ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ


Georges Labica

Η βία; Ποια βία;


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ


Ιταλία: Το μεγάλο «Καυτό Φθινόπωρο»


Όταν μιλάμε για το ’68 στην Ιταλία, αναφερόμαστε σε έναν τεράστιο κύκλο αγώνων, εργατικών και νεολαιίστικων, που σφράγισε την ιταλική κοινωνία για περίπου δύο δεκαετίες. Το υλικό υπόβαθρο αυτών των αγώνων ήταν η εξέλιξη του ιταλικού καπιταλισμού και η διαμόρφωση δομών μονοπωλιακής συσσώρευσης παράλληλα με την αναπαραγωγή πλευρών των προηγούμενων αντιφάσεων της ιταλικής κοινωνίας (αντίθεση Βορρά-Νότου, ρόλος εκκλησίας κ.λπ.). Το πολιτικό υπόβαθρο ήταν η μεγάλη ανάπτυξη της αριστεράς και του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και η ταυτόχρονη ρεφορμιστική μετατόπισή του, ξεκινώντας από τη «ματαιωμένη επανάσταση» την επαύριον της κατάρρευσης του φασισμού παρά την ανάδειξη του ΙΚΚ σε ηγεμονική δύναμη της Αντίστασης.

Τα πρώτα σκιρτήματα ενός νέου μαζικού ριζοσπαστισμού καταγράφηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960: τον Ιούλιο του 1960, στις μεγάλες διαδηλώσεις και συγκρούσεις στη Γένοβα ενάντια στο συνέδριο του νεοφασιστικού κόμματος και την είσοδό του στην κυβέρνηση, αλλά και το 1962, στη μεγάλη διαδήλωση χιλιάδων εργατών της FIAT ενάντια στα γραφεία του κίτρινου συνδικάτου στην Piazza Statuto. Σε αυτές τι κινητοποιήσεις δεν καταγράφεται μόνο η αγωνιστικότητα μιας νέας γενιάς, που μπορεί να μην έχει την εμπειρία της Αντίστασης αλλά επιθυμεί να συγκρουστεί με τα όρια των μεταπολεμικών συμβιβασμών, αλλά και μια νέα εργατική φιγούρα: νέοι εργάτες, συχνά από τον Νότο, που συρρέουν μαζικά στον Βορρά για να στελεχώσουν τα φορντικά εργοστάσια, και οι οποίοι είναι πολύ πιο διατεθειμένοι να αμφισβητήσουν την εργασιακή πειθαρχία, τις άκαμπτες ιεραρχίες και να διεκδικήσουν αιτήματα εξισωτικά ενάντια στον πολυκατακερματισμό ειδικοτήτων και βαθμών. Την ίδια περίοδο, κύκλοι διανοουμένων (το λεγόμενο ρεύμα του εργατισμού) σε συνεργασία με συνδικαλιστές επεξεργάζονται μια κριτική προσέγγιση των μορφών οργάνωσης της καπιταλιστικής παραγωγής, ανάγοντας την εργατική αντίσταση στην εκμετάλλευση σε βασικό μηχανισμό εξέλιξης. Η άρνηση της εργασίας, η άρνηση δηλαδή της εκμετάλλευσης, εντοπίζεται ως αυθόρμητη τάση και μέσα στην ίδια την παραγωγή.

 

