είναι να δούμε μια σύνθετη διαδικασία «εσωτερικοποίησης» των αλλαγών στην αγορά εργασίας και την καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής εντός της ανώτατης εκπαίδευσης ως ηγεμονικού μηχανισμού. Αυτή η εσωτερίκευση και η προεγγραφή της πραγματικότητας της καπιταλιστικής παραγωγής, αυτή η υπαγωγή της εκπαίδευσης στις επιταγές της καπιταλιστικής συσσώρευσης δεν περιορίζεται στις αλλαγές στη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων, στην αυξημένη σημασία των δεσμών με τις επιχειρήσεις και στη λειτουργία της επιχειρηματικής έρευνας. Αφορά, επίσης, αλλαγές όχι μόνο στη σχετική αξία των τίτλων σπουδών, στην ίδια την έννοια του τίτλου σπουδών και στην εμφάνιση νέων ιεραρχιών και κατακερματισμών. Η εισαγωγή μορφών διοίκησης από το χώρο των επιχειρήσεων δεν αφορά στενά τον εξορθολογισμό του κόστους, ούτε σημαίνει πάντα ανοιχτή ιδιωτικοποίηση. Αποτελεί, επίσης, τον καλύτερο τρόπο για να αποστειρωθεί και να θωρακιστεί η διοίκηση απέναντι στις πιέσεις από τα κινήματα και να διευκολυνθεί η «εσωτερίκευση» των επιταγών της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Και βέβαια, σε αρκετές περιπτώσεις, αυτό που αποκαλείται «άνοιγμα» στην αγορά συνοδεύεται από μια τεράστιας κλίμακας κρατική παρέμβαση με τη μορφή ελέγχων, πιστοποιήσεων και συνεχών αξιολογήσεων, που προσπαθούν να επιβάλουν ό,τι κρίνεται ως αυθεντικά αγοραίο. Γι’ αυτόν το λόγο και η χρήση της έννοιας της ιδιωτικοποίησης δεν επαρκεί, ούτε η απλή επίκληση της εμπορευματοποίησης, ακριβώς επειδή έχουμε να κάνουμε με πολύ πιο συνολικές διεργασίες, πολιτικές στρατηγικές, και κρατικούς σχεδιασμούς και παρεμβάσεις. Και αυτό δεν σημαίνει μικρότερη «εισβολή της αγοράς»• οδηγεί σε μια πολύ πιο βαθιά αγοραία μετάλλαξη όλων των πλευρών της λειτουργίας των πανεπιστημίων.

Ταυτόχρονα, η διαδικασία εσωτερίκευσης δίνει και μια ιδιαίτερη διάσταση στα κινήματα μέσα στο πανεπιστήμιο. Δεν αποτελούν απλώς ιδεολογικές αντιστάσεις μέσα από τα ρήγματα στην ιδεολογική λειτουργία, ούτε απλώς συγκρούσεις γύρω από τα επαγγελματικά δικαιώματα των τίτλων σπουδών. Αντίθετα, αποτελούν τμήμα μιας συνολικότερης κοινωνικής σύγκρουσης σε σχέση με τη συνολική στρατηγική της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, με τους φοιτητές να ξεσηκώνονται ενάντια στις συνολικότερες ανατροπές στον τρόπο που εντάσσεται σήμερα η εργασία στην καπιταλιστική παραγωγή. Γι’ αυτό και η αίσθηση κοινότητας συμφερόντων με το κίνημα των εργαζομένων είναι ισχυρότερη παρά ποτέ. Άλλωστε, μία από τις βασικότερες αντιφάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού είναι ότι την ίδια ώρα που οι δυνάμεις του κεφαλαίου απαιτούν η εργατική δύναμη να είναι περισσότερο καταρτισμένη παρά ποτέ, αλλά ταυτόχρονα πιο κακοπληρωμένη και ανασφαλής. Αυτή η εκρηκτική αντίφαση πυροδοτεί τα νεολαιίστικα κινήματα της περιόδου και διαμορφώνει νέους όρους για μια κοινωνική συμμαχία σε αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό, ανάμεσα στη νεολαία και τους εργαζομένους, χωρίς να χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε τους φοιτητές ως σύγχρονους προλετάριους.

Σε αυτό το φόντο, η οικονομική κρίση λειτουργεί σαν κρίσιμος καταλύτης. Όχι μέσα από ένα γραμμικό σχήμα για το ξεπούλημα των πανεπιστημίων, ως αποτέλεσμα του περιορισμού του δημοσίου τομέα. Αλλά μέσα από την αξιοποίηση της χρηματοδοτικής ασφυξίας και της ιδεολογικής τρομοκρατίας της χρεοκοπίας για την εμπέδωση των τομών, την αναίρεση κατακτήσεων και τη βίαιη επιβολή των αλλαγών. Πάνω από όλα, γιατί μπορεί να αξιοποιηθεί για την εμπέδωση μιας συνθήκης μειωμένων προσδοκιών και για το σάρωμα των συλλογικών απαιτήσεων σε σχέση με την εκπαίδευση, τα πτυχία, την εργασία και την αξιοπρέπειά της. 
Ότι είμαστε εν μέσω μιας μεγάλης σύγκρουσης για την ανώτατη εκπαίδευση δεν σημαίνει ότι η θεωρητική συζήτηση είναι πολυτέλεια. Αντίθετα, το να προσπαθήσουμε να βαθύνουμε τη σχετική θεωρητική αντιπαράθεση μπορεί τελικά να μας επιτρέψει να δούμε τα ταξικά διακυβεύματα και κατ’ επέκταση τη δυνατότητα ευρύτερων κοινωνικών συμμαχιών με πιο οξυδερκή τρόπο από ό,τι σχήματα που μπορεί να μοιάζουν ριζοσπαστικά, αλλά στην πραγματικότητα αδυνατούν να αποδώσουν το βάθος και την έκταση της καπιταλιστικής μετάλλαξης της ανώτατης εκπαίδευσης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΔΙΕΘΝΗ|
20/11/2017 - 11:12

Είναι αμφίβολο αν το τζογάρισμα των φιλελεύθερων θα τους βγει.

ΔΙΕΘΝΗ|
24/09/2017 - 12:58

Η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» φαίνεται να διαταράσσει τα ήρεμα νερά της γερμανικής πολιτικής ζωής.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ|
21/09/2017 - 11:16

Μετά από οχτώ χρόνια μνημονίων την εντυπωσιακότερη αύξηση της κοινωνικής αποδοχής καταγράφουν τρεις πολιτικές αξίες: «Ιδιωτικός τομέας», «Δεξιά», «Νεοφιλελευθερισμός».

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
17/09/2017 - 18:50

Τέσσερα χρόνια μετά, η φασιστική δολοφονία δεν ξεχνιέται και η ανάγκη επαγρύπνησης απέναντι στο φασιστικό κτήνος παραμένει.