Η έκρηξη των κινημάτων

Η νεολαιίστικη διάσταση του ιταλικού Μάη ήρθε στο προσκήνιο εκρηκτικά πριν από τις εξελίξεις στη Γαλλία. Ήδη από τις αρχές του 1967 ξεκινά ένας μεγάλος κύκλος φοιτητικών κινητοποιήσεων που θα αγκαλιάσει όλα τα ιταλικά πανεπιστήμια και θα κορυφωθεί με μεγάλες διαδηλώσεις και συγκρούσεις με την αστυνομία. Αναπτύσσεται ένας εντυπωσιακός πλούτος κριτικής στην κυρίαρχη αντίληψη για την ανώτατη εκπαίδευση, αμφισβητείται ο χαρακτήρας αναπαραγωγής της κοινωνικής ιεραρχίας και η ουδετερότητα της γνώσης και της επιστήμης. Ο κύκλος ριζοσπαστικοποίησης της φοιτητικής νεολαίας και αποσταθεροποίησης του πανεπιστημίου ως ιδεολογικού μηχανισμού θα έχει διάρκεια. Μέσα από τις κινητοποιήσεις αναδεικνύεται ένα ευρύτερο πολιτικοποιημένο δυναμικό που αναζητά τη συνάντηση με το εργατικό κίνημα (μέσα από τοπικές συνελεύσεις που συσπείρωναν πρωτοπόρους εργάτες και ριζοσπαστικοποιημένους φοιτητές), διεκδικεί την πολιτική συγκρότηση μιας σύγχρονης επαναστατικής αριστεράς και αμφισβητεί τον ρεφορμισμό του ΙΚΚ όχι από τη σκοπιά μιας κλασικής τροτσκιστικής ή μ-λ αντίληψης, όσο από τη σκοπιά, τουλάχιστον αρχικά, της αναζήτησης ενός σύγχρονου λενινισμού που να συνταιριάζει την αντικαπιταλιστική οπτική για το εργατικό κίνημα, τον φοιτητικό ριζοσπαστισμό, την εμπειρία της Πολιτιστικής Επανάστασης.

Ωστόσο, αυτό που έκανε τη διαφορά στο ιταλικό ’68 ήταν οι εργατικοί αγώνες. Οι διεκδικήσεις ήταν εξισωτικές (ίσες αμοιβές για όλους) και αμφισβητούσαν τον εργοστασιακό δεσποτισμό, την απόλυτη εξουσία της διεύθυνσης σε ζητήματα εργασιακών ρυθμών και πειθαρχίας, προβάλλοντας αιτήματα που υπερέβαιναν τον παραδοσιακό οικονομισμό των συνδικάτων (συμπεριλαμβανομένης και της ελεγχόμενης από το ΙΚΚ CGIL). Από την άνοιξη του 1968 ξεκινά ένας μεγάλος κύκλος εργατικών κινητοποιήσεων που σταδιακά επεκτείνεται σε όλη τη χώρα, σε πολλές βιομηχανίες. Την άνοιξη του 1969 η φλόγα της εξέγερσης αγγίζει τη FIAT, το σύμβολο του ιταλικού καπιταλισμού. Ύστερα από πολλές εβδομάδες κινητοποιήσεων και απεργιών, με αφορμή την απαίτηση της διοίκησης να αυξηθούν οι ρυθμοί παραγωγής, οι συγκρούσεις των εργατών της FIAT με την αστυνομία στις 3 Ιούλη 1969 θα δίνουν υλικά και συμβολικά το στίγμα μια εργατικής έκρηξης.

Ακολουθεί το «Καυτό Φθινόπωρο», κατά το οποίο η Ιταλία ζει έναν από τους μεγαλύτερους απεργιακούς κύκλους της ιστορίας της. Πάνω από πέντε εκατομμύρια εργάτες συμμετείχαν σε απεργίες, ενώ συνολικά χάθηκαν 530 εκατομμύρια ανθρωποώρες σε απεργίες. Στη γενική απεργία στις 19 Νοεμβρίου του 1969 συμμετείχαν 20 εκατ. εργαζόμενοι. Το αποτέλεσμα ήταν σημαντικότατες κατακτήσεις στο επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων και της εργατικής νομοθεσίας, με αποκορύφωμα την ψήφιση του Statuto dei Lavoratori, που κατοχύρωνε τη συνδικαλιστική δράση, θεμελίωνε τα δικαιώματα των αντιπροσώπων των εργαζομένων και έβαζε φραγμούς στις αναιτιολόγητες απολύσεις.

Αναδύονται νέες μορφές οργάνωσης του εργατικού αγώνα. Από το φοιτητικό κίνημα οι εργάτες «δανείζονται» το πρότυπο της συνέλευσης σε αντίθεση προς την απλή ανάθεση στη συνδικαλιστική ηγεσία. Λειτουργούν οι ενωτικές επιτροπές βάσης (Comitati Unitari di Base – CUB) που αποτελούν την κατεξοχήν μορφή δράσης των πιο πρωτοπόρων κομματιών. Από εδώ θα ξεπηδήσουν οι μετέπειτα μορφές μαχητικού συνδικαλισμού βάσης που είναι και σήμερα δραστήριες στην Ιταλία. Αλλά και ο θεσμός των εκλεγμένων αντιπροσώπων ανά επιχείρηση ή τμήμα του εργοστασίου, παρά την προσπάθεια των ρεφορμιστών να τον οικειοποιηθούν, αποτελεί πεδίο όπου εκφράζονται πιο ριζοσπαστικές δυναμικές. Πολύ συχνά οι απεργίες ξεκινούν χωρίς την έγκριση του συνδικάτου, απλώς επειδή το συναποφασίζουν οι εργάτες ενός συγκεκριμένου τμήματος. Δοκιμάζονται πρωτόγνωρες μορφές κινητοποίησης, όπως οι πορείες μέσα στο εργοστάσιο με τους απεργούς εργάτες από ένα τμήμα να κάνουν πορεία προς τα άλλα τμήματα προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη αναταραχή. Αναδεικνύονται νέες μορφές συλλογικής συνείδησης και πολιτικοποίησης, ακόμη και σε εργάτες που δεν είχαν προηγούμενη πολιτική εμπειρία.

Συνολικά οι αγώνες αυτοί είχαν μεγάλη σημασία. Δεν ήταν μόνο η μαζικότητα και η μαχητικότητά τους. Ήταν πάνω απ’ όλα ότι αμφισβητούσαν ευθέως τον πυρήνα της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας και τις σχέσεις εξουσίας μέσα στην παραγωγή. Αποτελούσαν έμπρακτη άρνηση της ουδετερότητας της τεχνικής και των «παραγωγικών δυνάμεων». Διεκδικούσαν όχι την «ανάπτυξη», αλλά την όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού.

 

Μια άλλη αριστερά στο προσκήνιο

Οι μεγάλες οργανώσεις της ιταλικής επαναστατικής αριστεράς συγκροτούνται μέσα από τους μεγάλους εργατικούς και φοιτητικούς αγώνες, τις εμπειρίες και τις αναζητήσεις που θα αναδειχθούν εκεί. Η Lotta Continua γεννιέται μέσα από την εμπειρία των κοινών συνελεύσεων εργατών και φοιτητών –ιδίως στο Τορίνο– και τη διαδικασία έκδοσης της ομώνυμης εφημερίδας. Η Avanguardia Operaia, πιο λενινιστική στον προσανατολισμό της, θα τροφοδοτηθεί από τη σημαντική συνεισφορά της στις απεργίες σε κρίσιμους κλάδους. Η Potere Operaio δεν υπήρξε μόνο ο πολιτικός κληρονόμος του ρεύματος του εργατισμού, αλλά και ενός κύκλου αγωνιστικών εμπειριών σε μεγάλους εργασιακούς χώρους. Το Manifesto ήταν το αποτέλεσμα της εσωτερίκευσης των αντιθέσεων στο εσωτερικό του ΙΚΚ, και της αποχώρησης ενός κομματιού της αριστερής πτέρυγας, με προχωρημένες θέσεις για τη δυνατότητα της επανάστασης στη Δύση σε ρήξη με τον οικονομισμό και το μεταρρυθμισμό του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος.

Οι αλλεπάλληλες κοινωνικές εκρήξεις, το ριζοσπαστικό φοιτητικό κίνημα, το μαχητικό και αντικαπιταλιστικό εργατικό κίνημα, οι ριζοσπαστικές διεκδικήσεις σε πεδία της κοινωνικής αναπαραγωγής (νομιμοποίηση διαζυγίου και εκτρώσεων που έμπρακτα αμφισβητούσαν την έντονη παρουσία της καθολικής εκκλησίας), η αύξηση της απήχησης της αριστεράς σήμαιναν πραγματική αποσταθεροποίηση των όρων άρθρωσης της αστικής ηγεμονίας. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο κοινωνικό σχηματισμό του αναπτυγμένου καπιταλισμού, η Ιταλία βρέθηκε κοντά σε συνθήκες επαναστατικής κρίσης. Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο, τα αστικά επιτελεία και οι ιμπεριαλιστικοί μηχανισμοί απάντησαν με ένα μεγάλο κύμα μαύρης τρομοκρατίας, εξετάζοντας παράλληλα το ενδεχόμενο ενός πραξικοπήματος μέσα από τον μηχανισμό του νατοϊκού δικτύου Gladio.

Παρ’ όλες τις μεγάλες δυνατότητες που αντικειμενικά υπήρχαν για να τεθεί ζήτημα εξουσίας, το ΙΚΚ επέλεξε την ακόμη μεγαλύτερη ενσωμάτωσή του στην επίσημη πολιτική και τον μετασχηματισμό του σε καθεστωτική δύναμη, μέσα από την περίφημη θέση για το Ιστορικό Συμβιβασμό, δηλαδή την προοπτική δημοκρατικής κυβέρνησης από κοινού με τη Χριστιανική Δημοκρατία, το βασικό κόμμα της κεντροδεξιάς. Το αποκορύφωμα ήρθε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, όταν το ΙΚΚ έφτασε να συναινέσει σε πολιτικές λιτότητας και στη σκλήρυνση των «αντιτρομοκρατικών» νομοθεσιών.

Ωστόσο, η επαναστατική αριστερά συνέχισε να αναπτύσσεται και να μαζικοποιείται, ενώ στα τέλη του 1972 και στις αρχές του 1973 υπήρξε ένας μεγάλος κύκλος απεργιών, συχνά άγριων (π.χ. με καταλήψεις στο εργοστάσιο Mirafiori της FIAT). Δυναμικά και πετυχημένα υπήρξαν τα κινήματα για το διαζύγιο και τη νομιμοποίηση των εκτρώσεων, με πρωτοπόρο ρόλο της επαναστατικής αριστεράς, ενώ μαζικές ήταν οι κινητοποιήσεις ενάντια στις αυξήσεις στα ενοίκια και τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (οι περίφημες καμπάνιες «αυτομείωσης» των τιμών). Παρ’ όλα αυτά, και στον χώρο της επαναστατικής αριστεράς το έλλειμμα στρατηγικής για το θέμα της εξουσίας και η λανθασμένη, όπως αποδείχτηκε, πολιτική επένδυση στο ενδεχόμενο οι εκλογές του 1976 να οδηγήσουν σε κυβέρνηση της αριστεράς οδήγησαν και τις μεγάλες οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς σε κρίση.

 

Από την άνοδο στην κρίση

Η κρίση των οργανώσεων στο έδαφος του συνεχόμενου πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού οδήγησε σε άλλες διεξόδους. Μια μορφή διεξόδου αποτέλεσε το σύνολο των πολιτικών και κινηματικών πρακτικών που αυτοπροσδιορίζονταν ως αυτονομία, οι οποίες συνδύαζαν τη ριζοσπαστική διεκδίκηση, την αντίληψη της πολιτικής πρωτίστως ως σύγκρουσης, την άρνηση της ανάγκης κεντρικής πολιτικής συγκρότησης, αλλά και τη σταδιακή έξοδο από την κεντρικότητα της εργατικής τάξης προς νέα κοινωνικά υποκείμενα. Η αυτονομία είχε απήχηση και επηρέασε έντονα τον λόγο και τις συμβολικές αναγνωρίσεις του μεγάλου νεολαιίστικου κινήματος του 1977. Ταλαντεύτηκε όμως έντονα ανάμεσα σε αυθορμητίστικες και μιλιταριστικές πρακτικές. Μια άλλη μορφή ήταν το αδιέξοδο του ένοπλου αγώνα. Παρά την ιδιαίτερη μαζικότητα των οργανώσεων της ένοπλης πάλης και την οργανική σύνδεσή τους με κινήματα, εντούτοις εγκλωβίστηκαν –ιδιαιτέρως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες– στη λογική του χτυπήματος στην «καρδιά του κράτους», υποκαθιστώντας τελικά την πολιτική δραστικότητα με την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα – με αποκορύφωμα την απαγωγή και εκτέλεση Μόρο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κατασταλτικό όργιο, που οδήγησε στη φυλάκιση χιλιάδων αγωνιστών και σε εκτεταμένες σκευωρίες ακόμα και απέναντι σε ρεύματα της αριστεράς που δεν είχαν αναφορά στην ένοπλη πάλη.

Συμβολικό τέλος αυτής της ιστορίας αγώνων, η ήττα της μεγάλης απεργίας στη FIAT τον Οκτώβριο του 1980, που έδωσε τη δυνατότητα στην εργοδοσία να προχωρήσει σε 23.000 απολύσεις, με έμφαση κυρίως στους πιο μαχητικούς εργαζομένους.

 

Αντί επιλόγου

Για δυο δεκαετίες σχεδόν, η Ιταλία αποτέλεσε εργαστήρι κινηματικών, πολιτικών και θεωρητικών εμπειριών. Εκεί, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η επαναστατική αριστερά πήρε χαρακτηριστικά πολιτικού ρεύματος με πραγματική κοινωνική γείωση. Ως ιστορική εμπειρία προσφέρει σημαντικά συμπεράσματα: ότι μπορεί να τεθεί η επικαιρότητα της επανάστασης στους μητροπολιτικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, ότι όριο της ενσωμάτωσης της ρεφορμιστικής αριστεράς είναι ο μετασχηματισμός της σε στήριγμα του καθεστώτος, ότι η επαναστατική αριστερά δεν είναι απλώς διακριτό ρεύμα αλλά πραγματικό ρήγμα μέσα στη δυναμική του αγώνα.

Ωστόσο, τα πραγματικά ανοιχτά ερωτήματα ως προς την επαναστατική στρατηγική, η απουσία μιας ενωτικής πανεθνικής επαναστατικής οργάνωσης την επαύριον του «Καυτού Φθινοπώρου», η ρεβιζιονιστική και καθεστωτική μετάλλαξη του ΙΚΚ, ο τρόπος που τέθηκε το ζήτημα της ένοπλης πάλης, το βάρος μιας τεράστιας επιχείρησης καταστολής είχαν ως συνέπεια την ήττα. Ό,τι αποτελούσε το ισχυρό σημείο των διάφορων παραλλαγών της αριστεράς μετατρεπόταν τελικά και σε εμπόδιο: η πανεθνική απήχηση του ΙΚΚ το εγκλώβισε σε μια κατεύθυνση ενσωμάτωσης, η κινηματική γείωση της άκρας αριστεράς την έκανε να παραβλέπει ότι, αν και όντως η «ηγεμονία ξεκινά από το εργοστάσιο», δεν τελειώνει εκεί, η πραγματική αναμέτρηση με το ερώτημα της ένοπλης εξέγερσης οδήγησε σε έναν αυτοκτονικό φαύλο κύκλο βίας.

Αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι για ένα μεγάλο διάστημα το στοίχημα παίχτηκε στην Ιταλία περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στη Δυτική Ευρώπη. Γι’ αυτό και είναι μια εμπειρία που αξίζει να μελετηθεί από όσους εξακολουθούν να αναφέρονται στη δυνατότητα μιας επαναστατικής αριστεράς.

 

 

* Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στο Εκτός Γραμμής τχ. 18 που κυκλοφόρησε τον Μάιο 2008, με αφιέρωμα στα 40 χρόνια από τον Μάη του ’68.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
11/07/2018 - 16:44

Η κυβέρνηση με σαφέστατο δόγμα αποτροπής αφίξεων παρουσιάζεται ως δήθεν δυναμική υπερασπίστρια των προσφύγων και των μεταναστών.

ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ|
01/07/2018 - 20:00

Σήμερα πέθανε ο Θανάσης. Ο φίλος μας, ο σύντροφός μας. Στα 33 του, Κυριακή 1η Ιουλίου.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ/ΚΙΝΗΜΑΤΑ|
11/06/2018 - 14:36

Στην περίπτωση του Κουφοντίνα ακολουθούνται απαράδεκτες μεθοδεύσεις φαλκίδευσης του νόμου από αυτούς που είναι εντολοδόχοι της διαφύλαξής του.

ΘΕΩΡΙΑ|
05/06/2018 - 11:44

Ο Αλτουσέρ επιχειρεί να τεκμηριώσει ότι η φιλοσοφία δεν είναι μια πρακτική που αφορά απλώς τους ακαδημαϊκούς φιλοσόφους αλλά όλους τους ανθρώπους.